Πιστή στη μικρή λογοτεχνική φόρμα των διηγημάτων η Νούλη Τσαγκαράκη μας παραδίδει στο τελευταίο βιβλίο της «Σε πρώτο πρόσωπο» ένα ακόμη απόσταγμα από ιστορίες καθημερινών, σχεδόν γνώριμων προσώπων που έχουν όμως να αποκαλύψουν, στις πρωτότυπες εξομολογήσεις τους κάτι βαθιά φυλαγμένο. Πρωταγωνιστούν αυτή τη φορά 43 διαφορετικοί ήρωες και ηρωίδες, άλλοτε διασκεδαστικοί κι άλλοτε δραματικοί, πάντα διεισδυτικοί οι οποίοι καθώς ξεφυλλίζουν τα φύλλα των εκμυστηρεύσεων φέρνουν στο φως κοινά συναισθήματα που φωτίζουν αθέατες πτυχές της ζωής, συστήνοντας έναν οδηγό αποκρυπτογράφησης αλλά και κατανόησης του εσώτερου και ίσως άγνωστου εαυτού.
Προσωπικές αφηγήσεις, σαν νερό που τρέχει, καταθέσεις ψυχής που την ξαλαφρώνουν σε μια πορεία που συχνά δεν είναι ανεμπόδιστη ούτε απρόσκοπτη και αυτονόητη αλλά σχεδόν πάντα λυτρωτική. Και πώς αλλιώς αφού, ήδη από τον πρώτο μονόλογο γίνεται σαφές πως «μόνο η αγάπη μετράει τελικά».
Απολογισμοί ζωής, δύσκολες αποφάσεις ή απλώς εύκολες που στην πορεία… εκδικούνται, προσωπικές αφηγήσεις και πιο μύχιες εξομολογήσεις, απωθημένα συναισθήματα και σκέψεις που το να φανερωθούν απαιτεί κάποια τόλμη, τραύματα που δέχονται το επουλωτικό φως, αυτό που διαλύει τα σκοτάδια.
«Κάθε διήγημα και μια νέα ιστορία, μια νέα συνθήκη σε άλλο πλαίσιο. Κάποια αντίθετα μεταξύ τους, παρόμοιο δηλαδή σκηνικό ιδωμένο όμως από άλλη πλευρά, από διαφορετικό άνθρωπο. Κάποιες αφηγήσεις είναι γυναικών, άλλες ανδρών! Άλλα είναι σύντομα και άλλα μεγαλύτερα. Όλα κείμενα με βάθος, με συναίσθημα, με κοινωνική κριτική, με πόνο, με ψυχικό ξεγύμνωμα, με μια ξεχωριστή ειλικρίνεια, ανθρωπιά και ενσυναίσθηση. Κάποια είναι χιουμοριστικά και κάποια σε κάνουν να συγκινηθείς και να δακρύσεις. Κάποια αφορούν σύγχρονες και επίκαιρες καταστάσεις και θέματα όπως η τεχνολογία, η καραντίνα, η «δηθενιά»…
Και άλλα αφορούν διαχρονικά θέματα που απασχολούν επίμονα και επιτακτικά τον σύγχρονο άνθρωπο όπως η μοναξιά, η αποξένωση, η μετανάστευση, η βία, η κακοποίηση, αλλά και η φιλία, η συμπόνια, η αγάπη, ο έρωτας… Όλα καταλήγοντας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στο συμπέρασμα της ανάγκης για αποδοχή και για νοιάξιμο. Του εαυτού και του άλλου» σημειώνει η Χριστίνα Γιαννέτου, υπεύθυνη βιβλιοθήκης δήμου Διονύσου παρουσιάζοντας το βιβλίο και συνεχίζει:
«Σε κάθε μονόλογο της συλλογής λοιπόν ξεδιπλώνεται σύντομα ένας καινούργιος κόσμος, μια διαφορετική κατάσταση, σε όλα όμως ενυπάρχει ένα καμουφλαρισμένο αγκαθάκι που ξύνει κάποια κρυμμένη πληγή του αφηγητή. Κάτι θαμμένο ή ξεχασμένο στην «καταπακτή», όπως γράφει η συγγραφέας μας, της ψυχής τους. Το προφίλ κάθε αφηγητή κάθε διηγήματος είναι διαφορετικό, έχει άλλη ηλικία, ζει σε άλλο περιβάλλον, έχει άλλο μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο, αλλά με σχεδόν μαγικό τρόπο όλοι αφορούν όλους μας, αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας ή τον περίγυρό μας μέσα από τις διηγήσεις τους. Είναι ξεκάθαρο πως ο στόχος της συγγραφέως δεν είναι απλά να διηγηθεί ιστορίες ανθρώπων που έχουν κάποιο ενδιαφέρον ή για να μας διασκεδάσει με αυτές, αλλά για να μας φέρει σε επαφή με τα απωθημένα μας -εμάς των αναγνωστών- τις ελλείψεις μας και τις παραβλέψεις μας. Από αυτήν την άποψη, θα έλεγα πως η συλλογή αποτελεί, εκτός από λογοτεχνικό έργο, εγχειρίδιο αυτοβελτίωσης. Μέσα από την κάθε ιστορία μας δίνεται η αφορμή να κοιτάξουμε μέσα μας και ίσως -μακάρι θα πω εγώ, καταλάβουμε τι τελικά έχει αξία και τι πρέπει να διορθώσουμε όσο είναι ακόμη καιρός.
Ο τελευταίος μονόλογος λέγεται, όχι και πάλι τυχαία θεωρώ, «Φινάλε». Όπως η τελευταία σκηνή μιας παράστασης, μιας ταινίας, μιας ζωής. Θεατρικά γραμμένοι άλλωστε οι μονόλογοι, η έξοδος, «το φινάλε», πρέπει να αφήσει την τελευταία εντύπωση. Λέει λοιπόν η αφηγήτρια του μονολόγου: «Σκηνή-σκηνή πλάθεται το θεατρικό έργο, σκηνή-σκηνή κεντιέται κι ο καμβάς που αποτυπώνει τις αφανείς, βιωματικές μας ιστορίες. Ταυτόσημες, αλλά τόσο διαφορετικές συγχρόνως! Λένε πως ο κόσμος μοιάζει με θέατρο, εγώ διαφωνώ. Το σανίδι είναι ζόρικο πράγμα, μια διαρκής έκθεση χωρίς τίποτα να μπορεί να κρυφτεί, να διαφύγει. Πού ν’ αντέξει ο άνθρωπος μια τέτοια κατάσταση ολόκληρη ζωή! Ευτυχώς για μας, λειτουργούμε κινηματογραφικά, και διασωζόμαστε χάρη στην ευεργετική διαδικασία του μοντάζ. Όπως στο σινεμά ξεφορτώνονται δεκάδες μέτρα φιλμ, έτσι κι εμείς ξαλαφρώνουμε από τα βάρη που κουβαλάμε, διαγράφοντας, ανασκευάζοντας, χρωματίζοντας, παραχαράσσοντας την πραγματικότητα όταν δεν την αντέχουμε, κι ανακουφισμένοι, καταφέρνουμε να συνεχίζουμε….».
Σημειώνουμε ότι τα προηγούμενα έργα της Νούλης Τσαγκαράκη είναι οι συλλογές διηγημάτων «Ένας από μας» και «Της φωτιάς και της ελπίδας».
