Θωμάς Ψήμμας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το βιβλίο «Ταξίδι στο κράτος: Κυριαρχία, δίκαιο, δικαιώματα» του Δημήτρη Χριστόπουλου (Καθηγητή Πολιτειολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, Κοσμήτορα της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Πάντειου Πανεπιστημίου), το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις, εστιάζει στη διεπιστημονική προσέγγιση των ποικίλων (θεσμικών, αξιακών, πολιτικών, κοινωνικών κ.λπ.) συνεχειών και μετασχηματισμών του νεωτερικού κράτους.

Σε αντίθεση με ποικίλες πολύπλοκες πραγματείες γύρω από την κρατοκεντρική υφή του εξουσιαστικού φαινομένου, ο Δ. Χριστόπουλος εκφράζει με κατηγορηματικό τρόπο την πρόθεσή του για κατανόηση των κρίσιμων εννοιών από την ευρύτερη κοινωνία, αφιερώνοντας το πόνημά του στις φοιτήτριες και τους φοιτητές του στο πανεπιστήμιο. Το Κράτος, άλλωστε, (ανα)παράγεται μέσα από τις συμβιωτικές και ανταγωνιστικές διεργασίες του καθημερινού μας βίου κατά μόνας και από κοινού. Όπως τονίζει ο συγγραφέας ήδη από τον πρόλογο, «η ιστορία της ζωής μας είναι η ιστορία των κοινοτήτων μας. Έχει, όμως, καθοριστική σημασία να διαλέγουμε εμείς τη δοσολογία ταυτοτήτων και χωριστών ανήκειν που μας ταιριάζει» (σελ. 20).

Αφετηριακή θέση του Δ. Χριστόπουλου, με ξεκάθαρη επιρροή από τον «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλι, είναι η διττή φύση του κυριάρχου-Κενταύρου, η οποία ασκείται, αφενός, με τα χαρακτηριστικά θηρίου (πότε λιονταριού και πότε αλεπούς, ήτοι διά της βίας και της εξαπάτησης) και, αφετέρου, με ανθρώπινη μορφή προτάσσοντας την έλλογη συναίνεση ως νομιμοποιητική βάση της πολιτικής εξουσίας.

Πέραν του Μακιαβέλι, θεωρητικά σημεία αναφοράς του συγγραφέα είναι ο Αριστοτέλης, ο Μαρξ και ο Σπινόζα. Από την αριστοτελική πρακτική φιλοσοφία και την αντίστροφη διαλεκτική του πατέρα του ιστορικού υλισμού αντλεί την καθοριστική επίδραση των υλικών συνθηκών (υποδομή) στη διαμόρφωση των ιδεών περί του θεσμικού πλαισίου οργάνωσης της πολιτικής κοινότητας (εποικοδόμημα). Ασφαλώς, ο Δ. Χριστόπουλος αναγνωρίζει ότι υφίσταται μια καταστατική διαφορά ανάμεσα στην αρχαία πόλη-κράτος και στα μοντέρνα έθνη-κράτη, και τούτη έγκειται στη δυνατότητα ύπαρξης αυτόνομης δράσης του προσώπου (με τη μορφή δικαιωμάτων-«ατού») και εκτός των πολιτειακών στεγανών. Στη συνέχεια, από την «Πολιτική Πραγματεία» του Σπινόζα υιοθετεί τον δυναμικό, πληθυντικό τρόπο κτήσης της ιδιότητας του πολίτη και, εν συνεχεία, της σφυρηλάτησης ενός κοινού πολιτικού δεσμού.

Το πρώτο βήμα για την ανάδυση του νεωτερικού κράτους είναι η συντέλεση μιας βαθμιαίας διαδικασίας εκκοσμίκευσης, η οποία ορίζεται ως «η διαδικασία της βαθμιαίας απαξίωσης της εκκλησιαστικής εξουσίας, της συρρίκνωσης και μετάθεσης των κρίσιμων πολιτικών επιδίκων από το μεταφυσικό στο πολιτικό πεδίο του ανθρώπου» (σελ. 66).

Το δεύτερο βήμα έγκειται στην εμφάνιση του απολυταρχικού κράτους ως μεταβατικής πολιτειακής κατάστασης ανάμεσα στα θεοκρατικά, φεουδαρχικά καθεστώτα του Μεσαίωνα και στις εθνικά-κρατικά οργανωμένες πολιτικές κοινότητες από την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση και πέρα. Πάντα συνεπής στην απλή πλην ακριβόλογη περιγραφή των εννοιών, ο συγγραφέας προβαίνει σε μια ενδιαφέρουσα διάκριση μεταξύ της απολυταρχίας ως –χρονικά οριοθετημένης- μεταβατικής πολιτειακής συνθήκης και του ολοκληρωτισμού και αυταρχισμού ως –διαχρονικών- πολιτικά εφαρμοσμένων εκδοχών κατάλυσης ή αλλοίωσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας αντίστοιχα.

Το τρίτο βήμα σχετίζεται με την θεσμική, υλική και πολιτισμική εμπέδωση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, όπου το κεφαλαίο συνιστά όχι μόνο ένα χρηματικά αποτιμητό μοντέλο ιδιοκτησίας του εαυτού, αλλά μια κοινωνική σχέση μεταξύ των κεφαλαιοκρατών και των μισθωτών εργαζόμενων.

Το τέταρτο και πιο καθοριστικό βήμα για το πέρασμα στο σύγχρονο -φιλελεύθερο και δημοκρατικό- κράτος δικαίου είναι η συνδυαστική, ανθρωποκεντρική και πολιτοκεντρική, θεμελίωση των δικαιωμάτων. Ο συγγραφέας καταρχήν αρνείται, ως βολονταριστική ουτοπία, την πίστη σε μια δήθεν φυσική κι αναπαλλοτρίωτη εκπόρευση των δικαιωμάτων από την ιδιότητα του ανθρώπου και μόνο, θεωρώντας ευλόγως πως η κατοχύρωσή τους προϋποθέτει κοινωνικοπολιτικές διεκδικήσεις αφορώσες στη διεύρυνση και εμβάθυνση του πεδίου της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας. Όπως, πάντως, επισημαίνει, υπερασπιζόμενος έτσι το μικτό θεμέλιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη, από τη στιγμή της θέσμισής τους και ύστερα, «αυτό είναι το ωραίο και κρίσιμο με τα δικαιώματα: τα έχουν όλοι. Τα έχουν οι άνθρωποι επειδή είναι τέτοιοι» (σελ. 418).

Αναφορικά με τον χαρακτήρα του νεωτερικού κράτους, πιστεύει ότι τούτο κινείται ταυτόχρονα σε δύο βάρκες, λειτουργώντας άλλοτε ως «φορέας χειραφέτησης» και άλλοτε ως «κοιτίδα της βίας» (σελ. 91). Το κράτος, σε αντίθεση με τις μυστικιστικές-οργανιστικές θεωρήσεις του που στην πιο ακραία εκδοχή τους οδηγούν στον φυλετισμό-βιολογισμό, δεν είναι ένας απρόσωπος Θεός που επιφορτίζεται με την ανεύρεση ενός δήθεν αμετάβλητου προαιώνιου πνεύματος για το καλό των υπηκόων, αλλά ένα συλλογικό δημιούργημα του λαού ως αυτοδημιούργητου φορέα της κυριαρχίας, η θεσμική αποκρυστάλλωση του «we, the people». Με τη διατύπωση του ίδιου του συγγραφέα, «ο πολίτης είναι ο ιδεατός τύπος συνάντησης του κράτους με τον ιδιώτη» (σελ. 114).

Η απάντηση στο πρωταρχικό ερώτημα γύρω από την κυριαρχία, δηλαδή «ποιος είναι, στην εκάστοτε χωροχρονική συνθήκη, ο λαός;» οδηγεί τον Δ. Χριστόπουλο σε μια πολυσέλιδη καταγραφή διεισδυτικών σκέψεων σχετικά με το κατεξοχήν πεδίο των επιστημονικών και πολιτικών ενδιαφερόντων του: το δίκαιο της ιθαγένειας και την ανανοηματοδότηση του έθνους ως μιας ενοποιητικής, κατεξοχήν πολιτικής ιδέας, η οποία παίρνει σάρκα και οστά μέσα από τον διαρκή αναστοχασμό του αυτοθεσμιζόμενου λαού. Διαφοροποιούμενος ριζικά από τις ουσιοκρατικές, βασισμένες στην προγονική καταγωγή, θεωρήσεις του έθνους, ο συγγραφέας το ορίζει ως «κοινότητα αλληλεγγύης που σφυρηλατείται μέσω της πεποίθησης ότι η φυσική της στέγη είναι το κράτος» (σελ. 129), ως την «κοινή ιδεολογία του ανήκειν» (σελ. 225).

Υπό αυτό το πρίσμα, η ένταξη των μεταναστών διά της ισότιμης αναγνώρισής τους ως συμπαικτών στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή μιας γεωγραφικά προσδιορισμένης επικράτειας εκλαμβάνεται όχι μόνο ως δικαίωμα του μεμονωμένου ατόμου που πληροί τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για κτήση ιθαγένειας ή νόμιμης άδειας διαμονής, αλλά, πάνω απ’ όλα, ως ένα αναγκαίο βήμα προς την κατεύθυνση μιας πιο περιεκτικής δημοκρατίας. Η αναγνώριση είναι, λοιπόν, η λέξη-κλειδί για τη συμπερίληψη της ετερότητας. Μέσω αυτής επιδιώκεται η αρμονική συμπόρευση των ποικίλων ταυτοτήτων που αποτελούν ζωτικής σημασίας αγαθά κατά τον αυτοπροσδιορισμό του προσώπου στην ιδιωτική και δημόσια σφαίρα με τον ανεπιφύλακτο σεβασμό ορισμένων θεμελιωδών αρχών, οι οποίες συνέχουν τον έννομο βίο της res publica.

Η άσκηση κυριαρχίας από τα όργανα του κράτους σε καμία περίπτωση δεν εκλαμβάνεται ως ένας ακαταγώνιστος και απεριόριστος μηχανισμός για τη διασφάλιση, ακόμα και με τη χρήση εξαιρετικών, αποφασιοκρατικών μέσων, κάποιων δήθεν προϋφιστάμενων ύπατων σκοπών της Πολιτείας. Αντιθέτως, η κυριαρχία ερμηνεύεται ως ένα «δι-ατομικό καθολικό ιδεώδες» (σελ. 262), μέσα από το οποίο αναδεικνύεται η συνθετότητα των σχέσεων μεταξύ προσώπων και κρατικών οργάνων, μεταξύ διαπροσωπικών, πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων που οικοδομούν από κοινού το μοντέρνο κράτος των αρμοδιοτήτων, της «εξημερωμένης κυριαρχίας» (σελ. 297). Παραθέτοντας αυτούσια τα λόγια του συγγραφέα, «το κράτος είναι κάτι σύνθετο. Σε αυτό υπάγονται, σε αυτό καταλήγουν και σε αυτό λογοδοτούν όλες οι επιμέρους σχέσεις εξουσίας που συγκροτούνται μεταξύ των ανθρώπων σε μια κοινότητα» (σελ. 288-289).

Σε επίπεδο εφαρμοσμένης θεσμικής αρχιτεκτονικής, το κράτος δικαίου αποτελεί την τελειότερη μορφή κρατικής οργάνωσης, καθώς διανθίζει τον αυτοπεριορισμό των δημοκρατικά νομιμοποιημένων κρατικών οργάνων από νόμους που τα ίδια θεσπίζουν στο όνομα και για λογαριασμό του κυρίαρχου λαού με ουσιαστικές ηθικοπολιτικές αρχές που (οφείλουν να) διέπουν κάθε στοιχειωδώς δίκαιη και εύτακτη κρατικά οργανωμένη πολιτικής κοινότητα. Όπως διατυπώνει, άλλωστε, με αφοπλιστικά λακωνικό και διαυγή τρόπο ο Benjamin, «αν η δικαιοσύνη είναι το κριτήριο των σκοπών, τότε η νομιμότητα είναι το κριτήριο των μέσων» (Walter Benjamin, Για μια κριτική της βίας, μτφρ. Λ. Μαρσιανού, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα).

Η σύζευξη της διαδικαστικής και της ουσιαστικής νομιμοποίησης του κράτους συνέχεται άρρηκτα με την επί ίσοις όροις προστασία των δικαιωμάτων εκάστου διά των γενικών και αφηρημένων ρυθμίσεων της έννομης τάξης. Ο Δ. Χριστόπουλος επιχειρεί να συγκεράσει τις τρεις θεωρίες νομιμοποίησης των κανόνων δικαίου (νομικός θετικισμός, νομικός ρεαλισμός, νομικός ιδεαλισμός). Από τη μια πλευρά, στέκεται στα προτερήματα της καθεμιάς θεωρίας («Η συγκυρία της σταθερότητας είναι η απόλαυση του θετικιστή. Η στιγμή της αλλαγής με βάση ένα υπόδειγμα δικαιοσύνης εναντίον του κείμενου δικαίου είναι η μεγάλη στιγμή του ιδεαλιστή. Τέλος, η στιγμή όπου το δίκαιο θα πρέπει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα για να μη φαντάζει απλώς ένα απομεινάρι μιας ημέρας του παρελθόντος είναι η στιγμή του ρεαλιστή», σελ. 326). Από την άλλη πλευρά, επισημαίνει τον κίνδυνο «παραφθοράς του θετικισμού σε φορμαλισμό, του ρεαλισμού σε κυνισμού και του ιδεαλισμού σε αφέλεια» (σελ. 327 επ.).

Με σχηματικό τρόπο, ένα κράτος δικαίου μπορεί να χαρακτηριστεί φιλελεύθερο: α) όταν οι κανόνες δικαίου ρυθμίζουν μονάχα την εξωτερική συμπεριφορά των προσώπων αδιαφορώντας, από άποψη έννομων συνεπειών, για τα παραγωγικά αίτια της βούλησης του ανθρώπινου πράττειν, β) όταν διακρίνονται, έστω και με διαρκώς επαναπροσδιορίσιμα όρια, οι σφαίρες του ιδιωτικού και του δημόσιου βίου, και γ) όταν τηρούνται οι υποχρεώσεις που υπέχει το έθνος-κράτος απέναντι στη διεθνή κοινότητα, με την Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να συνιστά τη θετικιστική μετεξέλιξη του «φυσικού» δικαίου της ανθρώπινης συνθήκης.

Στην τελευταία ενότητα, ο συγγραφέας καταπιάνεται με το Σύνταγμα, τον υπέρτατο νόμο του Κράτους, «το δίκαιο της πολιτικής» (σελ. 349). Στο συνταγματικό κείμενο συνυπάρχουν, ως απόρροια της αρχικά συντακτικής και, από τη θεσμοθέτησή του και πέρα, της συντεταγμένης βούλησης του λαού- ενιαίου πολιτικού σώματος αυτεξούσιων προσώπων, η τεχνική της εξουσίας με την τεχνική της ελευθερίας (βλ. χαρακτηριστικά, Αριστόβουλος Μάνεσης, Το Συνταγματικόν Δίκαιον ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας).

Με τα λόγια του Δ. Χριστόπουλου, «το πρωταρχικό περιεχόμενο της συνταγματικής ύλης είναι αυτή καθαυτή η κρατική εξουσία. Η κρατική εξουσία όμως όχι απλώς ως μηχανισμός καταναγκασμού, αλλά ως ουσιώδης όρος συμβίωσης, ως ιστός της πολιτικής κοινωνίας. Σε αυτή την ύλη υπάγεται κάθε θεμελιώδης αρχή που διέπει τον κοινό τόπο των αξιών της κοινωνικής συμβίωσης. Όχι το πώς είναι στην πραγματικότητα μια κοινωνία, αλλά το πώς το Σύνταγμα φαντάζεται ότι θα ήθελε, ιδεωδώς, να είναι η κοινωνία αυτή» (σελ. 353).

Με βάση τον παραπάνω ερμηνευτικό οδοδείκτη, ο ανθρωπότυπος του Συντάγματος είναι το υποκείμενο δικαιωμάτων στην παραπληρωματικότητα τους, δηλαδή ο άνθρωπος ως άτομο, πολίτης και μέλος του κοινωνικού συνόλου. Η εγγυητική λειτουργία που επιτελεί ο καταστατικός χάρτης της Πολιτείας εδράζεται στη συνισταμένη δύναμη του δημοκρατικού αυτοπροσδιορισμού του λαού (πολιτικό στοιχείο), του πολιτικού φιλελευθερισμού (ηθικό-αξιακό στοιχείο) και της υπέρτερης τυπικής ισχύος των διατάξεων (νομικό στοιχείο). Εξάλλου, ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος δεν σκοπεύει σε μια φορμαλιστική διατήρηση του status quo, αλλά λειτουργεί ως η θεσμική διαμεσολάβηση μιας «από τα κάτω» προσδοκίας, ως ο ώριμος ενθουσιασμός που επέφερε μια επαναστατική κατάσταση ριζικής πολιτειακής μεταβολής με το αίμα του κυρίαρχου λαού και την υπογραφή των αντιπροσώπων του.

Συμπερασματικά, το βιβλίο προτάσσει μια διαλεκτική θεώρηση του κρατικού φαινομένου, διαρθρωμένη κυρίως μέσα από τα δίπολα «χειραφέτηση και εξαναγκασμός», «ασφάλεια και αβεβαιότητα», «συντήρηση και μετασχηματισμός». Εισφέρει -αντικειμενικά προσδιορισμένες μεν, υποκειμενικά χρωματισμένες δε- οδηγίες χρήσης για την επίκαιρη αξιοποίηση των κλασικών εννοιών της νεωτερικότητας (κράτος, κυριαρχία, δίκαιο, δικαιώματα) στο ασταθές περιβάλλον της ύστερης νεωτερικότητας, ήτοι όχι σε ένα αφηρημένο βασίλειο ιδεατών αξιών αλλά στην καθημερινή πολιτική διαπάλη μεταξύ πραγματικών ανθρώπων με ιδέες και συμφέροντα, με ορθολογισμό και πάθη, με όνειρα και προκαταλήψεις.

Η γοητευτική γραφή του Δ. Χριστόπουλου βοηθά στο να γίνεται εύληπτη η συνεχής αλλαγή οπτικής γωνίας από το περιγραφικό στο δεοντικό και αντιστρόφως. Αυτή ακριβώς η αλλαγή θέασης είναι που καταδεικνύει τον διεπιστημονικό (νομικό, πολιτικό, φιλοσοφικό, κοινωνιολογικό) χαρακτήρα του βιβλίου και, συνάμα, υπηρετεί την κεντρική ιδέα του έργου ότι το κράτος είναι ένας θεσμικά αποκρυσταλλωμένος συσχετισμός κοινωνικών δυνάμεων που εξελίσσεται ατελώς στον παρόντα χρόνο με βάση ιδεατές αναπαραστάσεις του ανθρώπινου σκέπτεσθαι και πράττειν.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η αχανής έκταση του υπό πραγμάτευση αντικειμένου υπονομεύει εντέλει τη συνεκτικότητα του φιλόδοξου εγχειρήματος, καθώς χρειάζονται επιπρόσθετες επεξηγήσεις για την ομαλότερη δυνατή πλοήγηση στον μαγικό και, συνάμα, σκληρό κόσμο του κράτους, ιδίως όσον αφορά στην αλληλουχία ανάμεσα στο κράτος και το δίκαιο, στην κυριαρχία και τα δικαιώματα, στην πολιτική πρακτική και τη συνταγματική θέσμιση. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το «Ταξίδι στο κράτος» του Δ. Χριστόπουλου είναι ένα -υπό διαρκή διαβούλευση και ανακατεύθυνση- χρονικό για «τα βάσανα του κράτους, της κυριαρχίας, του δικαίου και των δικαιωμάτων μας. Τα βάσανα των πραγματικών ανθρώπων δηλαδή» (σελ. 450).

*Διδάκτορας Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ