Από την «Αυθεντική ζωή του Μπίλι δε Κιντ» (The Authentic Life of Billy, the Kid) γραμμένη από τον σερίφη Πιτ Γκάρετ το 1882 -έναν χρόνο αφότου αυτός ο ίδιος είχε σκοτώσει στο Νέο Μεξικό τον διασημότερο «desperado» της Αγριας Δύσης- και από τα Απομνημονεύματα του Τζόρτζ Κόου, τελευταίου επιζήσαντα της μάχης του Μπλέιζερς Μιλ, μέχρι τη δημιουργική εμμονή του Γκορ Βιντάλ με τον Billy, που έφερε το σενάριο για ένα επεισόδιο σειράς για την Αγρια Δύση, με τον Πολ Νιούμαν στον ομώνυμο ρόλο, και ύστερα σε σενάριο δικό του και σκηνοθεσία Αρθουρ Πεν το «The Left Handed Gun» του ’58, ξανά με τον Πολ Νιούμαν, καθώς και το «Billy the Kid» (1989) του Γουίλιαμ Γκράχαμ, με πρωταγωνιστή τον Βαλ Κίλμερ. Και βέβαια από τη «Μεγάλη μονομαχία» (1973) του Σαμ Πέκινπα με τον Κρις Κριστόφερσον ως Billy, the Kid και καμιά 30αριά άλλες ταινίες και δεκάδες μελέτες, μυθιστορήματα και βιογραφίες ή ακόμα κι ένα ολόκληρο τεύχος του «Λούκυ Λουκ» αφιερωμένο στον νεαρό καουμπόι Μπίλι – που καταλήγει να τις τρώει από τον Λούκυ σαν κακομαθημένο παιδάκι. Αν ένα θρυλικό πρόσωπο διασχίζει την αμερικανική ιστορία, άλλοτε ως ρομαντικός επαναστάτης, άλλοτε ως τραγικός αντι-ήρωας ή ως επικίνδυνος «πιστολέρο», ιδανικός ήρωας για τα παλιά σκληροτράχηλα γουέστερν, αυτό είναι ο Billy, the Kid – και κοντά του, στο Νο 2 μιας τέτοιας νοερής κατάταξης, ακόμα ένα παιδί, ο εξίσου περιβόητος Τζέσε Τζέιμς, για λίγο σύντροφος του Μπίλι στην παρανομία και ύστερα ορκισμένος εχθρός.

Κι όμως, ξαφνικά τον Μάρτιο του 2026 έρχεται αυτός ο τρομερός Γάλλος διανοητής και συγγραφέας ο Ερίκ Βιιγιάρ (Éric Vuillard), ο άνθρωπος που έχει βάλει στοίχημα να μελετήσει την Ιστορία με ενδιαφέρον πάντα για τα «από τα κάτω» και όχι όπως τη μάθαμε, όπως μας την είπαν ή όπως την έγραψαν οι νικητές, και γράφει τη νουβέλα «Οι ορφανοί. Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ». Μεταφρασμένη άμεσα στα ελληνικά από τη Στύλβα Πράσσου, κυκλοφόρησε λίγο πριν από το Πάσχα από τις Εκδόσεις Πόλις για να υπενθυμίσει ή να επισημάνει με αυτό το σχεδόν μόνιμα σαρκαστικό, ωμό κι όμως, άλλοτε ποιητικό και τρυφερό ύφος του Βιιγιάρ ότι ο διαβόητος εγκληματίας ήταν -όπως το ήθελε και το παρωνύμιό του άλλωστε- ένα παιδί που γεννήθηκε ως Henry McCarty, το 1859, στη Νέα Υόρκη. Ορφάνεψε γρήγορα. Εζησε (ως William H. Bonney, γνωστότερος γρήγορα ως «Billy de Kid») προσπαθώντας να επιβιώσει πρώτα με μικροκλοπές, εκείνος, ένας φτωχοδιάβολος, την εποχή που οι μεγάλοι τραπεζίτες και οι γαιοκτήμονες έφτιαχναν στρατούς και έκλεβαν εκτάσεις και ζώα εν ψυχρώ, απειλούσαν, εκβίαζαν και έδιναν εντολές για δολοφονίες όποιου τους αντιστεκόταν. Και ύστερα ο ίδιος ως μέλος τέτοιων στρατών ή εναλλάξ ως ανυπότακτος, μοναχικός ντεσπεράντο, που δεν επέλεξε ή δεν πρόλαβε να περάσει «απέναντι» πουλώντας τον εαυτό του οριστικά για μια σταθερότερη θέση υποταγής, έμπλεξε με ξεκαθαρίσματα, σκότωσε αντιπάλους ή τους είδε να σκοτώνονται, κινδύνεψε σοβαρά να εκτελεστεί στα 17 και τελικά έκλεισε τη ζωή του το 1881 στο Fort Sumner, στο Νέο Μεξικό, μόλις στα 22 του χρόνια. Εζησε σύντομα και ατυχώς και πέθανε από τις σφαίρες του σερίφη Γκάρετ παραμένοντας ένα παιδί που έγινε διαβόητο μετά θάνατον.
Ο Βιιγιάρ, ήδη από το εξώφυλλο που έχει επιλέξει για τη νουβέλα του, προτάσσει τη φωτογραφία δύο εφήβων, αγόρι-κορίτσι, που κοιτούν θαρρετά, σχεδόν κοροϊδευτικά τον φακό, ενώ εκείνη κρατά χαλαρά ένα πιστόλι. Θυμίζει έτσι ότι σε αυτές τις ιστορικές περιόδους πολλά παιδιά δεν είχαν το προνόμιο και δεν ήταν ακριβώς παιδιά. Αλλά δεν ήταν και οι θρυλικοί κακοποιοί ενός υπερπολλαπλασιασμένου μυθιστοριογραφικού μεγέθους που βόλευε την επίσημη αμερικανική ιστορία και αργότερα το σινεμά. Στο φόντο της ιστορίας του Βιιγιάρ κυκλοφορούν ανάλογοι απεγνωσμένοι έφηβοι φτωχοδιάβολοι, ικανοί να σκοτώσουν για να κλέψουν μια κότα και ωστόσο αμελητέα απειλή μπροστά στους μεγαλοκαρχαρίες που έχτιζαν τη νέα Αμερική, καθάριζαν τους ιθαγενείς και εξολόθρευαν χωρίς δεύτερη σκέψη όποιον τους αντιστεκόταν. Η απαρχή της δυτικής επεκτατικότητας και του «αμερικανικού ονείρου» κυλιόταν στην κοπριά των κλεμμένων κοπαδιών βοοειδών και στη σκόνη τεράστιων άνυδρων εκτάσεων. Η νουβέλα αυτή εξετάζει ταυτόχρονα λοιπόν τη δημιουργία του μύθου του Μπίλι και πώς αυτός, ακόμα κι αφού ο μικρός εκτελέστηκε, χρησίμευσε σε επιζήσαντες της περιόδου (όπως ο Τζορτζ Κόου), δημοσιογράφους ή πολιτικούς, για τη σύνθεση μιας παράλληλης «επικής» κατασκευασμένης Ιστορίας, που για να θριαμβολογήσει και να κοιτάξει στο μέλλον χρειαζόταν σχηματικά έναν καλό κι έναν κακό. Το έντιμο γουέστερν του Βιιγιάρ φέρνει τον τρομερό Μπίλι της Αγριας Δύσης στις διαστάσεις του. Δεν του χαρίζεται, τον παρουσιάζει ανθρώπινο, τρομοκρατημένο έφηβο ήδη από το πρώτο κεφάλαιο, την πρώτη εκ του σύνεγγυς γνωριμία με τον θάνατο, σε ένα στιγμιότυπο που του μαθαίνει ήδη από τα 17 πως η ζωή του δεν αξίζει μια πένα. Κυρίως όμως ο Βιιγιάρ δεν χαρίζεται -για ακόμα μια φορά- στους φορείς της εξουσίας, αυτούς που κατασκεύασαν και υπαγόρευσαν και αυτό το ιστορικό κεφάλαιο της ένδοξης, μεγάλης Αμερικής.
Οπότε ας επισημάνουμε ένα μόνον: Πως σε μια Ευρώπη πολιτικά χλιαρή, χωρίς προσωπικότητες ικανές να αρθρώσουν έναν νέο αριστερό ριζοσπαστικό λόγο, αν και το πολιτικό επιτελείο της Γαλλίας δεν ξεφεύγει από αυτόν τον μέσο όρο, το πνευματικό της επιτελείο (από τον Βιιγιάρ και τον Εριμπόν έως τον Λουί) μιλά από τα κάτω και φανερώνει ωμά την πραγματικότητα που μια επόμενη πολιτική γενιά οφείλει να λάβει εκ νέου υπ’ όψιν.
Εχει ενδιαφέρον ότι αυτό το βιβλίο του Βιιγιάρ διαβάστηκε… υπογείως, στις διαδρομές στο μετρό προς και από τον Πειραιά, ένα-δυο μεσημέρια και βράδια σε υποφωτισμένα βαγόνια που καθιστούσαν ακόμα πιο υποβλητικές τις περιγραφές μιας κακοτράχαλης Δύσης η οποία σίγουρα δεν κάλπαζε προς την επιτυχία.
«Σενιορίτα» με άρωμα Μεξικού

Σε δύο βραδινές διαδρομές, διαβάστηκε όμως και άλλη μια νουβέλα, της Ερσης Σωτηροπούλου αυτή, άρτι εκδοθείσα (από τον Πατάκη), με τον τίτλο «Σενιορίτα» και εξώφυλλο το περίγραμμα ενός γυναικείου πορτρέτου με χτένισμα α λα Φρίντα Κάλο και χαρακτηριστικά κρυμμένα από μία μάσκα αντιπροσωπευτική της Ημέρας των Νεκρών.
Η ηρωίδα της Σωτηροπούλου περιφέρεται μόνη στην Πόλη του Μεξικού σε αυτή τη διάσημη λατινοαμερικανική γιορτή, την Ημέρα των Νεκρών. Ή μήπως όχι; Αγωνία, επιφυλακτικότητα, μια διαδρομή εμποτισμένη στον τρόμο του αγνώστου, διανθισμένη από σύντομες παράξενες συναντήσεις, αρώματα, σχήματα, χρώματα, τη λαγνεία, τον φόβο και μια πολύ άγρια ποιητικότητα που σε κρατά μεταξύ δύο κόσμων εξίσου θολών, ερωτηματικών, ημιτελών.
Είναι στα καλά της η ηρωίδα που περιγράφει σε 63 σελίδες αυτό το βραδινό ταξίδι σκαστή από το ξενοδοχείο της και από μια αόριστη υπόσχεση να μην κυκλοφορεί μόνη αργά, πολύ περισσότερο να μην κυκλοφορεί στην κακή πλευρά της Avenida, αποφασισμένη να πιει και να καπνίσει σε μια taqueria; Οχι, δεν είναι στα καλά της. Δεν είναι καθόλου στα καλά της και όχι μόνον επειδή ξαφνικά οι φράσεις, οι σκέψεις, διατηρώντας στο μυαλό της το ενοχλητικό περίγραμμά τους, ξεφουσκώνουν από περιεχόμενο. Και τι συμβαίνει σε αυτό «το τρομακτικό ταξίδι του χαμού;» Δεν θα κάνω σπόιλερ. Δύο πράγματα θα πω μόνον: Πως δεν έχω διαβάσει πιο άγρια ποιητικό, μεταφυσικό αλλά και ωμό στην πρόθεσή του φινάλε, σαν επιθανάτιο ρόγχο, καθώς το μυαλό προλαβαίνει να συγκεντρώσει τις τελευταίες, θραυσματικές εικόνες της ζωής.
Και πως θα σας έλεγα να μη διαβάσετε της «Σενιορίτα» της Σωτηροπούλου μόνοι σ’ ένα βαγόνι που ταξιδεύει υποφωτισμένο, βράδυ, τουλάχιστον αν είστε ευαίσθητοι στις υποβλητικές περιγραφές.
Ταχυδακτυλουργίες χειραγώγησης

Στο μετρό διαβάστηκε και η ολιγοσέλιδη νουβέλα «Ο Μάριο και ο Μάγος» του Τόμας Μαν, από «Τα Μικρά» του Μεταίχμιου, σε μετάφραση και επίμετρο Μαρίας Μαντή. Συμπυκνωμένη η θαυμαστή ικανότητα του Μαν να περιγράφει τοποθεσίες (ένα ιταλικό θέρετρο του Μεσοπολέμου και εδώ) σαν να είναι δρώντες μυθιστορηματικοί ήρωες, εδώ κάνει την ανατομία τού (πάντα πολιτικού) μηχανισμού χειραγώγησης και υποταγής σε λίγες μόνο σελίδες αφήγησης μιας καλοκαιρινής παράστασης του μυστηριώδους, δύσμορφου «ταχυδακτυλουργού» Τσιπόλα. Ενα αριστούργημα 100 σελίδων (συν το Επίμετρο και οι Σημειώσεις) που τελικά καθόλου δεν ενδείκνυται για το… μετρό, αν τουλάχιστον δεν θέλετε, απορροφημένοι, να χάσετε τη στάση σας. Εγώ πάντως που το έκανα, την πάτησα!
