Τον περασμένο Ιούνιο, ο μαΐστορας Γιάννης Μαμάης, υπεύθυνος των εκδόσεων Gutenberg, με αφορμή την έκθεση «Κολοφώνες: η μνήμη της τελευταίας σελίδας» στο Ιδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, μας είχε παραχωρήσει μια συνέντευξη όπου μας εξηγούσε πώς ένα βιβλίο μπορεί να είναι έργο τέχνης («Ο επίμονος… βιβλιοπλάστης», «Εφ.Συν.» 1-2 Ιουνίου 2024), αφού, «Τυπογραφία είναι το μάτι: αυτό που δεν “πικραίνει” το μάτι είναι εύστοχο και λειτουργικό. Και τούτο ισχύει στο σύνολο, από το εξώφυλλο ώς τον κολοφώνα».
Η έκθεση αυτή μετουσιώθηκε σε βιβλίο-κόσμημα, γραμμένο σε πολυτονικό πλουμιστό σύστημα, που κυκλοφορεί ήδη από τις εκδόσεις Gutenberg, με προλόγισμα του Α. Κ. Χριστοδούλου και επίμετρο του Θανάση Τριαρίδη. Ευτυχής συγκυρία: τέχνη, γνώση και αισθητική.
«Ο κολοφώνας έχει μακρά ιστορία, που πάει πίσω ώς τα μέσα του 15ου αιώνα. […] Παρά τη βραχύτητά του, θα μπορούσαμε να τον παρομοιάσουμε με τον ληξίαρχο ή ακόμα με τον βιογράφο του βιβλίου», διαβάζουμε, αφού παρουσιάζει τα στοιχεία του «έργου τέχνης» που λέγεται βιβλίο. «Οι κολοφώνες σηματοδοτούσαν το τέλος μιας εργώδους διαδικασίας, καθώς και το αποκορύφωμά της».

To βιβλίο του Γιάννη Μαμάη, ο οποίος υπηρετεί την τέχνη της τυπογραφίας εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς εκπτώσεις, περιλαμβάνει κολοφώνες από ορισμένα βιβλία των εκδόσεων Gutenberg και αφιερώνεται στα 60 χρόνια από την ίδρυσή τους. Χωρίζεται σε τρία μέρη, «Τυπογραφική έκφραση», «Εικαστική αλληλεπίδραση», «Δυναμικός διάλογος», και το καθένα από αυτά αφιερώνεται σε συγγενείς και πολύτιμους συνεργάτες, εν ζωή ή μη.
Στο «Προλόγισμά» του, ο Α. Κ. Χριστοδούλου μιλάει για «την αγωνία του Γιάννη Μαμάη, ενός τελευταίου αρχιμάστορα της καλαίσθητης τυπογραφίας, όχι μόνο να διασώσει τον πολυπρόσωπο μόχθο [των συντελεστών] στους κολοφώνες των βιβλίων που επιμελήθηκε καλλιτεχνικά, αλλά κυρίως να μεταβάλει αυτές τις ψυχρές επιτύμβιες επιγραφές της λησμονιάς σε εικαστικά φιλοτεχνήματα» και καταθέτει την πίστη του ότι υπάρχουν ακόμη «άνθρωποι που έχουν παραμείνει λάτρεις, αφοσιωμένοι εραστές του παλιού κομψού βιβλίου».
Ο Θανάσης Τριαρίδης, στο Επίμετρο, λέει πως «το βιβλίο είναι η μνημείωση και προέκταση του ανθρώπινου μυαλού, ο τρόπος να αναμετρηθεί με τη φθαρτή του φύση, η παλλόμενη ιερότητα της πνευματικής αποτύπωσης της ανθρώπινης πορείας». Θεωρεί «αληθινά κρίμα (και παράλειψη θεμελιακή) που τα ελληνικά πανεπιστημιακά τμήματα των Σχολών Καλών Τεχνών και ιστορίας της Τέχνης ούτε διδάσκουν την τυπογραφική τέχνη ούτε έχουν καταρτίσει μια καταστατική ιστορία της ελληνικής τυπογραφίας». «Ο Γιάννης Μαμάης είναι ένας ογκόλιθος της τυπογραφίας […] που πήρε τη σκυτάλη από τους παλιούς τυπογράφους της μονοτυπίας, […] [αλλά], και αυτό του το χρωστούμε ως χάρη, δεν φοβήθηκε τον υπολογιστή· τον αγάπησε, καθώς είδε ότι μπορούμε να εξελίξουμε την τυπογραφική τέχνη αξιοποιώντας τις απεριόριστες δυνατότητές του αλλά και μπολιάζοντάς του την παράδοση των αιώνων της τυπογραφίας. […] Θαυμάζει την παράδοση του Κανόνα μα γυρεύει να εντάξει στον κόρφο της την υπονόμευσή του», συμπληρώνει.

Πρόθεση του Γιάννη Μαμάη είναι το βιβλίο του «να λειτουργήσει ως ακτίνα που θα φωτίσει κάπως τα σκοτεινά βιβλιοπαρασκευαστικά σχεδιαστήρια της εποχής μας. Γιατί η αισθητική είναι ήθος».
♦ Πληροφοριες: Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2024, Αμφιθέατρο Ινστιτούτου Goethe (Ομήρου 14-16, Αθήνα). Ομιλητές: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του ΕΚΠΑ, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών· Νίκος Ξυδάκης, δημοσιογράφος, πρώην υπουργός· Δημήτρης Βανέλλης, βιβλιοθηκονόμος ΑΣΚΤ – συγγραφέας. Τη συζήτηση θα συντονίσει η δημοσιογράφος Ματίνα Καλτάκη.
