Hartmut Rosa, Επιτάχυνση και αλλοτρίωση: Για μια Κριτική Θεωρία της χρονικότητας στην ύστερη νεωτερικότητα, μτφρ. Μιχάλη Κούλουθρου, επιμ. Γιάννη Κτενά, εκδ. Πλήθος, Αθήνα, 2021
Το βιβλίο «Επιτάχυνση και αλλοτρίωση: Για μια Κριτική Θεωρία της χρονικότητας στην ύστερη νεωτερικότητα» κυκλοφόρησε πρόσφατα στην ελληνική γλώσσα σε ακριβόλογη μετάφραση Μιχάλη Κούλουθρου και άρτια επιμέλεια του Γιάννη Κτενά από τις εξαιρετικά καλαίσθητες και ποιοτικές νέες εκδόσεις «Πλήθος». Συγγραφέας του δοκιμίου είναι ο Γερμανός κοινωνιολόγος Hartmut Rosa, διδάσκων στο Πανεπιστήμιο της Ιένας και διευθυντής του Max Weber Kolleg στο Πανεπιστήμιο της Ερφούρτης, ο οποίος καταπιάνεται με το ζήτημα του χρόνου μέσα από την κριτική προσέγγιση των εννοιών της επιτάχυνσης και της αλλοτρίωσης και, τέλος, με μια αδρομερή σκιαγράφηση του συντονισμού ως αντίδοτου στον επιταχυνόμενο κοινωνικό ρυθμό και, συνακόλουθα, στην επιτεινόμενη αλλοτρίωση. Στο εν λόγω έργο τίθεται το φλέγον ερώτημα για τις κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας «γιατί ο χρόνος τρέχει και δεν τον φτάνουμε;», επιχειρείται ο αναστοχασμός επί αυτού και ένα σχεδίασμα –κοινωνικά εναλλακτικής- απάντησης.
Από μεθοδολογική σκοπιά, o Rosa αξιοποιεί μια ποικιλία ερεθισμάτων, όπως ενδεικτικά τα γραπτά του νεαρού Marx περί αλλοτρίωσης, την –αξιολογικά ουδέτερη- περιήγηση του Weber στις προοπτικές και τα αδιέξοδα της απομάγευσης του δυτικού κόσμου, την κριτική θεώρηση του εργαλειακού Λόγου από την πρώτη, πιο ριζοσπαστική, γενιά της Σχολής της Φρανκφούρτης (Adorno, Marcuse, Horkheimer) και την πρόταξη των δομών αναγνώρισης και επικοινωνιακού-διαλογικού ορθολογισμού από τη δεύτερη, πιο ρεφορμιστική, γενιά της Σχολής Φρανκφούρτης (Honneth, Habermas αντίστοιχα). Ο συγγραφέας, πάντως, δεν εξαντλεί τη σκέψη του στις προαναφερόμενες επιρροές του αλλά τις ενσωματώνει σε μια ιδιαίτερη κριτική προσέγγιση μιας συγκεκριμένης πτυχής του καπιταλιστικού φαντασιακού, την πρακτική της κοινωνικής επιτάχυνσης.
Η δική του κριτική θεωρία δεν εδράζεται σε κάποια δήθεν προδεδομένη επιστημονική αλήθεια που υπερίπταται της ιστορίας, αντιθέτως επιδιώκει να διαγνώσει τις ποικίλες μορφές αλληλεπίδρασης μεταξύ των αφηρημένων θεωρητικών σχημάτων και της κοινωνικής πραγματικότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, η κοινωνική επιτάχυνση δεν εκλαμβάνεται ως αναλλοίωτη «ουσία» του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διακυβέρνησης, αλλά ως «διαδικασία» με συνέχειες και ασυνέχειες, ως «πυρηνική διαδικασία του εκσυγχρονισμού» (σελ. 158).
Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η ύστερη νεωτερικότητα χαρακτηρίζεται από τον «επιταχυνόμενο μετασχηματισμό του υλικού, πνευματικού και κοινωνικού κόσμου» (σελ. 35). Τούτο ουδόλως σημαίνει ότι υιοθετείται μια μονοσήμαντη ανάλυση της επιτάχυνσης. Απεναντίας, υποστηρίζει ότι υφίσταται μια σύνθετη σχέση μεταξύ καταστάσεων που επιταχύνονται (με αποκορύφωμα την τεχνολογική καινοτομία) και άλλων που επιβραδύνονται, όπως ο χρόνος που απαιτείται για την πραγμάτωση μιας υλικής δραστηριότητας. Πάντως, ακόμα και οι υπαρκτές εστίες επιβράδυνσης υποτάσσονται στο νόμο της κοινωνικής επιτάχυνσης, εντασσόμενες στο κλειστό, αυτοαναφορικό σχήμα κοινωνικών πρακτικών και δομών επικοινωνίας που στοιχειοθετούν οι επιταχυνόμενοι ρυθμοί ζωής. Με τα λόγια του ίδιου, « …η κοινωνική επιτάχυνση παράγει νέες εμπειρίες χρόνου και χώρου, νέα μοτίβα κοινωνικής διάδρασης και νέες μορφές υποκειμενικότητας και κατά συνέπεια μετασχηματίζει τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι τοποθετούνται στον κόσμο –και τους τρόπους με τους οποίους κινούνται και προσανατολίζονται μέσα στον κόσμο» (σελ. 119).
Η μη ισοδύναμη σχέση επιτάχυνσης-επιβράδυνσης οδηγεί στο να αντιμετωπίζονται οι επιβραδυνόμενες δραστηριότητες ως αποτυχίες ή, ακόμα, και ως ψυχοπαθολογικές καταστάσεις ανεπαρκούς προσαρμογής του υποκειμένου δράσης στις αυξημένες απαιτήσεις της κοινωνίας της επιτάχυνσης. Από την άλλη, βέβαια, οι ιδεολογίες της επιβράδυνσης, βασιζόμενες στην εξιδανίκευση των προνεωτερικών ιεραρχήσεων, όχι απλώς δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως εναλλακτική λύση στην ιδεολογία της επιτάχυνσης, αλλά στη συντριπτική πλειονότητά τους είναι αντιδραστικές, λειτουργώντας υπονομευτικά για τις αξιακές κατακτήσεις της νεωτερικότητας (ελευθερία, ισότητα, αλληλεγγύη, δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα).
Όσο κι αν μοιάζει εκ πρώτης όψεως παράδοξο, η τεχνολογική εξέλιξη έχει συντελέσει στην ουσιώδη αύξηση της πίεσης χρόνου που βιώνουμε, επιδιδόμενοι σε ένα ανελέητο multitasking. Έτσι, στην κοινωνία της επιτάχυνσης οι ρυθμοί ζωής υπερβαίνουν κατά πολύ τους ραγδαίους ρυθμούς της τεχνολογικής εξέλιξης. Η ακόρεστη πείνα για εκπλήρωση ολοένα και απαιτητικότερων στόχων-προσδοκιών εξηγεί το φαινομενικά παράδοξο της νεωτερικότητας εν γένει, δηλαδή ότι «ενώ τα άτομα βιώνουν τον εαυτό τους ως εντελώς ελεύθερο, νιώθουν επίσης ότι κυριαρχεί πάνω τους μια ολοένα μεγεθυνόμενη, υπερδιογκωμένη λίστα κοινωνικών απαιτήσεων» (σελ. 179). Το εσωτερικευμένο «πρέπει» στο ανθρώπινο πράττειν και η επακόλουθη ενοχικότητα σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των (συχνά-πυκνά) υπερβατικών προσδοκιών αναπαράγει διαρκώς μια -οιονεί θεοκρατικού τύπου- ηθικολογία στα ατελή ανθρώπινα όντα.
Η προαναφερθείσα εμμονική προσήλωση σε ένα ανέφικτο «πρέπει» σχετίζεται άρρηκτα με την αναγόρευση της ανταγωνιστικότητας σε κεντρική αρχή των κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών και διαπροσωπικών μας σχέσεων, δηλαδή στο σύνολο των σφαιρών ζωής. Στο συγκείμενο της ύστερης νεωτερικότητας, επιδιδόμαστε σε ένα διαρκές κυνήγι βελτιστοποίησης των επιδόσεων όχι για να σταθούμε αντάξιοι ενός λαμπρού μέλλοντος για τον εαυτό μας και την κοινωνία, αλλά προκειμένου να μη μείνουμε ουραγοί στην εξαντλητική «κούρσα του βίου». Παράλληλα, συντηρούμε αλώβητη μια φρούδα, εκκοσμικευμένη υπόσχεση αιωνιότητας των πεπραγμένων μας, τα οποία διεκπεραιώνονται με τόσο στιγμιαίο τρόπο που δεν προλαβαίνουν καν να εκληφθούν ως παρόν.
Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ κοινωνικής επιτάχυνσης και ανταγωνιστικότητας συνεπάγεται μια κατάσταση μαινόμενης αδράνειας ή δυναμικής σταθεροποίησης, στην οποία όλα αλλάζουν με ταχύτητα φωτός μόνο και μόνο για να παραμείνουν ίδια, ενώ, έτι περαιτέρω, κυριαρχεί η αίσθηση της ματαιότητας ότι θα παραμείνουν ίδια (There Is No Alternative). Η αλλαγή γίνεται αντιληπτή ως ένα αμιγώς ατομικό ενδεχόμενο μέσα στο χάος των άπειρων εκβάσεων και δεν συμπεριλαμβάνεται σε μια συνεκτική αλυσίδα δράσεων με μακροπρόθεσμο στόχο μια προσωπική ή συλλογική ουτοπία. Όπως διατυπώνει, με παραστατικό και περιεκτικό τρόπο, ο συγγραφέας στον πρόλογο που ετοίμασε για την ελληνική έκδοση του βιβλίου, «στον σύγχρονο ποντικοτροχό, δεν τρέχουμε πια προς ένα καλύτερο μέλλον, αλλά προκειμένου να ξεφύγουμε από μια πολύ χειρότερη άβυσσο» (σελ. 17).
Οι χρονικές νόρμες στις διασυνδεδεμένες και, συνάμα, βαθιά εξατομικευμένες κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας παράγουν μια de facto κανονιστικότητα που διαπερνά ολόκληρο το πλέγμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων με τη μορφή προθεσμιών, προγραμμάτων κ.λπ. Μάλιστα, η επιτάχυνση δεν ερμηνεύεται ως κοινωνική κατασκευή, αλλά εκλαμβάνεται ως φυσικός νόμος της εξέλιξης, με αποτέλεσμα να αποκτά χαρακτηριστικά «ολοκληρωτικής κυριαρχίας» (σελ. 150 επ.). Ο Rosa θεωρεί, λοιπόν, ότι η de facto κανονιστικότητα των χρονικών ορίων αποτελεί μια από τις βασικές μεθόδους κυριάρχησης επί των πιο ευάλωτων υποκειμένων, και την ίδια στιγμή στον ηγεμονικό λόγο ο χρόνος γίνεται αντιληπτός ως φυσικό, παντελώς αποπολιτικοποιημένο μεγεθος.
Επιπλέον, η υπόρρητα ολοκληρωτική κυριαρχία του χρόνου επί της βούλησης και της δράσης των προσώπων αποκαλύπτεται μέσα από τον πλήρη αποσυγχρονισμό της εξ ορισμού χρονοβόρας δημοκρατικής πολιτικής και της ραγδαία μεταβαλλόμενης οικονομίας της αγοράς, ιδίως του χρηματοπιστωτικού σκέλους της. Η αδυναμία της πολιτικής με όρους γνήσιας δημοκρατικής διαβούλευσης-συναπόφασης όχι μόνο να ελέγξει αλλά έστω και να παρακολουθήσει την ανταγωνιστική κοινωνία της αγοράς αποσυνδέει την κοινωνική επιτάχυνση από τη νεωτερική δέσμευση-υπόσχεση της αυτονομίας, χαράσσοντας έτσι τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ «κλασικής» και «ύστερης» νεωτερικότητας.
Οι αρνητικές συναισθηματικές εμπειρίες της ύστερης νεωτερικότητας (οδύνη για τον χαμένο χρόνο και αλλοτρίωση κατά την αδιάκοπη προσπάθεια να νικήσουμε το χρόνο) υποδηλώνουν την οιονεί κανονιστική επίδραση που έχει η κοινωνική επιτάχυνση στις ανθρώπινες σχέσεις. Σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής δε, ο χαρακτηρισμός «μεταρρυθμίσεις» δεν αφορά σε δημοκρατικούς πειραματισμούς, αλλά στις «αναγκαίες προσαρμογές» σε δομικές προδιαγραφές.
Στη σκέψη του Rosa, η κοινωνική επιτάχυνση οξύνει την αλλοτρίωση του ανθρώπου, η οποία ορίζεται «σε ένα πρώτο επίπεδο ως η συνθήκη, εντός της οποίας τα υποκείμενα κυνηγούν στόχους ή ακολουθούν πρακτικές που από τη μία πλευρά δεν τους επιβάλλονται από εξωτερικούς δρώντες ή παράγοντες –υπάρχουν δηλαδή πραγματοποιήσιμες εναλλακτικές επιλογές-, αλλά τις οποίες από την άλλη δεν τις θέλουν ή δεν τις υποστηρίζουν «πράγματι» (σελ. 197). Η εν λόγω αυτόνομη ετερονομία αποαισθητηριοποιεί την εμπειρία, πολλαπλασιάζοντας τις πηγές της αλλοτρίωσης (χωροχρόνος, πράξεις, πράγματα, ο εαυτός μας και οι άλλοι). Αντιστεκόμενος, πάντως, σθεναρά σε μια μεταφυσική θεώρηση της ανθρώπινης φύσης, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η αλλοτρίωση δεν επέρχεται «σε σχέση με κάποιο αναλλοίωτο ή απαράγραπτο εσώτερο είναι μας, αλλά σε σχέση με τη δυνατότητά μας να οικειοποιούμαστε τον κόσμο» (σελ. 236).
Η διέξοδος που προτείνει, με τη μορφή ενός σχεδιάσματος κοινωνικής εναλλακτικής απέναντι στην αλλοτρίωση, είναι η καλλιέργεια του συντονισμού, ήτοι μιας «συσχετισμένης» σχέσης με τους άλλους, τα πράγματα, τη φύση και τον κοινωνικό κόσμο. Ο συντονισμός δεν τείνει προς ένα δεοντοκρατικό «τέλος της ιστορίας», απλώς ανοίγει το παράθυρο για τον μετασχηματισμό του –αλλοτριωμένου από την κοινωνική επιτάχυνση- απομονωμένου ατόμου και, συνακόλουθα, της κοινωνικής μας συνύπαρξης. Επηρεασμένος από τον υπαρξισμό του Camus, ο συγγραφέας παίρνει σαφείς αποστάσεις από την επικίνδυνη προσδοκία να διατυπώσουμε μια ολιστική θεωρία της μη αλλοτρίωσης, η οποία είναι εξαιρετικά πιθανό να επιφέρει μια νέα μορφή ολοκληρωτικής κυριαρχίας επί των ανθρώπινων αναγκών.
Εν κατακλείδι, πέρα από τον διαυγή κριτικό αναστοχασμό επί της κοινωνικής επιτάχυνσης που (ανα)παράγει νέες εστίες αλλοτρίωσης στον ήδη αλλοτριωμένο εαυτό, ο Rosa συμβάλλει στην έναρξη ενός γνήσιου διαλόγου για τη διάσωση και ανανέωση του νεωτερικού προτάγματος της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας, προκειμένου η χάραξη σχεδίων ζωής και η δημοκρατική αυτοκυβέρνηση του κοινού μας βίου να καταστεί πραγματική δυνατότητα και όχι ένα αφηρημένο ιδεώδες.
*Διδάκτορα Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ
