Το τελευταίο βιβλίο του Νίκου Γραικού λέγεται «Ερωτήματα» (εκδόσεις Συρτάρι). «Αυτά τα ερωτήματα θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας. Να σας τα χαρίσω σε ένα μικρό βιβλιαράκι, να το βάλω κρυφά στην τσέπη σας», λέει ο ίδιος. «Ισως μια μέρα να καθίσουμε στο μικρό βιεννέζικο σαλονάκι. Να μιλήσουμε. Να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλο στα μάτια. Ισως ένα δάκρυ να κυλήσει στο μάγουλο. Ισως να σκάσει ένα χαμόγελο. Ισως να παραδεχτούμε τον κοινό μας πόνο. Να βρούμε λίγη από την παραμυθία που έχουμε τόσο ανάγκη».
Ο Νίκος Γραικός είναι απόφοιτος του Τμήματος Γαλλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, ζει μόνιμα στο Παρίσι και διδάσκει την ελληνική ως ξένη γλώσσα από το 1982. Για τους αναγνώστες της «Εφ.Συν.» επέλεξε και μας παρουσιάζει ένα απόσπασμα από τα «Ερωτήματα».
Φίλη καλή είναι πια και τυπικά –αλλά κυρίως και ουσιαστικά– Ελληνογαλλίδα. Σε παρέα, εδώ στο Παρίσι, τη ρώτησαν από πού είναι. «Ελληνίδα», απάντησε αυθόρμητα. «Γαλλίδα ελληνικής καταγωγής», τη διόρθωσαν. Η Γαλλική Δημοκρατία (η περίφημη République που μας προστατεύει) σε αγκάλιασε. Αρα είσαι ελληνικής καταγωγής. Τώρα το αν η καταγωγή είναι μάλλον κάτι το μακρινό είναι μεγάλη συζήτηση. Ετσι και αλλιώς είναι κλασική η πολιτικά ορθή ερώτηση «από πού κατάγεσαι».
Στη Γαλλία πολυάριθμα κύματα μετανάστευσης συνέβαλαν σημαντικά στη διαμόρφωση της κοινωνίας. Συνήθως από την Ευρώπη και σε συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές, όπως ο Ισπανικός Εμφύλιος, για να αναφερθώ σε σχετικά πρόσφατο παράδειγμα. Το επόμενο παράδειγμα θα είναι κινέζικο: Ηδη στην παρισινή συνοικία Μπελβίλ, όπου ζούσαν οι πρόσφυγες από τη Μικρασιατική Καταστροφή, ζουν σήμερα οι περισσότεροι Κινέζοι μετανάστες. Αν δείτε τα ονόματα της Γαλλικής Ακαδημίας, θα εκπλαγείτε. Πόσοι δεν έχουν γεννηθεί στη Γαλλία!
Μια φορά, βγαίνοντας από το μάθημα, είπα κάτι στα γαλλικά στη φίλη Ελληνίδα συνάδελφο. Ηταν σχετικό με ένα τεχνικό πρόβλημα και το καταλαβαίναμε στη γλώσσα αυτή. Μας άκουσε Ελληνογαλλίδα μαθήτρια. Μας ρώτησε αν μιλάμε γαλλικά επειδή ήμασταν στον δρόμο. Αλήθεια είναι ότι παλιά σπάνια μιλούσε κάποιος σε άλλη γλώσσα σε δημόσιους χώρους. Η διαφορά αφομοίωσης και ένταξης. Στην Ελληνική Κοινότητα Παρισιού είμαστε υπέρ της ένταξης. Στις εθνικές εορτές λέγονται και οι δυο εθνικοί ύμνοι. Για αυτό ενοχλούμαι από όσους μένουν εδώ και δεν θέλουν να υιοθετήσουν τίποτα από τη χώρα στην οποία ζουν.
Εχει τύχει πολλές φορές να μιλάμε με φίλους ελληνικά στο μετρό και άλλοι επιβάτες να μας απευθύνουν τον λόγο στην ίδια γλώσσα. Πόση νοσταλγία για τη χώρα που άφησαν λόγω της οικονομικής κρίσης! Ας τους άκουγαν οι «Ελληναράδες» πώς μιλούν, κάποιες φορές με δάκρυα στα μάτια, για την Ελλάδα. Μια Σριλανκέζα με συγκίνησε τόσο πολύ! Είχαμε αγκαλιαστεί και μιλάγαμε για την Αθήνα με ενθουσιασμό. Είχαμε ζήσει τόσο σημαντικές στιγμές της ζωής μας εκεί. Εγώ μπορώ να ταξιδέψω, όποτε θέλω. Εκείνη δεν είχε τα απαιτούμενα χαρτιά και δεν θα ξαναπήγαινε. Και όμως δεν είχε κρατήσει καμία κακία για τη χώρα που τη θεωρούσε απλά λαθρομετανάστρια.
Ποιες είναι οι ρίζες μας; Πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια; Και αν η μητέρα πατρίδα μετατρέπεται κάποιες φορές σε μητριά πατρίδα, όπως είπε ο ποιητής; Ή, χειρότερα, σε «παρτίδα», σε απλό χώρο πλουτισμού και κομπίνας; Η ιδιοκτησιακή αντίληψη για μια χώρα δεν έχει σχέση με τον πατριωτισμό, έννοια και τρόπο ζωής ξεκάθαρα διαφορετικό από τον εθνικισμό. Γνωστές επίσης οι μελέτες για τον διεθνισμό των, συχνά προλετάριων, αγωνιστών και τον κοσμοπολιτισμό των κεφαλαιοκρατών. Λαός, γένος, έθνος, κράτος, συνέχεια του ελληνισμού, αφύπνιση εθνικής συνείδησης… αναντιστοιχία πολιτικών και κοινωνικών δομών, αντιστασιακός χαρακτήρας… Ολα στροβιλίζονται στο μυαλό μου σήμερα. Ημέρα περισυλλογής. Η ιστορία ως εθνική μυθολογία. Η μελέτη της ιστορίας ως προσωπική και συλλογική προσπάθεια κατανόησης και εξαγωγής διδαγμάτων. Αλλά πάντα θυμάμαι και το επίγραμμα του Σολωμού: «Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε, πάντοτ’ ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε».
Για να επανέλθω στις ρίζες: Ο δήθεν πατριώτης που έγραφε στους τοίχους των χαλασμάτων του Παλιού Χωριού στην Αλόννησο «Μην πουλάς τις ρίζες σου», κατέστρεψε την πανέμορφη πάνω πλατεία. Εχτισε, νομίζω χωρίς άδεια, ένα καφενείο και έκλεισε την πανοραμική θέα. Εγκλημα ενάντια στην ιστορική μνήμη. Οι «ντόπιοι Γερμανοί», για να χρησιμοποιήσω έκφραση που άκουσα σε ταβέρνα, που ζουν χρόνια εκεί, σεβάστηκαν και παλεύουν και τώρα ακόμα για να μην καταστραφεί το κάστρο. Δεν υπάρχουν ξένοι και γηγενείς. Μόνο δυο κατηγορίες. Αυτοί που πονάνε έναν τόπο και αυτοί που τον καταστρέφουν – και μάλιστα τις πιο πολλές φορές συνειδητά.
