Βιβλιοκρισία του Ηρακλή Καραμπάτου για το δοκίμιο της Karen Davies, H ιστορία δύο ολοκαυτωμάτων, μτφρ. Γ. Καφφέζας, εκδ. Κυαναυγή, Αθήνα.
«Είμαστε σε πόλεμο με τα ζώα», είχε δηλώσει στο παρελθόν ο καθηγητής φιλοσοφίας Steven Best. Δεν είχε άδικο: οδηγούμε τα ζώα στα όριά τους, τα τυραννάμε, μας «ψυχαγωγούν» και στο τέλος τα τρώμε. Είμαστε όντως σε πόλεμο εναντίον τους. Στο δοκίμιό της με τίτλο «Η ιστορία δύο ολοκαυτωμάτων» η συγγραφέας και ακτιβίστρια Karen Davies, προσπαθεί να εντοπίσει μερικά ακανθώδη ζητήματα στο πεδίο των δικαιωμάτων των ζώων, όπως το ζήτημα της μεταφραστικής απροσδιοριστίας του πόνου τους, και να τα αποδομήσει. To εγχείρημα δεν είναι εύκολο∙ η διαλεκτική που εισηγείται τοποθετεί στη μία της άκρη το σύμβολο της βαρβαρότητας απέναντι στους ανθρώπους, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας, ενώ από την άλλη το σύμβολο της βαρβαρότητας απέναντι στα ζώα, την κρεατοβιομηχανία.
Αναντίλεκτα θετική έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι το διευρυμένο πληροφοριακό περιεχόμενο του δοκιμίου δίνει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να εξετάσει μια ολόκληρη σειρά διαφορετικών πτυχών του αντικειμένου, αφού η Davies είναι πρόθυμη να προσεγγίσει αναλυτικά μια ευρεία γκάμα ζητημάτων, από τις νευρογνωσιακές λειτουργίες των ζώων (αυτοεπίγνωση) έως και το ακανθώδες ζήτημα της σχέσης των θρησκειών και της στάσης που τηρούν απέναντι στο ζήτημα των δικαιωμάτων των ζώων: «[…]όπως λέει και ο Σοκχέτ για το δόγμα της μετεμψύχωσης, αυτό το δόγμα αντί να προωθήσει τη χορτοφαγία, “επιστρατεύτηκε” στην κατεύθυνση της κατανάλωσης σάρκας, καθώς έτσι κάνεις χάρη στο ζώο, ελευθερώνοντας την ανθρώπινη ψυχή που βρίσκεται μέσα του, ώστε να κυνηγήσει το υψηλότερο πεπρωμένο της».
Σε αυτό το χωρίο η Davis αναφέρεται στις σχέσεις του Ινδουισμού με τα ζώα και το πώς η Σαμσάρα (ο κύκλος της ζωής) λειτούργησε επιβαρυντικά απέναντι στα δεύτερα. Αυτή η σύνδεση δικαιωμάτων των ζώων/θρησκειών είναι ένα πραγματικά νευραλγικό ζήτημα και μας οδηγεί συνεκδοχικά στο να αναρωτηθούμε ποια είναι η θέση του χριστιανισμού για το ζήτημα. Πέρα από τα γνωστά σήμερα παραδείγματα των βίων του Αγίου Μοδέστου ή του Φραγκίσκου της Ασίζης, πληθώρα πατέρων υποστήριξαν ότι τα ζώα, όντας και αυτά δημιουργήματα του Θεού, πρέπει να αντιμετωπίζονται με σεβασμό. Για παράδειγμα, για τον Άγιο Διονύσιο ολόκληρος ο κόσμος μετέχει στο «Θείο Είναι» κατά χάριν.
Σε αυτό το «Θείο Είναι» μετέχουν και τα ζώα, γιατί και αυτά έχουν το δώρο της ζωής. Εδώ λοιπόν ανακύπτει το ερώτημα ποια πρέπει να είναι η στάση της θεσμικής εκκλησίας για το ζήτημα αυτό, απέναντι στο οποίο δεν έχει σταθεί μέχρι σήμερα κριτικά. Το να οδηγούμε τα ζώα στα όριά τους πριν τα σφάξουμε δεν φαίνεται να είναι σύμφωνο με την κρατούσα ερμηνεία των αγιογραφικών χωρίων της Γενέσεως, τα οποία παρουσιάζουν τον άνθρωπο ως προσεκτικό διαχειριστή του κόσμου. Στην πραγματικότητα οι πρακτικές που έχουμε υιοθετήσει για να εκτρέφουμε και να θανατώνουμε τα ζώα, όχι μόνο δεν φαίνονται συμβατές με τη χριστιανική ηθική, αλλά τουναντίον αυτό που συμβαίνει στα σφαγεία προσιδιάζει περισσότερο σε ένα σχεδόν «σατανικό» σχέδιο εξόντωσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης ότι η συγγραφέας δεν σημειώνει απλώς ότι η αίσθηση του πόνου που βιώνουν τα ζώα είναι παρόμοια με τη δική μας, αλλά ίσως να είναι ακόμη πιο έντονη. Πώς αιτιολογεί κάτι τέτοιο; Με τον εξής τρόπο: Η Davies παραπέμπει στο έργο του Mάθιου Σκάλι “Dominion”, όπου σημειώνεται ότι αν και ο πόνος των ζώων φαίνεται σε εμάς πιο αφηρημένος ή αυθαίρετος, ισχύει ακριβώς το αντίθετο, για τον λόγο ότι τα ζώα στερούνται το πλεονέκτημα των λέξεων και ως εκ τούτου αδυνατούν να νοηματοδοτήσουν αυτό που τους συμβαίνει, καθώς κάτι τέτοιο ίσως να λάμβανε παρηγορητικές διαστάσεις. Εάν τώρα δεχθούμε και τη θεωρία της ανακτησιμότητας1 (θεωρία που προσωπικά απορρίπτω), τότε τα ζώα βρίσκονται στη δυσμενή θέση να αντιλαμβάνονται ότι ο δυσβάσταχτος πόνος τους είναι μια κατάσταση χωρίς τέλος. Κάπου εδώ θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε και τα λόγια του J. Berger, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το ζώο εξετάζει τον άνθρωπο με κάθε λεπτομέρεια διά μέσου της στενής αβύσσου της μη κατανόησης. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος μπορεί να αιφνιδιάζει ένα ζώο.
Η σειρά «Περί ζώων» από τις εκδόσεις Κυαναυγή έχει να επιδείξει σπουδαίες θεωρητικές πραγματείες για το ζήτημα (βλ. C. Korsgaard, Οικεία Πλάσματα κ.ά.), όπως επίσης και σημαντικά στοχαστικά δοκίμια (βλ. J. Berger, Γιατί να κοιτάμε τα ζώα;).
Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι έχουμε να κάνουμε με ένα κορυφαίο είδος δοκιμιακού λόγου που επιχειρεί την άρση της αποταυτοποίησης του πόνου μεταξύ των ανθρώπινων και των μη ανθρώπινων ζώων. Το δοκίμιο της Davies τυγχάνει να απαντά και σε μερικά από τα δικά μου ερευνητικά ερωτήματα, που σχετίζονται με την ορατοποίηση και απόκρυψη των ζώων από τον πολιτισμό μας. Υπάρχουν χώροι που θέλουμε να τα βλέπουμε ζωντανά (τσίρκο, pet shops, ζωολογικοί κήποι κ.ά.) και τόποι που δεν θέλουμε να τα βλέπουμε ζωντανά (σφαγεία, εργαστήρια).
Ξοδεύουμε τόσα χρήματα για να ορατοποιήσουμε τα πρώτα και αντίστοιχα τόσο κόπο για να αποκρύψουμε τα δεύτερα. Θα έλεγα, εν κατακλείδι, πως το σχεδόν σκανδαλώδες συμπέρασμα – στοιχείο που αποκομίζει κανείς διαβάζοντας το δοκίμιο, είναι ότι δυστυχώς φαίνεται να υπάρχει όντως διαλεκτική και αιτιακή σχέση μεταξύ των δύο ολοκαυτωμάτων∙ το πρώτο δημιούργησε τις απαραίτητες και αναγκαίες συνθήκες για την συγκρότηση του δεύτερου, ενώ η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο εντοπίζεται στο ότι οι φούρνοι των σύγχρονων Άουσβιτς βρίσκονται στο σπίτι μας. Άλλωστε, όπως ο νομπελίστας λογοτέχνης Ισαάκ Σίνγκερ είχε γράψει στο The letter writer: «απέναντι στα ζώα, όλοι οι άνθρωποι είναι ναζί».
1. Πρόκειται για μια ιδέα που υποστηρίζει ότι τα ζώα είναι «εγκλωβισμένα» στο παρόν.
* υποψήφιος διδάκτορας αρχιτεκτονικής στο ΕΜΠ

