ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Νικολαϊδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη ζωή μας, ανάμεσα στην ευτυχία και τη δυστυχία παρεμβάλλονται διαστήματα σκιάς, όπως η νύχτα και η μέρα στις χώρες δίχως λυκόφως. Αυτά τα διαστήματα προσπάθησα ν’ ανακαλύψω όταν συνάντησα τη μεγαλύτερη φιλόσοφο του περασμένου αιώνα, Μαργαρίτα Γιουρσενάρ. Εξελέγη πρώτη γυναίκα μέλος της ανδροκρατούμενης Ακαδημίας της Γαλλίας. Γνωστή από τα βιβλία «Απομνημονεύματα του Αδριανού», «Αβυσσος», «Γύρος της φυλακής» και πολλά άλλα.

Μια συνάντηση που τη χρωστάω στην εκδότρια και μεταφράστριά της, Ιωάννα Χατζηνικολή, με τις ευλογίες βέβαια της Μελίνας Μερκούρη, που ως υπουργός Πολιτισμού κάλεσε τη διακεκριμένη γυναίκα των γραμμάτων για να την τιμήσει, το 1983. Εργαζόμουν τότε στο «Εθνος» όπου η συνέντευξη μαζί της θεωρήθηκε μεγάλη επιτυχία.

Το περιεχόμενο της συνέντευξης εκδόθηκε σ’ ένα βιβλιαράκι από τα Ελληνικά Γράμματα, με τίτλο «Μια ευλαβική ανάμνηση». Συμφώνησα με την Ι. Χατζηνικολή –με την οποία η συγγραφέας είχε αναπτύξει και σχέση φιλίας– ότι η πρώτη θα εγκρίνει το περιεχόμενο του βιβλίου κι ότι δεν θα συμπεριλάβω πολύ προσωπικά της θέματα γιατί ήθελε να προστατεύσει το όνομά της.

Και οι δύο συνομιλούν, σήμερα, σε άλλους κόσμους. Πέρασαν σαράντα χρόνια από εκείνη τη συνάντηση και εκατόν είκοσι χρόνια από τη γέννηση της Μ. Γιουρσενάρ. Σκέφτηκα να ξεθάψω από το αρχείο μου μερικές ανέκδοτες σκέψεις της από τις συνομιλίες μας και να σας τις παρουσιάσω μαζί με κάποια αποσπάσματα από το περιεχόμενο του βιβλίου που έχει εκδοθεί.

Οταν τη ρώτησα τι είναι αυτό που αγαπάει περισσότερο από τον χώρο της τέχνης, μου είπε ότι λατρεύει τον πίνακα του Μονέ όπου μια γυναίκα έχει χαθεί μέσα στις παπαρούνες. Εδινε βαρύτητα σε τρεις λέξεις: «Μη με λησμόνει». Αγάπησε τα ταξίδια της στην Ελλάδα και μερικούς ανθρώπους όπως τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που της είχε χαρίσει πολλούς ελληνικούς δίσκους και δεν ξεχνούσε τις βόλτες τους στην Πλάκα, όταν κάτω από την Ακρόπολη καθόταν στα καφενεδάκια για να κουβεντιάσουν.

Σε ερώτησή μου αν υπήρχε κάποια επιθυμία της που δεν είχε εκπληρωθεί, μου απάντησε ότι επιθυμούσε να υιοθετήσει ένα παιδί. Αλλά, ήταν τόσο αφοσιωμένη στο έργο της και τόσο φορτωμένη από υποχρεώσεις η ζωή της, που δεν τα κατάφερε. Μου είπε ότι η ζωή ενός ανθρώπου είναι η εικόνα του. «Αν έπρεπε να γράψω για την ίδια την ύπαρξή μου, θα την ξανάπλαθα απ’ έξω κοπιαστικά, σαν ζωή κάποιου άλλου. Θα ‘πρεπε να καταφύγω σε γράμματα, σε αναμνήσεις τρίτων, για να καθορίσω αυτές τις αβέβαιες μνήμες. Δεν είναι παρά σωριασμένα τείχη, παραπετάσματα σκιάς».

Ενα φορτίο που κουβάλησε μέσα της για πάντα ήταν η ορφάνια από μάνα, η οποία πέθανε μία μέρα μετά τη γέννησή της από επιλόχειο πυρετό και το μόνο που είδε απ’ αυτήν ήταν μια φωτογραφία στα 35 της χρόνια. Με τον πατέρα της, Μισέλ, ταξίδευε συχνά, τη φρόντιζε πολύ και τη βοήθησε στην επιμόρφωσή της, παίρνοντας εσωτερικές δασκάλες-καθηγήτριες, χωρίς να φοιτήσει ποτέ σε σχολείο.

Η επιτυχία του βιβλίου «Τα απομνημονεύματα του Αδριανού» την έκανε διάσημη. Ηταν μια έρευνα που σημάδεψε τη ζωή της. Ενώ έψαχνε κρυμμένα σ’ ένα μπαούλο σημειώσεις, γράμματα, όπως είπε η ίδια «νεκρά χαρτιά, νεκρές σκέψεις, νεκρά πρόσωπα», έφτασε στα χειρόγραφά της για το βιβλίο του Αδριανού –περίπου στα 20 χρόνια της– και άρχισε να γράφει.

Στη συζήτησή μας, παρατήρησα ότι το έργο της εμπνέεται από τη φιλία. Αυτό αποδεικνύεται και από τη σχέση της με την Γκρέις Φρικ. Σχολίασε: «Αν σας λέει κάτι ότι στις 12 Γενάρη του 1929 πέθανε ο πατέρας μου, στις 12 Γενάρη γεννιέται η Γκρέις, στις 12 Φλεβάρη συνάντησα την Γκρέις στο ξενοδοχείο που γνωριστήκαμε και από τότε ζούμε μαζί. Οταν επιχειρώ να προσδιορίσω αυτό το αγαθό που μου έχει δοθεί από τόσα χρόνια, λέω πως ένα τέτοιο προνόμιο, όσο κι αν είναι σπάνιο, δεν μπορεί να είναι παρ’ όλα αυτά μοναδικό. Οτι πρέπει να υπάρχει καμιά φορά, κρυμμένο κάπου στην περιπέτεια ενός βιβλίου, που πήγε καλά, ή μέσα στη ζωή ενός συγγραφέα κάποιος που δεν επιτρέπει να περάσει η άστοχη ή η αδύνατη φράση που θέλουμε να κρατήσουμε από κούραση.

Κάποιος που, αν χρειαστεί, θα ξαναδιαβάσει μαζί μας 20 φορές μια σελίδα για την οποία δεν νιώθουμε βέβαιοι. Κάποιος που θα πάρει για μας από το ράφι της βιβλιοθήκης τους χοντρούς τόμους, στους οποίους θα μπορούσαμε να βρούμε κάποια ένδειξη, και που επιμένει να τους συμβουλεύεται ακόμα, όταν η κόπωση θα μας είχε κάνει να τους κλείσουμε προ πολλού. Κάποιος που μας στηρίζει, κάποιος που να εγκρίνει, που καμιά φορά μάς μάχεται. Κάποιος που μοιράζεται μαζί μας με ίση φλόγα τις χαρές της τέχνης και τις χαρές της ζωής, τα πότε πληκτικά και πότε εύκολα έργα της. Κάποιος που δεν είναι ο ίσκιος μας ούτε η ανταύγειά μας, ούτε καν το συμπλήρωμά μας, αλλά εκείνος ο ίδιος. Κάποιος που μας αφήνει θεϊκά ελεύθερους κι όμως μας υποχρεώνει να είμαστε ολοκληρωμένα αυτό που είμαστε».

Η γνώμη της για τη φιλία, όπως αναφέρεται και στο βιβλίο μου: Κάθε αληθινή φιλία είναι ένα απόκτημα διαρκές. Η φιλία, όπως και ο έρωτας, απαιτεί τόση τέχνη όσο μια πετυχημένη φιγούρα χορού. Χρειάζεται πολλή άνεση και μεγάλος συγκρατημός. Ανταλλαγές λόγων. Μεγάλη σιωπή. Και προπαντός σεβασμός. Το συναίσθημα της ελευθερίας του άλλου. Της αξιοπρέπειάς του. Την παραδοχή. Θυμάμαι πάντα το κοριτσάκι στο βιβλίο του Μοντερλάν που δεν έχει δώσει όνομα στη γάτα του. «Και πώς τη φωνάζεις;», τη ρωτούν. «Δεν τη φωνάζω, έρχεται όποτε θέλει». Ετσι είναι οι φίλοι. Συχνά έρχονται από τύχη.

Μια σκέψη της αφιερωμένη στην Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας ήταν: «Γιατί να ερωτεύονται οι γυναίκες εκείνους ακριβώς τους άντρες που δεν είναι προορισμένοι γι’ αυτές, μην αφήνοντάς τους έτσι άλλη εκλογή από το να πάνε ενάντια στη φύση τους ή να τις μισήσουν;»