Πριν από λίγο καιρό, η «Εφ.Συν.» πρόσφερε στους αναγνώστες της το δίτομο βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού «Μαγνητόφωνο 1» και «Μαγνητόφωνο 2», υπό τον γενικό τίτλο «Οταν οι Ελληνες ήταν οι μετανάστες», με αυθεντικές μαρτυρίες – συνεντεύξεις με Ελληνες μετανάστες στη Γερμανία, που ξενιτεύτηκαν προς αναζήτηση καλύτερης –οικονομικής– μοίρας.
Την εβδομάδα αυτή η εφημερίδα προσφέρει το βιβλίο «Καφενείον “Εμιγκρέκ”», που πρωτοκυκλοφόρησε στο εξωτερικό από τις εκδόσεις «8 1/2», του ίδιου συγγραφέα, τον οποίο η δικτατορία της 21ης Απριλίου βρήκε στο εξωτερικό και ξέμεινε ώς το τέλος της (όλα αυτά τα βιβλία κυκλοφόρησαν συγκεντρωμένα σε δύο τόμους, το 2012, με τον γενικό τίτλο «8 1/2» από τις εκδόσεις «Παπαζήση», απ’ όπου και η παρούσα μεταφορά του «Καφενείου “Εμιγκρέκ”»).

Σε αυτό, τον λόγο έχουν αυτοεξόριστοι-εμιγκρέδες που είχαν –ή θα είχαν– προβλήματα με τη δικτατορία, με τη δική του ο καθένας ιστορία και τον Βασιλικό να καταγράφει τις αφηγήσεις τους. Οπως έκανε στο παρελθόν και με άλλα επίκαιρα θέματα, με κορυφαίο το διεθνές μπεστ σέλερ «Ζ» – ως βιβλίο και ως ταινία από τον Κώστα Γαβρά.
Τακτικό «στέκι» των εμιγκρέδων το καφενείο «Αγιος Κλαύδιος» (γαλλιστί Saint-Claude), από το οποίο δεν έλειπαν και άλλοι αυτοεξόριστοι (Ισπανοί π.χ., που γέρασαν περιμένοντας να φύγει ο Φράνκο) με μόνιμο το ερώτημα πότε και πώς θα επιστρέψουν στην πατρίδα (κάποιοι πάντως απηυδισμένοι το διέπραξαν – «Τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι», τραγουδούσε την ίδια περίοδο ο Διονύσης Σαββόπουλος (χωρίς να είναι βέβαιο ότι εννοούσε τους αυτοεξόριστους. Ο ίδιος πάντως είχε βρεθεί για λίγο στο εξωτερικό, αφού πριν είχε «καλοπεράσει» στα χουντικά μπουντρούμια).
Ντεμπρέ και Γαβράς

Γράφει ο Γάλλος διανοούμενος Ρεζίς Ντεμπρέ (σύντροφος «εν όπλοις» του Τσε Γκιεβάρα -που γλίτωσε ως εκ θαύματος από το βολιβιανό καθεστώς- φίλος του Σαλβαδόρ Αλιέντε και σύμβουλος του Φρανσουά Μιτεράν), σε αφιέρωμα του περιοδικού «Υπόστεγο», τεύχος 7, Καβάλα, Ανοιξη ’95, στον Βασίλη Βασιλικό, με τίτλο «Μια υποδειγματική εξορία» (μετάφραση Σταυρούλας Παπασπύρου):
«“Η ιστορία”, γράφει ο Βασιλικός, “αρχίζει όταν δεν μπορείς να επιστρέψεις στην πατρίδα σου”. Δεν πρόκειται για υλική αδυναμία, λόγω έκπτωσης από τα πολιτικά δικαιώματα ή λόγω μη ανανέωσης του διαβατηρίου. Πρόκειται για μια αδυναμία εσωτερική, ηθική, σχεδόν φυσική: δεν μπορείς να επιστρέψεις γιατί σου λείπει η δύναμη […]
Οι εξόριστοι όλου του κόσμου βλέπουν στον Βασιλικό έναν οδηγό. Ο οποίος τους εκλιπαρεί να μη συνηθίσουν. Ξεγυμνώνεται μπροστά τους και τους δείχνει τις πληγές του, για να μην αποκτήσουν παρόμοιες. Ας τον κοιτάξουμε καλά: ίσως έχουμε προσβληθεί κι εμείς, οι καλοθρεμμένοι δημοκράτες, από τη δική μας αρρώστια: μια εξορία αβάσταχτη, αλλά βιωμένη γλυκά».

Και απόσπασμα από ένα ιδιότυπο πορτρέτο του Βασιλικού, στο ίδιο αφιέρωμα, από τον σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, με τίτλο «Ο Βασιλικός στο Παρίσι»: «Υπήρχε κάποτε στο Παρίσι ένας άνθρωπος μ’ ένα μαλακό ταλαιπωρημένο καπέλο.
Ο άνθρωπος ήταν ψηλός, κάπως σκυφτός και οι απλωτές χειρονομίες του είχαν τη γενναιοδωρία του μεσογειακού. Ηταν γνώριμη η φιγούρα του όταν έμπαινε στο καφέ – “Φλορ”, το “Σελέκτ”, την “Καπόλ”, ή άλλα στέκια της παρισινής διανόησης: από παντού υψώνονταν χέρια για να τον χαιρετήσουν και ένα σωρό μάτια του χαμογελούσαν με συμπάθεια. Πίσω απ’ αυτή τη φιγούρα κρυβόταν ένας άνθρωπος που ενέπνεε σεβασμό. Αίσθημα που προκύπτει από τον θαυμασμό, συνήθως […]
Αυτός ο κάπως σκυφτός άντρας, ολίγον μύωψ που κάπνιζε την πίπα, αυτός που οι Γάλλοι αποκαλούσαν Vassillis Vassillikos, τονίζοντας το “Iis” και το “kos”, που έγραφε βιβλία για την Ελλάδα και τους Ελληνες και φορούσε ένα μαλακό ταλαιπωρημένο καπέλο, είχε φύγει, είχε γυρίσει στην πατρίδα. Κι εμείς οι Ελληνες του Παρισιού, είχαμε χάσει έναν από τους θησαυρούς μας»…
Το εξώφυλλο της έκδοσης της «Εφ.Συν.» έχει φιλοτεχνήσει ο Αλέκος Φασιανός.
