ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασιλική Τζεβελέκου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η αναγγελία της έκδοσης έχει προκαλέσει ανατριχίλα χαράς στους σινεφίλ κύκλους. Εξάλλου, το «Singapore Sling – Ο άνθρωπος που αγάπησε ένα πτώμα», του Νίκου Νικολαΐδη, δεν είναι όποια κι όποια ταινία. Υπήρξε σταθμός για την εγχώρια κινηματογραφία με διεθνή απήχηση. Αιρετική, σόκαρε και την οικτίρησαν. Ζωντάνεψε το κυνήγι του χαμένου ονείρου και την αποθέωσαν. Χτυπήθηκε λυσσαλέα από μεγάλο μέρος της κριτικής, λογοκρίθηκε, προκάλεσε αντιδράσεις. Από τις πιο επιδραστικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου που μίλησε με τη διεθνή κινηματογραφική πρωτοπορία, με ταινίες μεγάλων Ευρωπαίων και Αμερικανών δημιουργών, έκοψε την ανάσα, εξυμνήθηκε όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά πριν από 35 χρόνια, το μακρινό και τόσο οικείο για τους μεγαλύτερους 1990, όταν όλα ήταν διαφορετικά και η υγρή πνιγηρή ατμόσφαιρα σε άσπρο-μαύρο του Νίκου Νικολαΐδη, ο οποίος τόλμησε να κάνει ό,τι κανένας άλλος, παραμένει ανεξίτηλη.

Το κυριότερο είναι ότι εξακολουθεί να αγαπιέται από το κοινό, που γεμίζει τις αίθουσες όταν προβάλλεται σε φεστιβάλ και αφιερώματα, ενώ οι πωλήσεις των DVD παραμένουν αμείωτες σε Γαλλία, Αμερική και Ελλάδα. Η διαρκής αναζήτηση της ταινίας από νεανικό, κυρίως, κοινό ήταν αυτό που έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία του βιβλίου «Singapore Sling» -Εκδόσεις Restless Wind- που κυκλοφορεί στις 18 Δεκεμβρίου. Την επιμέλεια ανέλαβαν η σύντροφος και συνεργάτις του Ν.Ν., η σκηνογράφος-ενδυματολόγος Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου Νικολαΐδου, και ο γιος τους, Συμεών Νικολαΐδης. Τον γραφιστικό σχεδιασμό υπογράφει ο Πάνος Κασιάρης.

Προδημοσίευση

Η «Εφ.Συν.» έχει τη χαρά να προδημοσιεύσει σήμερα αποσπάσματα και φωτογραφίες από την έκδοση, που έχει πίσω της εργασία πολλών ετών και εξαιρετικό στήσιμο.

«Η ιστορία του ‘’Singapore Sling’’ είναι η ιστορία ενός κινηματογραφικού ήρωα, ενός ήρωα καταραμένου, απ’ αυτούς που λείπουν πια απ’ τον παγκόσμιο κινηματογράφο και που τους έχουμε ανάγκη» έλεγε ο Νίκος Νικολαΐδης.

«Ο Σίνγκαπουρ Σλινγκ, ο οποίος δανείζεται το όνομά του από ένα κοκτέιλ, αγάπησε κάποτε μια κοπέλα που την έχασε. Με τον καιρό, μαζεύοντας στοιχεία, πάντα ερωτευμένος μαζί της, πάντα χαμένος, καταντάει αλκοολικός, χάνει τη δουλειά του, αλλά συνεχίζει να την ψάχνει. Μια μέρα, φτάνει σ’ ένα περίεργο σπίτι όπου ζουν δυο γυναίκες, η μητέρα και η κόρη της, έχοντας στοιχεία ότι κάποτε πέρασε από κει η κοπέλα, η Λάουρα. Ο Σίνγκαπουρ Σλινγκ θα προσπαθήσει, αν και πληγωμένος, να μπει μέσα στο σπίτι. Ξέρει ότι είναι σχεδόν νεκρός και ότι θα παίξει για μια ακόμη φορά το τομάρι του για μια χαμένη υπόθεση. […] Τελικά οι τρεις τους θα αποτελέσουν ένα περίεργο ‘’τρίο’’. Μένουν μαζί, τρώνε μαζί, η κόρη μισεί τη μητέρα και η μητέρα την κόρη και προσπαθούν η κάθε μία από την πλευρά της να προσεταιριστεί τον Σίνγκαπουρ Σλινγκ για να σκοτώσει την άλλη. Τα καταστροφικά αυτά παιχνίδια θα συνεχιστούν μέχρι τέλους, οπότε δικαιώνεται η ταινία και όλη η πορεία του Σίνγκαπουρ Σλινγκ. Θεωρώ πως πρόκειται για μια εξτρεμιστική ταινία τόσο στον τρόπο γραφής όσο και στην ιστορία της, που δεν φοβάται να θίξει. Αν θέλεις, επιδιώκει κιόλας να θίξει» (συνέντευξη στον Στράτο Κερσανίδη – «Εξώστης», 1991).

Τροφή για σκέψη

Ο Ν.Ν. μπορεί να γελούσε όταν έγραφε το σενάριο, όπως σημειώνει στο ημερολόγιο της ταινίας η Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου, δήλωνε ωστόσο: «Βεβαίως γυρίστηκε για να προκαλέσει. Αλλά με ποιον τρόπο; Ηθελα να ενεργοποιήσω ένα μηχανισμό σκέψης που έχει αδρανήσει, έχει αποσυντονιστεί. Ηθελα να στριμώξω τους θεατές στη γωνία για να μπορέσουν να παρακολουθήσουν έναν κινηματογράφο που κατά τη γνώμη μου χρειάζεται σκεπτόμενους ανθρώπους. Ηταν ένας τρόπος για να τους κάνω να αντιδράσουν. Και αντέδρασαν» (συνέντευξη στη Μαρία Κατσουνάκη, «Καθημερινή», 25/11/1990).

Στη Μικέλα Χαρτουλάρη έλεγε: «Θέλησα να γυρίσω μια μαύρη κωμωδία για εκείνους που κυνηγούν χαμένα όνειρα, γνωρίζοντας πως στο τέλος θα νικηθούν. Είναι αυτοί που θεωρούν ότι αξίζει τον κόπο να παίξουν τη ζωή τους για κάτι στο οποίο πιστεύουν».

Το βιβλίο είναι συναρπαστικό και δεν το αφήνεις από τα χέρια σου. Περιλαμβάνει την ιστορία της ταινίας και των ανθρώπων της. Για πρώτη φορά ολόκληρο το σενάριο, οι κομμένες σκηνές, άπειρες φωτογραφίες από τις πρόβες και τα γυρίσματα. Αφίσες, σχέδια, αφηγήσεις, αναμνήσεις, αποσπάσματα ή ολόκληρες συνεντεύξεις και κριτικές. Στιγμιότυπα από την παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Τορόντο με υπεύθυνο διεθνούς προγράμματος τον Δημήτρη Εϊπίδη, ο απόηχος και οι αντιδράσεις, για τον σκηνοθέτη που αγαπούσε ο εξώστης, τον Οκτώβριο του 1990 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, απ’ όπου αποχώρησε με τέσσερα βραβεία (Σκηνοθεσίας, Ερμηνείας Α’ Γυναικείου Ρόλου – Meredyth Herold, Φωτογραφίας – Αρης Σταύρου συν τα δύο Κρατικά Σκηνογραφίας – Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου, Μοντάζ – Ανδρέας Ανδρεαδάκης)

Παραίτηση

«Η μαυρόασπρη ταινία σόκαρε, εξόργισε, μπέρδεψε, δημιούργησε εντάσεις – ακόμα και την παραίτηση του προέδρου της κριτικής επιτροπής. Για μια ακόμα φορά κέρδισε το Βραβείο Σκηνοθεσίας αλλά όχι το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας. Στην απονομή, ο εξώστης του φώναζε: ‘’Νικολαΐδηηηη, κατούρα μας!’’. Παρά το μελάνι που καταναλώθηκε σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής για την ταινία, το περιστατικό αυτό δεν αναφέρθηκε πουθενά» διαβάζουμε.

Η ατμόσφαιρα από τη μεταμεσονύκτια προβολή και την ολονύχτια συζήτηση της πρεμιέρας στον κινηματογράφο «Studio», στην Αθήνα, τον Νοέμβριο του 1990. Οταν τουλάχιστον 600 θεατές έμειναν μέχρι πρωίας να συζητούν με τον Νίκο Νικολαΐδη και τους συντελεστές. Σε εκείνη την πρεμιέρα που ο Νίκος Κούνδουρος μετά την προβολή αναφώνησε «Επιτέλους να μια ταινία, έργο “υψηλής τέχνης”» για να συμπληρώσει: «Σε όποιον δεν αρέσει η ταινία δεν είναι μόνο βλαξ, αλλά και άτυχος…».

Ακόμα, κείμενα που γράφτηκαν ειδικά για την έκδοση από τον Αλέξη Αλεξίου και τον Αλέξανδρο Βούλγαρη/The Boy και το ημερολόγιο των γυρισμάτων από τη Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου. Τη γυναίκα της ζωής του Νίκου Νικολαΐδη, την εμπνευσμένη δημιουργό και συνεργάτιδά του σε όλες τις ταινίες του, η οποία συνεισέφερε το έργο της στη δική του έμπνευση.

Σκηνογράφος και ενδυματολόγος ικανή να αναβιώσει σε κάθε ταινία την ατμόσφαιρα από το σύμπαν του Ν.Ν., βραβευμένη για όλες, σχεδόν, τις δουλειές της γράφει:

«Το 1974, κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης μου, ο Νίκος κάτι έγραφε που πολύ τον διασκέδαζε… Τον άκουγα συχνά να γελάει κι όταν τον ρώταγα τι γράφει, μου απαντούσε ‘’θα δεις… όταν το τελειώσω θα το διαβάσεις!’’ Ετσι, με τη γέννηση του γιου μας, γεννήθηκε και ‘’ο καημένος ο Σιγκαπούρης’’, όπως τον έλεγε, που η ιστορία του – το σενάριο – έμοιαζε ταυτόχρονα με φιλμ νουάρ, με μιούζικαλ, με δράμα και με μαύρη κωμωδία! ‘’Τι θα το κάνουμε αυτό αγάπη μου;’’ τον ρώτησα αφού το διάβασα… ‘’Ταινία’’, μου απάντησε! Δεν μίλησα, απλώς χαμογέλασα και πήγα να θηλάσω το μωρό!

»Ετσι ξεκίνησε η πορεία του ‘’Singapore Sling’’…» γράφει η Μαρί Λουίζ. «Εχει ήδη στο μυαλό του το κεντρικό μουσικό θέμα – και το όνομα της ηρωίδας: το κομμάτι ‘’Laura’’ από την κλασική ταινία του Otto Preminger, που το λάτρεψε όταν το άκουσε αργότερα και με τη φωνή της Julie London.

Τραγούδια

Ο Νίκος έστηνε συχνά σκηνές στο μυαλό του πάνω σε μουσικά κομμάτια που αγαπούσε… Εβαζε την Εισαγωγή από την ‘’La gazza ladra’’ του Rossini και έλεγε πως μ’ αυτή θα έντυνε την εικονική εκτέλεση του Ανδρα από μάνα και κόρη, ενώ εκείνες θα ξεκαρδίζονται στα γέλια και θα κατουριόνται πάνω τους! Μαύρο χιούμορ… Δύο χρόνια αργότερα, καταθέτουμε το σενάριο στην Εθνική Βιβλιοθήκη και το μεταφράζουμε στα αγγλικά. Καμιά Ελληνίδα ηθοποιός δεν ήθελε να ρισκάρει την καριέρα της με τόσο άγριους και ακραίους ρόλους. Ετσι, το βάζουμε στην άκρη για την περίπτωση που εμφανιστούν κάποτε κάποιες ξένες και παίξουν τους ρόλους… (πρακτική ιδιαίτερα διαδεδομένη κάποιες εποχές, ειδικά όταν στο έργο υπήρχαν σκηνές με γυμνό…).

Φιλμ νουάρ

Από τότε, έχουμε γυρίσει το 1975 την ‘’Ευρυδίκη’’, το 1979 τα ‘’Κουρέλια’’, το 1983 τη ‘’Γλυκιά Συμμορία’’ και το 1987 την ‘’Πρωινή Περίπολο’’… Ομως η ιδέα του φιλμ νουάρ και της μαύρης κωμωδίας δεν έχει φύγει απ’ το μυαλό του Νίκου. Κατά τα τέλη του 1988 ανοίγουμε το κουτί με το σενάριο του ‘’Singapore Sling’’ για να το διαβάσουμε με την Ελβετίδα Michèle Valley – που είχε πρωταγωνιστήσει στην ‘’Πρωινή Περίπολο’’ – και την Αμερικανίδα Meredyth Herold – που είχε συνεργαστεί με τον Νίκο σε διαφημιστικά. Επιτέλους βρήκαμε δύο ‘’αλλοδαπές’’ για να παίξουν τη μάνα και την κόρη!».

Οι πρόβες με τη Μισέλ, τη Μέρεντιθ και τον Τάκη τον Σπυριδάκη ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1989. «Στο μεταξύ, ο Νίκος έχει αλλάξει κάπως το σενάριο γιατί δεν υπάρχουν τα χρήματα και από μιούζικαλ που το σκεφτόταν αρχικά, με απαιτήσεις, με σκελετούς να βγαίνουν απ’ τους τάφους και να χορεύουν μάμπο και άλλα τέτοια, το κάνει ‘’γουέστερν δωματίου’’, όπως το αποκαλούσε αργότερα (έτσι χαρακτήριζε και τις περισσότερες ταινίες του) και, εννοείται, ακόμα πιο low budget. Γυρίζει διαφημιστικά για να μαζέψουμε τα λεφτά κι εγώ τρέχω στο Μοναστηράκι ψάχνoντας για props και φτηνά ρούχα από την Αμερικάνικη Αγορά!». Οταν το καλοκαίρι του 1989 αποχωρεί ο Τάκης Σπυριδάκης, για δικούς του λόγους, προτείνουν τον ρόλο στον Παναγιώτη Θανασούλη. «… Τότε βρισκόταν στην Αμοργό για διακοπές. Τον παίρνουμε τηλέφωνο, λίγες μέρες μετά επιστρέφει και ξεκινάμε τις πρόβες! […] Στις 4 Οκτώβρη γράφω στο ημερολόγιό μου ‘’Ολα είναι έτοιμα!’’ Κι ο Νίκος συμπληρώνει από κάτω… ‘’Αρκίδια έτοιμα’’… παραφράζοντας τη γνωστή λέξη… Τι γλυκό!». Τα γυρίσματα ξεκινούν τελικά στις 9 Οκτωβρίου με τη σκηνή της κρεβατοκάμαρας η οποία έχει στηθεί στο σαλόνι του σπιτιού τους.

Η Μαρί Λουίζ θυμάται: «Οι ‘’εμετοί’’ που φτιάχνω είναι ένα μείγμα από γάλα, κορν φλέικς, ξηρούς καρπούς, λιναρόσπορο και μέλι – τόσο νόστιμο που οι ηθοποιοί κυριολεκτικά το καταβροχθίζουν στις πρόβες, κι ακούω τον Νίκο να φωνάζει ‘’Μαριλούζα, φτιάξε μου κι άλλον “εμετό”… τον έφαγαν πάλι τα παιδιά!’’. Η ταινία γυρίζεται και ο Νίκος το διασκεδάζει με την καρδιά του στα γυρίσματα, γελάει πολύ και είναι χαρούμενος και ικανοποιημένος με τους ηθοποιούς και τους υπόλοιπους συντελεστές, γιατί η ταινία βγαίνει όπως την έχει φανταστεί!»

Μετατόπιση

Οταν τελικά η ασπρόμαυρη ταινία «Singapore Sling – Ο άνθρωπος που αγάπησε ένα πτώμα» προβάλλεται σηματοδοτεί το γεγονός που μετατοπίζει τον ελληνικό κινηματογράφο σε χώρο ανέγγιχτο, που προκαλεί και δημιουργεί παραλήρημα χαράς στους συνοδοιπόρους του Νίκου Νικολαΐδη. «Δεν έχω κάνει ακόμη την ταινία που θα ξεπεράσει τα όρια. Αν ρίξει κανείς μια ματιά γύρω του στην πολιτική, στην τέχνη, στις ανθρώπινες εκδηλώσεις και συμπεριφορές, θα διαπιστώσει πως πρόκειται για μια πολύ αγνή και συμμαζεμένη ταινία» θα πει ο ίδιος σε μια από τις πολλές συνεντεύξεις που δίνει στους κινηματογραφικούς συντάκτες της εποχής: Βένα Γεωργακοπούλου, Εφη Παπαζαχαρίου, Κυβέλη Χατζηζήση, Γιώργο Χρυσοβιτσάνο, αλλά και Βάσο Γεώργα, Τάσο Σαγρή κ.ά.

Κρατάμε την τελευταία φράση με την οποία κλείνει η έκδοση:

«Μου φαίνεται πως τώρα ήρθε η ώρα
να περπατήσουμε σωστά τον λάθος δρόμο
κι υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μη χαθούμε…
Να ξεχαστούμε αλλά να μην ξεχάσουμε»

Ν.Ν.