Γιατί επανέρχομαι στην ομότιτλη εργασία του Τίτου Πατρίκιου («Μανδραγόρας», τχ. 3, Απρ.-Ιούν. 1994, 24-26, με κατακλείδα: «Ελπίζω κάποτε τα γραφτά του να συγκεντρωθούν και να εκδοθούν…»); Μόλις πρόσφατα ο Γιώργος Ανδρειωμένος, στις εκδόσεις «Κίχλη», ξαναφέρνει στην επικαιρότητα, σε δύο τόμους, τα Δημοσιευμένα Εργα του Κώστα Κουλουφάκου (1924-1994). Ετσι λοιπόν θα μείνουμε εδώ στις «κοινές τύχες», έχοντας μπροστά μας ξανά τα οικεία κείμενα (να υπομνήσω και τη φωτογραφία, στον δεύτερο τόμο, σ. 1028, κατά την οποία είμαι μαζί τους σε ημερίδα του Παν/μίου Ιωαννίνων για τον Τ. Λειβαδίτη, 17.9.1989;).
Στο Υπόμνημα που κατέθεσε τον Απρίλιο του 1964 ο Κώστας Κουλουφάκος (με τη συμβολή του Τίτου Πατρίκιου) στην Επιτροπή Διαφώτισης της ΕΔΑ, με αντικείμενο την «Επιθεώρηση Τέχνης» και την παρουσία της Αριστεράς στον «πνευματικό χώρο», ενυπάρχουν ορισμένες επισημάνσεις που αφορούν και τη στάση του Τάσου Λειβαδίτη κατά την περίοδο της «αποσταλινοποίησης».
Ιδρυτικό μέλος του περιοδικού και μέλος της συντακτικής του επιτροπής ο ποιητής ώς τη «στιγμή που οι αποκαλύψεις του 20ού Συνεδρίου (για τις οποίες δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένος) τού δημιούργησαν έναν ισχυρότατο κλονισμό στις ώς τότε αντιλήψεις του για την πνευματική στάση του συγγραφέα». Ετσι, «αισθανόμενος την ανάγκη ν’ αυτοσυγκεντρωθεί, άρχισε να προσέρχεται όλο και πιο αραιά στις συντακτικές και στο τέλος διέρρευσε».
Δηλαδή βρέθηκε σε αντίθετη θέση, τουλάχιστον, με τον Κουλουφάκο και τον Πατρίκιο, τους οποίους το 20ό Συνέδριο τους βρήκε «έτοιμους», ήδη από τις εσωκομματικές διαφοροποιήσεις στο στρατόπεδο του Αη Στράτη, χωρίς να προκαλέσει «συγχύσεις», «απογοητεύσεις» και «αναταραχή», αλλά «εγκαρδιώνοντάς» τους όσον αφορά την αντιμετώπιση των δυσκολιών που είχε η έκδοση και η διακίνηση ενός τέτοιου περιοδικού, το οποίο ήδη «απείχε αρκετά από το πνεύμα της σταλινικής εκτροπής» και έκανε πράξη το «αίτημα επιστροφής στο ουμανιστικό πνεύμα της κοσμοθεωρίας μας» (Κουλουφάκος 1964: 50, 53, 54-55 και 52, 68· βλ. τώρα: τ.Α΄, 1253 – 1286).
Μετά τον θάνατο του Στάλιν η «Αυγή» παρακολουθεί με έκτυπη αμηχανία τόσο την αιφνιδιαστική διαγραφή του Μπέρια ως «εχθρού του Κόμματος, του κράτους και του σοβιετικού Λαού» (11.7.1953) όσο κυρίως τα βήματα του ΚΚΣΕ (όπως είχε μετονομασθεί στο 19ο Συνέδριό του) για την εξάλειψη των επιπτώσεων της «προσωπολατρίας» και τη «συνεπή» εφαρμογή της αρχής του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού», κατά τη διατύπωση της Ολομέλειας της Κεντρικής του Επιτροπής, που συνήλθε στο τέλος Ιουλίου του 1953 με την πρόθεση να αναζωογονήσει τη «μαρξιστική-λενινιστική θεωρία».
Ο προϊδεασμός αυτός των επερχόμενων μεταβολών της εσωτερικής (με την αναγνώριση της αυτόβουλης δραστηριότητας των εργαζομένων στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας) και της εξωτερικής πολιτικής (με την αποδοχή της «ειρηνικής συνύπαρξης» και της δυνατότητας για την ειρηνική μετάβαση στον σοσιαλισμό, χωρίς να απαιτείται η «εξαγωγή» της επανάστασης) έδωσε την ευκαιρία για μια αυτοκριτική στάση στους κόλπους του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, και μάλιστα με τη μορφή οξύτατων αντεγκλήσεων στις ομάδες των εξόριστων ή εκτοπισμένων μελών του μετά την αποπομπή της ζαχαριαδικής ηγεσίας. Οπως έγραψε ο Κουλουφάκος (1964: 52), για λογαριασμό του και για τον Πατρίκιο, όποιος «ήξερε να διαβάζει τα ντοκουμέντα του κινήματος» διέκρινε τα «ελπιδοφόρα μηνύματα της καινούργιας εποχής», ήδη από το 19ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ.
Εγκαιρα γνωστοποιούνται τόσο η σοβιετική ερμηνεία των αιτίων του φαινομένου της «προσωπολατρίας» όσο και η συναφής συνέντευξη του Togliatti, που υπογράμμιζε τις πτυχές «εκφυλισμού» και το εύρος των «γραφειοκρατικών μηχανισμών» στη σταλινική ΕΣΣΔ, σε ενιαίο τομίδιο που κυκλοφορούν οι (φιλοκομματικές) εκδόσεις «Μόρφωση».
Προς την ίδια κατεύθυνση, εκτός από τη συνέντευξη του Togliatti, που εντάσσεται σε μια αύξουσα γνωριμία των αναγνωστών της «Αυγής» με την πολιτική που ασκεί το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, κινείται με περισσότερη άνεση η «Επιθεώρηση Τέχνης», αρχικά με μεταφράσεις ιταλικών κειμένων (στα οποία απορρίπτονται, για παράδειγμα, τα «κληρικόφρονα» σοσιαλιστικά κράτη, από τον Βιστούλα ώς τον Ειρηνικό, ως «πρότυπο» για τις χώρες-«κοιτίδες του αστικού πολιτισμού») και στη συνέχεια με εργασίες Ελλήνων ετερόδοξων κομμουνιστών (που δεν έχουν ψευδαισθήσεις για τα όρια του «αντισταλινισμού» και επιμένουν στον «γραφειοκρατικό εκφυλισμό» της Ρωσικής Επανάστασης).
Η χιονοστιβάδα των επανεκτιμήσεων συμπαρασύρει τις αντιστάσεις που ενδημούσαν στους διανοουμένους της κομμουνιστικής Αριστεράς, όταν αναξέονται ώς τη ρίζα οι παραδεδομένες ιδεολογικές βεβαιότητες που συνήθως λειτουργούσαν ως προληπτικός αυτοέλεγχος στην αβίαστη εκδίπλωση της σκέψης τους (Νούτσος 1994: 70-71). Οπως σημείωνε αργότερα ο Αναγνωστάκης, το «σοκ» του 20ού Συνεδρίου δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τον εσωτερικό «κλεφτοπόλεμο» και για «ουσιαστικότερες ρήξεις» (1984: 51). Δρώντας ο Πατρίκιος και ο Κουλουφάκος στον παράνομο μηχανισμό του Κομμουνιστικού Κόμματος (έως το 1958 – βλ. Νούτσος 1994: 290), δεν αρθρογραφούν στην «Αυγή», για να μη δημιουργήσουν «προβλήματα» στη συνέχιση της κυκλοφορίας της.
Σε μετάφραση Πατρίκιου (ο Κουλουφάκος μεταφράζει, από τα γερμανικά, το μέρος που αφορά τον Ντοστογιέφσκι και συμβάλλει στην αντιβολή γερμανικής και αγγλικής έκδοσης· τώρα: τ.Α΄, 565-582) δημοσιεύονται το 1957 οι «Μελέτες για τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό» του Lukács, δηλαδή έναν χρόνο μετά τη συμμετοχή του Ούγγρου φιλοσόφου στην κυβέρνηση της χώρας του που σχηματίστηκε κατά την εξέγερση εναντίον των Σοβιετικών.
Το ίδιο το κείμενο (1948· ο ποιητής το προμηθεύτηκε κατά το 1955 από τον Λάμπρο Σκλαβούνο – βλ. και Νούτσος 1993: 223-224, 662-663 και 1994: 359), στο οποίο προτάσσεται σημείωμα του Roy Pascal από την αγγλική έκδοση, συνιστά μια διεισδυτική ανάλυση χαρακτηριστικών έργων των Balzac, Stendhal, Zolà, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι και Γκόρκι. Η χρονική όμως συγκυρία της εμφάνισής του στην ελληνική προφανώς καθορίζει το όλο εγχείρημα (βλ. Καραλή 2005: 142). Βέβαια, η γνωριμία της εγχώριας αριστερής σκέψης με το έργο του Lukács είναι αρκετά πρώιμη, όταν μόλις το 1925 (λανθασμένα γράφεται ότι το πρώτο του κείμενο «απαντά μόλις το 1956»· Μπακογιάννης 2004: 121) μεταφράζεται το: «Λένιν, ο μόνος ισάξιος του Μαρξ θεωρητικός», και συνάμα οριοθετημένη ως αποκλίνουσα, λόγω της «στροφής προς τα πίσω» και ειδικότερα της χεγκελιανίζουσας άρνησης της «διαλεκτικής στη φύση» (Ντεμπόριν 1927: 39). Βλ. κυρίως: «Κοινωνία, πολιτική στράτευση και ποίηση. Για τον Τίτο Πατρίκιο», Αθήνα, «Σαββάλας» 2006, 15-16, 31-33, 37.
* Ομ. καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
