Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια πολύ σημαντική μελέτη του Σπύρου Ποταμιά για τον Λούκατς κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Τιτλοφορείται Οικονομία και Κοινωνία. Ο μαρξισμός του νεαρού Λούκατς ως κριτική του καπιταλισμού, αποτελώντας, όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» (σελ. 23), μια παραπέρα επεξεργασμένη και διευρυμένη εκδοχή της διδακτορικής διατριβής του συγγραφέα, η οποία εκπονήθηκε στα 2014-20 στο Πάντειο.

Ο Σπύρος Ποταμιάς έχει ήδη δημοσιεύσει άρθρα για τον Λούκατς σε διάφορα περιοδικά και συλλογικούς τόμους τα οποία διακρίνονται για τη σοβαρότητα και τη γνώση τους του αντικειμένου. Το βιβλίο του, ωστόσο, υπερτερεί σε βάθος και διεξοδικότητα, αποτελώντας μια ολοκληρωμένη και συνεκτική πραγμάτευση της μετάβασης του Λούκατς στο μαρξισμό. Στο επίκεντρό του βρίσκεται η συζήτηση του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, από τη δημοσίευση του οποίου συμπληρώνονται 100 χρόνια το 2023. Εξετάζεται όμως και η διαμόρφωση της σκέψης του Λούκατς στην αστική του περίοδο, κυρίως αναφορικά με εκείνες τις πλευρές της που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μετάβασή του στον Μαρξ.

Ο σκοπός του συγγραφέα δεν είναι μόνο να παρουσιάσει τις κομβικές λουκατσιανές προβληματικές, αλλά και να τις αποσαφηνίσει και προωθήσει, δείχνοντας ταυτόχρονα τη γονιμότητά τους στην κριτική των σύγχρονων αναπτύξεων του καπιταλισμού, οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών. Η προσέγγισή του, μακριά από το να είναι αξιολογικά ουδέτερη ή φιλολογική, εντάσσεται σε ένα μαρξιστικό πλαίσιο. Η αναφορά στον Λούκατς αποτελεί, όπως τονίζεται στην Εισαγωγή, μέρος της ευρύτερης αναγκαίας επιστροφής στον Μαρξ και τους επιφανείς μαρξιστές, ώστε να απαντηθούν τα σύγχρονα διακυβεύματα της ιδεολογικής διαπάλης, πρώτα απ’ όλα δε να καταπολεμηθεί η ηγεμονία του μεταμοντερνισμού και να αποκαθαρθεί ο μαρξισμός από τις αντηχήσεις της στο εσωτερικό του (σελ. 22-23). Αυτή η θεωρητική δέσμευση όχι μόνο δεν εμποδίζει αλλά συνεισφέρει στην επιστημονική αξιοπιστία του εγχειρήματος του Ποταμιά.

Το βιβλίο χωρίζεται σε 4 μέρη. Στο 1ο Μέρος συζητείται η πολιτική και διανοητική ατμόσφαιρα της περιόδου μετάβασης του Λούκατς στο μαρξισμό, όταν έγραφε τα δοκίμια του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση. Στο 2ο Μέρος αναλύονται οι προμαρξιστικές διανοητικές επιρροές του Λούκατς, οι οποίες εκφράζονται σε μια πορεία που εκκινώντας από τους Ζίμελ και Βέμπερ καταλήγει μέσω του Χέγκελ στον Μαρξ. Το 3ο Μέρος, «Εμπόρευμα και ταξική συνείδηση», αφιερώνεται στον πυρήνα του έργου, συζητώντας τις κεντρικές κατηγορίες που ορίζουν το στίγμα της σκέψης του Λούκατς (πραγμοποίηση/αλλοτρίωση, αμεσότητα, μεσολάβηση, ολότητα), καθώς και τη στη βάση τους οικοδόμηση των αντιλήψεών του για την ταξική συνείδηση και το κόμμα. Και στο 4ο Μέρος γίνεται μια αποτίμηση της σημασίας της λουκατσιανής προβληματικής για τη διερεύνηση των εξελίξεων στον όψιμο καπιταλισμό των ημερών μας. Καθώς δεν είναι δυνατό να αναφερθούμε στο σύνολο των ζητημάτων που θέτει το βιβλίο, θα αρκεστούμε να συνοψίσουμε το επιχείρημα, σταχυολογώντας μερικά ενδιαφέροντα σημεία, που τράβηξαν την προσοχή μας.

Στο επίκεντρο του 1ου Μέρους βρίσκεται ο μαρξισμός και ευρύτερα ο διανοητικός κόσμος της Β΄ Διεθνούς, με τον οποίο αναμετρήθηκαν ο Λούκατς και οι άλλοι επαναστάτες μαρξιστές μετά την επονείδιστη χρεοκοπία της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν και ηγετικοί μαρξιστές όπως ο Κάουτσκι και ο Πλεχάνοφ συντάχτηκαν με τον αστικό σοβινισμό. Οι συνεπείς μαρξιστές της εποχής αντιλήφθηκαν ότι η παταγώδης αποτυχία της Διεθνούς στην πιο κρίσιμη ιστορική στιγμή δεν οφειλόταν μόνο σε μια πολιτική αστοχία ή διάβρωση λόγω του οπορτουνισμού, αλλά αυτή η διάβρωση είχε επηρεάσει βαθιά τα θεμέλια του μαρξισμού της. Στην ουσία επρόκειτο για έναν επιγονικό μαρξισμό που κάτω από το γράμμα της διδασκαλίας των Μαρξ και Ένγκελς σκέπαζε θεμελιώδεις διαστρεβλώσεις των θεωρητικών της βάσεων στην κατεύθυνση ενός οικονομικού αυτοματισμού της εξέλιξης και μιας υποστηρικτικής θετικιστικής παραχάραξης της διαλεκτικής μεθόδου. Ο Λούκατς, αν και τότε περνούσε στο μαρξισμό, ήταν ένας από εκείνους που διέγνωσαν με οξύνοια αυτή την κατάσταση. Ωστόσο, λόγω της ανεπάρκειας ακόμη των μαρξιστικών βάσεών του κινήθηκε αρχικά προς ένα ρομαντικό αντικαπιταλισμό με μεσσιανικά γνωρίσματα.

Οι μαρξιστές της εποχής, ιδιαίτερα ο Λένιν και η Λούξεμπουργκ, είχαν κριτικάρει τις πολιτικές κυρίως πλευρές αυτής της εξαλλαγής, όπως ο εκχυδαϊσμός της μαρξιστικής διδασκαλίας για το κράτος, η υποκατάσταση της επαναστατικής με μια ρεφορμιστική-κοινοβουλευτική τακτική, κοκ, χωρίς όμως να πάνε πολύ παραπέρα. Οι κοσμοθεωρητικές και μεθοδολογικές πλάνες των κύριων μαρξιστών της Β΄ Διεθνούς έχουν συζητηθεί έκτοτε στη μαρξιστική φιλολογία και ο Ποταμιάς προβαίνει σε μια χρήσιμη σύνοψή τους. Στην περίπτωση του Κάουτσκι, ηγετικής αυθεντίας της διεθνούς, μια ουσιαστική απόρριψη της διαλεκτικής συμβάδιζε με τη μετεγγραφή στο θεωρητικό σώμα του μαρξισμού εννοιών των φυσικών επιστημών όπως η δαρβινική επιλογή και έναν επιστημονισμό στο πλαίσιο του οποίου δεν υπήρχε θέση για τις ιδεολογικές διαστάσεις. Στον Μπερνστάιν αυτές οι τάσεις πήραν πολύ πιο σαφή έκφραση, οδηγώντας σε έναν ανοικτό και συνειδητό μεταρρυθμισμό, ενώ άλλοι όπως ο Β. Άντλερ, προέκριναν μια διονυσιακού τύπου, βουλησιαρχική θεμελίωση της επανάστασης. Οι τάσεις αυτές απηχούσαν τελικά εξελίξεις στο εσωτερικό της αστικής ιδεολογίας με την άνοδο αρχικά του νεοκαντιανισμού και στη συνέχεια των ανορθολογικών ρευμάτων (για τα παραπάνω βλέπε σελ. 52-64, 36 κ.ε., 46, κ.λπ.).

Από την άλλη μεριά, σημαντικές ωθήσεις στη διαμόρφωση του Λούκατς ως μαρξιστή δίνουν τα μεγάλα γεγονότα της εποχής, πρώτα και κύρια η Οκτωβριανή Επανάσταση και σε συνέχεια οι ήττες της επανάστασης στη Γερμανία και την Ουγγαρία, όπου η σοβιετική κυβέρνηση, στην οποία ο Λούκατς συμμετείχε ως κομισάριος εκπαίδευσης και πολιτισμού θα καταρρεύσει, μετά από τη μη λύση του αγροτικού ζητήματος, σε λίγους μήνες (σελ. 68-76). Οι τελευταίες εξελίξεις μεσοπρόθεσμα θα ενδυναμώσουν το ρεαλιστικό προσανατολισμό του Λούκατς, βοηθώντας τον να απορρίψει τη μεσσιανικού τύπου προσμονή της παγκόσμιας επανάστασης, περίπου ως μιας εγκόσμιας εκδοχής της χριστιανικής Δευτέρας Παρουσίας με το προλεταριάτο στο ρόλο του λυτρωτή-Μεσσία.

Στις αρχές αυτής της πορείας –στη συζήτηση της οποίας αφιερώνεται το 2ο Μέρος– στις παραμονές και τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Λούκατς παρουσιάζεται σαν ένας ανορθόδοξος αστός διανοούμενος με μια ποικιλία από ετερόκλητες επιρροές. Περιλαμβάνουν νεοκαντιανά στοιχεία, το ρομαντικό αντικαπιταλισμό, έναν ισχυρό αντιθετικισμό και μια εσχατολογική-ουτοπική οπτική ενός μέλλοντος πέρα από τον καπιταλισμό. Από τον Ζίμελ ιδιαίτερα, δείχνει ο Ποταμιάς, αντλεί τις βασικές έννοιες της πραγμοποίησης/αλλοτρίωσης και μια ευρύτερη κριτική της σύγχρονης κουλτούρας (σελ. 98 κ.ε.). Η επαφή με τον κύκλο του Βέμπερ πριν και στη διάρκεια του πολέμου τον ωθεί σε μια ανάλογη κατεύθυνση, κυρίως μέσα από την οικειοποίηση των εννοιών του της υπολογισιμότητας και του εξορθολογισμού (σελ. 132 κ.ε. – αυτές οι έννοιες συμπυκνώνουν βέβαια την αστική οπτική του Βέμπερ αλλά ο Λούκατς αντιστρέφει την προβληματική).

Η στροφή του Λούκατς στον Χέγκελ είναι ένα σημείο καμπής, που θεμελιώνει το πέρασμά του στο μαρξισμό, μέσω της επανεύρεσης της διαλεκτικής μεθόδου. Από τον Χέγκελ, επιχειρηματολογεί ο Ποταμιάς, ο Λούκατς παραλαμβάνει κυρίως την έννοια της ολότητας και της αλληλοσύνδεσης του όλου με τα μέρη, καθώς και την κριτική της αλλοτρίωσης. Αυτά τα χεγκελιανά θέματα δεν υπόκεινται μόνο της μετάβασής του στον Μαρξ αλλά και της κριτικής του στο μαρξισμό της Β΄ Διεθνούς:

«Ο Λούκατς… καθιστά την εγελιανή διαλεκτική μέθοδο ένα από τα κεντρικά θέματα πραγμάτευσης του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, θεωρώντας ότι η προσπάθεια των θεωρητικών ηγετών της Β΄ Διεθνούς υποβάθμισης ή ακόμα και απόκρυψης της σημασίας της αποτέλεσε προϋπόθεση αλλά και όριο για τη συνθηκολόγηση (1914) και την ήττα (1923) του εργατικού κινήματος στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης… Ο Λούκατς θεωρεί την κατηγορία της συγκεκριμένης ολότητας ως τη βασική μεθοδολογική επιρροή του Χέγκελ στον Μαρξ, αλλά και ως τον πυρήνα της μαρξιστικής διαλεκτικής ή, αλλιώς, προσλαμβάνει την εγελιανή κατηγορία της ολότητας ως το καταλληλότερο μέσο, ως την πιο επαρκή μέθοδο συνολικής, συστηματικής και συνεκτικής γνώσης της κοινωνικής πραγματικότητας… Η κατηγορία της ολότητας παρέχει τη δυνατότητα στον Λούκατς να αντιμετωπίσει τα ιστορικο-κοινωνικά επιμέρους γεγονότα όχι ως ανεξάρτητα μεταξύ τους συμβάντα εντελώς αυτοαναφορικά και ασύνδετα μεταξύ τους, αλλά ως αλληλοϋποστηρίζομενα και συνάμα, αντιτιθέμενα, μέρη μιας ενιαίας ιστορικής διαδικασίας, εντός και μέσω της οποίας αυτά δύνανται να γνωσθούν αληθινά» (σελ. 157, 171-172).

Χρήσιμη και διαφωτιστική σε αυτό το 2ο Μέρος είναι και η ανακατασκευή από τον συγγραφέα της προβληματικής του Μαρξ για την αποξένωση και των στοιχείων της που παραλαμβάνει ο Λούκατς. Αυτό το ζήτημα εμπλέκεται και με τη χεγκελιανή διαλεκτική κυρίου-δούλου στην οποία για πρώτη φορά αναγνωρίζεται στην ιδεαλιστική φιλοσοφία με τη μέγιστη δυνατή στο πλαίσιό της πληρότητα (αναπτύσσοντας και τις αντίστοιχες τάσεις του Φίχτε) η πρωταρχικότητα της πράξης. «Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ κυρίου και δούλου ως προς τη δυνατότητα γνώσης του πράγματος και αυτοσυνειδητοποίησής του έγκειται στην πρακτική μετασχηματιστική εμπλοκή του δεύτερου με το πράγμα» (σελ. 176). Απελευθερώνοντας αυτή τη μυστικοποιημένη ακόμη αναγνώριση του Χέγκελ από το ιδεαλιστικό πλαίσιο, ο νεαρός Μαρξ θα αναδείξει την εργασία ως τον πυρήνα και το μοντέλο κάθε αποτελεσματικής ανθρώπινης πράξης, καθώς και το ρόλο της κεφαλαιοκρατικής σχέσης ως ενεργού φορέα της ανάπτυξης και διαφοροποίησής της, με όλες τις συνεπαγόμενες αντιστροφές· και φετιχισμούς που θα ξαναπιάσει και θα εμβαθύνει στην Οντολογία του ο Λούκατς. Αναδεικνύοντας τις αντίστοιχες τάσεις στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, ο Ποταμιάς, ωστόσο, δεν επισημαίνει επαρκώς τα σημεία όπου ο νεαρός Λούκατς υπολείπεται του Μαρξ.

Μέσα από αυτή τη διαδρομή επιχειρείται παραπέρα στο 3ο Μέρος μια ανασύσταση της κεντρικής προβληματικής του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, όπως εκτίθεται στο δοκίμιο «Η πραγμοποίηση και η συνείδηση του προλεταριάτου». Οι βασικές έννοιες του Λούκατς είναι, βέβαια, οικείες στο ειδικό κοινό, δεν βλάπτει όμως να δώσουμε εδώ μια σύνοψή τους.

Η πραγμοποίηση αναφέρεται στο γεγονός ότι η καπιταλιστική σχέση τείνει να αντιστρέφει και να στατικοποιεί τις κοινωνικές σχέσεις και την κατανόησή μας γι’ αυτές, εμφανίζοντας αυτό που στην πραγματικότητα είναι δυναμικές και εξελισσόμενες αλληλεπιδράσεις μεταξύ ανθρώπων και τάξεων ως παγιωμένες φυσικές πραγματικότητας. Ο μαρξικός φετιχισμός του εμπορεύματος και οι έννοιες της αποξενωμένης/αλλοτριωμένης εργασίας, ο κατακερματισμός της εργασίας και ευρύτερα της ανθρώπινης ύπαρξης με μια διαρκώς αυξανόμενη ένταση και διεξοδικότητα στηριγμένη στις τεχνολογικές καινοτομίες του καπιταλισμού αποτελούν πτυχές αυτής της διαδικασίας. Η αστική συνείδηση, αναγκαία έκφραση της θέσης της αστικής τάξης στην κοινωνική διαδικασία, τείνει να περιορίζεται σε αυτές τις άμεσες και στρεβλές αντανακλάσεις, αποδεχόμενη έτσι τον καπιταλισμό ως μια αιώνια πραγματικότητα. Ακόμη και η διαλεκτική αστική φιλοσοφία, όπως κορυφώθηκε στον Χέγκελ, παρά τις προόδους της, αποτυχαίνει να διαρρήξει αυτό το στατικό πλαίσιο· μη όντας ικανή να αρνηθεί την αστική οπτική της απλά το υπονομεύει διατηρώντας το ως τελικό αξεπέραστο όριο. Μόνο η ταξική συνείδηση του προλεταριάτου ανοίγει, για πρώτη φορά, τη δυνατότητα –μια δυνατότητα που πραγματώνεται στο μαρξισμό– μιας αυθεντικής σύλληψης της πραγματικότητας ως εξελισσόμενης ολότητας, μέσα από την αναγνώριση των διαμεσολαβήσεων, δηλαδή των διασυνδέσεων, ανάμεσα στις επιμέρους, φαινομενικά ατομικές και ασύνδετες όψεις της. Αλλά αυτή η αναγνώριση των διαμεσολαβήσεων της ιστορικής διαδικασίας και η έμπρακτη εκπλήρωση των απαιτήσεών της διαμεσολαβείται η ίδια από μια ενδιάμεση στιγμή, που είναι το κόμμα, η μαρξιστική πρωτοπορία.

Στην υλιστική της έννοια, όπως παρουσιάζεται στον Μαρξ αλλά και τον Λούκατς, η διαμεσολάβηση αναφέρεται στις συνδετικές στιγμές κάθε αντικειμενικής διαδικασίας, οι οποίες εμφανίζονται και τροποποιούνται ιστορικά, αποκτώντας αυξανόμενη συνθετότητα και βαρύτητα καθώς η ίδια η διαδικασία διευρύνεται και περνά σε ανώτερα στάδια. Με αυτό τον τρόπο, π.χ., η άμεση ανταλλαγή των εμπορευμάτων στα πρώτα στάδια των αρχαίων κοινωνιών αντικαθίσταται από την ανταλλαγή μέσω του χρήματος. Η παραγωγή και η διανομή των εμπορευμάτων στον καπιταλισμό, όπου δεν καταναλώνονται γενικά τον τόπο παραγωγής τους, διαμεσολαβείται από την κυκλοφορία τους. Η διευρυνόμενη καπιταλιστική αναπαραγωγή διαμεσολαβείται αναγκαία, από ένα σημείο και μετά, από το τραπεζικό σύστημα. Η πολιτική συμπυκνώνει τις απαιτήσεις της οικονομικής ανάπτυξης, όχι όμως καθαρά και άμεσα αλλά με τον ενδιάμεσο ιδεολογικών στιγμών, κοκ. Οι διαμεσολαβήσεις λειτουργούν πάντα ως ενοποιητικό στοιχείο των αντιθέσεων, ρευστοποιώντας τη διαδικασία, εμποδίζοντας την απολίθωσή της σε μια στατική αντίθεση ή πολικότητα.

Ο Ποταμιάς δίνει έμφαση στο γεγονός ότι για τον Λούκατς, σε αντίθεση με τον Χέγκελ, οι διαμεσολαβήσεις αποτελούν συστατικά στοιχεία της αντικειμενικής διαδικασίας, όχι μια επινοημένη και εισαγμένη από τη διάνοια συσχέτιση:

«Η λουκατσιανή ολότητα συνιστά “πάντα ένα διαμεσολαβημένο όλο”, αφού η μετάβαση της κοινωνικής συνείδησης από την αμεσότητα στην ολότητα δεν συντελείται ποτέ άμεσα αλλά μόνο και πάντα δια των κατάλληλων διαμεσολαβήσεων· διαμεσολαβήσεων οι οποίες αποτελούν στοιχεία της ανάπτυξης και της κίνησης της καθαυτό πραγματικότητας. Οπότε η κατηγορία της διαμεσολάβησης συνιστά για τον Λούκατς –πάλι σε αντίθεση με τον Χέγκελ, ο οποίος τη συλλαμβάνει αποκλειστικά ως προϊόν του πνεύματος, ως κάτι ποιοτικά διαφορετικό από την πραγματική ιστορική διαδικασία– τόσο ένα αντικειμενικό χαρακτηριστικό της κοινωνικής ύπαρξης, καθώς η καθαυτό πραγματικότητα είναι προϊόν ατελεύτητων και ποικίλων διαμεσολαβήσεων, όσο και έναν μεθοδικό μοχλό δια του οποίου καθίσταται δυνατή η επανεύρεση των συγκροτητικών συσχετίσεων της κοινωνικής ολότητας» (σελ. 254).

Στο καταληκτικό Μέρος 4 ο συγγραφέας προβαίνει σε μια πολύτιμη συζήτηση των τάσεων του όψιμου καπιταλισμού, τόσο στην οικονομική βάση όσο και στο εποικοδόμημα, που ενισχύουν τις πραγμοποιητικές/κατακερματιστικές δυναμικές του. Μια βασική πτυχή τους, επιχειρηματολογεί, είναι το πέρασμα από την κλασική φορντιστική παραγωγή που έδινε έμφαση στον όγκο των προϊόντων (just in case παραγωγή) σε μοντέλα εστιασμένα στην εξατομικευμένη παραγωγή μέσω της κατάλληλης διαχείρισης της πληροφορίας και την κατάτμηση της επιχείρησης σε υψηλής τεχνολογίας μικρότερα τμήματα (just in time παραγωγή με υπεργολαβίες, κοκ). Αυτή η κατατμητική τάση εκφράζεται, μεταξύ άλλων, στην υποχώρηση του συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς σε αντίθεση με την ομογενοποιημένη εργατική τάξη του τεϊλορισμού η εργατική δύναμη καθίσταται εξαιρετικά ετερογενής. Η μεταμοντέρνα ιδεολογία τονίζει και θεωρητικοποιεί αυτή την ανάπτυξη της διαφοροποίησης απολυτοποιώντας, ωστόσο, τη διαφορά σε βαθμό που να εξαλείφει κάθε στοιχείο ενότητας, στην οικονομία και σε όλα τα άλλα πεδία της κοινωνικής ζωής. Ως αποτέλεσμα, η έννοια της ολότητας εξαφανίζεται και το κάθε τι εμφανίζεται ως εξατομικευμένο και χαοτικό (σελ. 325 κ.ε., 334, 351 κ.ε.).

«Το συγκαιρινό αστικό πνεύμα», γράφει ο Ποταμιάς συζητώντας τη μεταμοντέρνα ιδεολογία, «εμφανίζει στην κοινωνική συνείδηση τον σημερινό άνθρωπο σαν μια οντότητα η οποία είναι ανέφικτο να αυτοτοποθετηθεί στον κόσμο της, να τον οριοθετήσει και να τον κατανοήσει στις συνολικές του διαστάσεις, να τον συλλάβει ως ένα λογικό, ενιαίο και αντιφατικό όλον, τόσο γιατί η ενεργός πραγματικότητα συνιστά ένα ευρύτατα αποκεντρωμένο δίκτυο, έναν απείρως κατακερματισμένο παγκοσμίων διαστάσεων χώρο, όσο και γιατί ο άνθρωπος είναι και ο ίδιος πολυδιασπασμένος, είναι και ο ίδιος ένα ασυνάρτητο και ευέλικτο συνονθύλευμα αντικρουόμενων συμβάντων, επιθυμιών και ασυνείδητων δυνάμεων. Εμφανίζεται έτσι η μεταμοντέρνα σκέψη στην κοινωνική συνείδηση σαν να αντανακλά τον κατά γενική παραδοχή θρυμματισμένο, πολυδιάστατο, πλουραλιστικό και ευέλικτο κόσμο του όψιμου καπιταλισμού, τον αποκεντρωμένο κόσμο του σημερινού κεφαλαίου και τις συνέπειες που αυτός επιφέρει στον άνθρωπο και τη συνείδησή του… Η μεταμοντέρνα αστική σκέψη την καλεί [την κοινωνική συνείδηση] σε μια κατ’ αρχήν νιτσεϊκής υφής άρνηση της ύπαρξης οποιωνδήποτε βαθύτερων αληθειών κάτω από την επιφάνεια του άμεσα δοσμένου, αφού κάθε αξίωση γνωστικής υπέρβασης της άμεσης εμπειρίας… παρουσιάζεται… σαν μια πράξη κυριαρχίας του λόγου τόσο επί του πραγματικού όσο και επί του ανθρώπου» (σελ. 366-367).

Σε όλη τη μελέτη του ο Ποταμιάς δίνει έμφαση στα υλιστικά-διαλεκτικά στοιχεία του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, τα οποία εκθέτει και αναπτύσσει με συστηματικό, συνεκτικό τρόπο. Το επιχείρημά του είναι συγκροτημένο, περιεκτικό και τεκμηριωμένο, με ένα πλήθος φιλολογικών αναφορών και πλούσια βιβλιογραφία. Αξιοποιώντας το λουκατσιανό έργο, θέτει διαρκώς ενδιαφέροντα ζητήματα που κινητοποιούν τη σκέψη του αναγνώστη αλλά και του ειδικού ερευνητή. Ταυτόχρονα ασκεί εύστοχη πολεμική τόσο στα σύγχρονα αντιδραστικά αστικά ρεύματα, ιδιαίτερα στις νιτσεϊκής έμπνευσης κεντρικές κατευθύνσεις και τους εκπροσώπους τους (Ντεριντά, Ντελέζ, Μποντριγιάρ, κ.ά.) όσο και σε εκείνες τις τάσεις στο εσωτερικό και την περιφέρεια του μαρξισμού (αλτουσεριανισμός, σχολή της Φρανκφούρτης, καταστασιακοί, αυτονομισμός α λα Νέγκρι), που υπήρξαν φορείς της αστικής νόθευσής του.

Μια πιθανή ένσταση είναι ότι ο συγγραφέας περιορίζει το αντικείμενο της ερευνάς του αποκλειστικά στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση. Δεν συζητά το έργο σε σύνδεση με τη μεταγενέστερη εξέλιξη του Λούκατς, ούτε αναλύει τις ουσιαστικές διαφοροποιήσεις που επέφερε αργότερα στις απόψεις του και την κριτική που άσκησε στους ιδεαλιστικούς περιορισμούς του. Μια τέτοια προσέγγιση είναι θεμιτή και το γεγονός ότι αποφέρει αξιόλογα αποτελέσματα αναδεικνύει την αξία του πρώτου μαρξιστικού έργου του Λούκατς. Ταυτόχρονα όμως δεν παύει να εμπεριέχει ένα κίνδυνο υποτίμησης των ελλείψεων της τότε μαρξιστικής συγκρότησής του.

Το ζήτημα είναι πολυσυζητημένο και, στην αστική φιλολογία, έχει γίνει του συρμού να υποστηρίζεται ότι οι «αυτοκριτικές» του Λούκατς ήταν αποτέλεσμα του συμβιβασμού του με το σταλινισμό και δείγμα της έλλειψης αξίας του ύστερου έργου του. Αφήνοντας κατά μέρος αυτές τις κακολογίες, γεγονός παραμένει ότι ο ώριμος Λούκατς αναφέρθηκε τελείως ελεύθερα και πειστικά στους περιορισμούς της τότε οπτικής του.

Στον Πρόλογό του στα 1967 για την επανέκδοση του έργου, όπως και στη συζήτησή του με τον Ίστβαν Έρσι λίγο πριν το θάνατό του, στα 1971, ο Λούκατς προέβηκε σε μια ισορροπημένη εκτίμηση του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση. Επισήμανε τις θετικές πλευρές του, όπως η ανακίνηση μιας σειράς θεμάτων του νεαρού Μαρξ (αλλοτρίωση, κοκ). Αλλά ταυτόχρονα αναφέρθηκε στις σημαντικές αδυναμίες του, όπως η απουσία αναφοράς στη διαλεκτική της φύσης και ο ελλιπής τονισμός της ρίζας της πράξης της εργασίας, εκφρασμένος μεταξύ άλλων στην ταύτιση της αντικειμενοποίησης με την αποξένωση. Σε αυτά τα σημεία, ο νεαρός Λούκατς παρέκκλινε από τις θέσεις του Μαρξ, εισάγοντας ιδεαλιστικά στοιχεία που συνέτειναν στη δημοτικότητα του έργου στην αστική διανόηση. Έτσι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, η ίδια η ανάλυση της ταξικής συνείδησης και της επαναστατικής πράξης παρέμεινε ελλιπής, στο βαθμό που δεν φωτίζεται επαρκώς η θεμελίωσή τους στις κοινωνικοποιητικές τάσεις του ίδιου του καπιταλισμού1.

Σε όλο το έργο του από το 1844 ως το Κεφάλαιο ο Μαρξ επέμεινε σε αυτό το σημείο, τονίζοντας την πρωταρχικότητα της εργασίας (κοινωνικοποίηση της παραγωγής, προετοιμασία των υλικών όρων για το σοσιαλισμό, κοκ), την οποία διαστρέφουν αλλά δεν αναιρούν οι αλλοτριωμένοι τύποι κοινωνικής συνείδησης και πράξης. Στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, αντίθετα, η έμφαση πέφτει μονόπλευρα στη δεύτερη πλευρά. Είναι όμως σαφές ότι ο υπερτονισμός του κεφαλαιοκρατικού φετιχισμού, αν απολυτοποιηθεί σε βαθμό που να εξαλείφει από το οπτικό πεδίο τις αντίρροπες τάσεις, οδηγεί μοιραία στο να εμφανίζεται ως παντοδύναμος. Σε μια τέτοια περίπτωση η προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης τοποθετείται σε υποκειμενιστικό έδαφος, μετατρεπόμενη σε ευσεβή πόθο. Παράγεται έτσι μια ψευδο-επαναστατικότητα που εκτρέπει από την αυθεντική επαναστατική πράξη και επιχειρεί να την οδηγήσει σε αδιέξοδα, τα οποία προβάλλονται ως αναπότρεπτη ανθρώπινη μοίρα. Αυτό το δρόμο ακολουθούν τυπικά ακόμη και οι πιο «ριζοσπαστικοί» αστοί κριτικοί του αστισμού στο στιλ του Αντόρνο. Και φυσικά δεν αποτελεί παράδοξο ότι η αστική διανόηση έλκεται από μια «αντικαπιταλιστική» κριτική αυτού του είδους, καταδικασμένη εσαεί να παραμένει μια θεωρησιακή, άσφαιρη κριτική χωρίς καμιά πρακτική δέσμευση. Οι μαρξιστές αντίθετα πρέπει να αποκαλύπτουν τις αστοχίες της, τόσο στο μεθοδολογικό επίπεδο όσο και αναφορικά με τις πρακτικές συνέπειές της.

Ο Ποταμιάς δίνει έμφαση στα διαλεκτικά-υλιστικά στοιχεία στις μεθοδολογικές διατυπώσεις του Λούκατς, τα οποία επισήμανε και ο ίδιος στον «Πρόλογό» του στα 19672. Το ερώτημα που τίθεται εύλογα εδώ είναι: Αν αυτά τα στοιχεία έλαβαν μια ολοκληρωμένη διατύπωση στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, τότε πώς ο Λούκατς οδηγήθηκε την ίδια περίοδο σε αριστερίστικες, υποκειμενιστικές πολιτικές θέσεις; Η απάντηση θα βρεθεί στις παραπάνω μνημονευμένες αδυναμίες, οι οποίες επιδρούν αρνητικά στην εφαρμογή της διαλεκτικής μεθόδου στα συγκεκριμένα προβλήματα, οδηγώντας μεταξύ άλλων και σε μια υποτίμηση της σημασίας της εμπειρικής τεκμηρίωσης (οι αρνητικές κρίσεις του Λούκατς για τις φυσικές επιστήμες και η εξίσωση της οπτικής τους με τον χυδαίο αστικό υλισμό παρέχουν ένα δείγμα αυτού).

Το ότι ο Λούκατς επανέφερε στο προσκήνιο τις άρρηκτες συνδέσεις του μαρξισμού με τον Χέγκελ ήταν αναμφισβήτητα η θετική πλευρά του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση. Ο Λένιν επίσης εκπλήρωσε τη μεθοδολογική ρήξη με το μαρξισμό της Β΄ Διεθνούς μέσα από την επιστροφή στον Χέγκελ, στα Φιλοσοφικά Τετράδιά του. Αλλά αρκεί να συγκρίνει κανείς τα δυο εγχειρήματα για να αντιληφθεί τη διαφορά τους στο επίπεδο σαφήνειας αναφορικά με τις διακρίσεις ανάμεσα στην υλιστική και την ιδεαλιστική διαλεκτική.

Η έμφαση του Λούκατς στη μέθοδο στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση ήταν οπωσδήποτε ιστορικά δικαιολογημένη, δεδομένου ότι ακριβώς στον εκχυδαϊσμό της μεθόδου εντοπιζόταν η ρήξη των κύριων θεωρητικών της Β΄ Διεθνούς με το μαρξισμό. Αλλά η ζωτικότητα του μαρξισμού κρίνεται κύρια στην επιτυχή εφαρμογή της μεθόδου σε συγκεκριμένα πεδία έρευνας. Εδώ το ώριμο έργο του Λούκατς είναι πολύ πιο γόνιμο και πλούσιο σε εφαρμογές, παρέχοντας τις στέρεες βάσεις για την παραπέρα ανάπτυξη του μαρξισμού στη μελέτη του ιδεολογικού εποικοδομήματος, της εξέλιξης της αστικής φιλοσοφίας και της τέχνης, κοκ. Η ενασχόληση με τα μετέπειτα μεγάλα έργα του ανοίγει έτσι ένα ευρύτερο πεδίο θετικών εγχειρημάτων για τους μαρξιστές.

Ο Ποταμιάς, με την ιδιαίτερα αξιόλογη μελέτη του, προωθεί πολύπλευρα τη μαρξιστική συζήτηση για το πρώιμο έργο του Λούκατς, εστιασμένο γύρω από το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση. Το βιβλίο του σε μεγάλο βαθμό εξαντλεί όσα μπορεί να πει κανείς αξιοποιώντας το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση για τα σύγχρονα προβλήματα του επαναστατικού αγώνα, με την έννοια ότι εντοπίζει και συζητά επαρκώς τα πιο ουσιώδη ζητήματα. Δίνει έτσι ένα έναυσμα και ένα θετικό παράδειγμα για την επιτακτικά αναγκαία παραπέρα μαρξιστική ενασχόληση με το ώριμο έργο του Λούκατς.

1. Βλέπε π.χ., Γκ. Λούκατς, Record of a Life, Verso 1983, σελ. 77-78 και Γκ. Λούκατς, «Πρόλογος» στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1975, σελ. 24-26, 20-21, κοκ.

2. Βλέπε π.χ. «Πρόλογος του 1967», σελ. 29.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.