Δέκα ερωτήσεις, περισσότερο αφορμές και σπινθήρες για μια συνομιλία, ανάμεσα σ’ έναν επίμονο αναγνώστη κι ένα πρόσωπο της γραφής. Σήμερα ο Πέτρος Γκολίτσης απέναντι σ’ ένα ερωτηματολόγιο που επιχειρεί να ψηλαφίσει, εντός κι εκτός αφηγηματικής επιφάνειας, διαθέσεις, εμμονές, αναγωγές.
● Γράφετε συνεχώς το ίδιο βιβλίο ή στο έργο σας εντοπίζετε τομές και ασυνέχειες;
Το έργο μου είναι ενιαίο, στο πλαίσιο βέβαια της κυρίαρχης «ασυνέχειας» και της «αποσπασματικότητας» της εποχής μας. Iσως σαν μια οροσειρά, που υπόκειται στις πιέσεις των καιρών∙ όχι μόνο τις ιστορικές αλλά και στην εξέλιξη των επιστημών και του φιλοσοφικού στοχασμού –και της σκέψης– εν γένει. Στον βαθμό που τα παρακολουθώ αυτά βεβαίως, με την καλλιτεχνική και την επιστημονική μου ιδιότητα, και με την προσοχή πάντοτε στραμμένη στη λογοτεχνική τους μεταφορά ή και την μεταστοιχείωσή τους.
● Εκτός από τη λογοτεχνία, τι άλλο καθορίζει και φωτίζει το έργο σας;
Ηδη αναφέρθηκα στον στοχασμό και στην επιστήμη. Να προσθέσω τις πλαστικές τέχνες και ιδίως τη γλυπτική. O,τι ευγενέστερο, συμπαγές και σύνθετο έχουμε κατορθώσει ως βιολογικο-χημικό είδος. Η μόνη που στέκεται πλάι στην ποίηση, και χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του χρόνου και της ομιλούσας γλώσσας. Και η μουσική, η οποία συναντάται στους αρμούς των στίχων, των λέξεων και των συλλαβών, και λειτουργεί επίσης ως πλαίσιο.
● Υπάρχει κάποιο βιβλίο που βιαστήκατε να το παραδώσετε στον εκδότη σας και κάποιο άλλο που το απωθείτε, το «φοβάστε» μέχρι σήμερα;
Οχι, σε καμιά περίπτωση. Το πρώτο μου ποιητικό βιβλίο, την πρώτη μου φωνή, ενώ την δούλευα συστηματικά από τα είκοσι μου χρόνια, την παρέδωσα και την εξέδωσα στα τριάντα ένα μου. Επίσης, δεν απωθώ κάτι, όχι. Με πιέζουν κατά καιρούς, διάφοροι φίλοι, κύκλοι, να γράψω πεζογραφία, αλλά νομίζω το ότι στράφηκα και στο δοκίμιο και στην κριτική ήδη ήταν μια υπερβολή, μια υπέρβαση του λυρικού, όπως το αντιλαμβάνομαι, ποιήματος.
● Τρεις τίτλοι βιβλίων που σας σφράγισαν, στο πέρασμα του χρόνου, εντός κι εκτός κειμένου…
Το «Σμιλεύοντας τον χρόνο» του Αντρέι Ταρκόφσκι. Η «Μήδεια» του Ευριπίδη και η «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη. Εχω γράψει σχετικά με τα δύο τελευταία: «μάνα, σ’ αγάπησα, γιαγιά / σ’ ευχαριστώ / που με τσακίζεις / απ’ τα βράχια» («Οταν η Μήδεια συνάντησε την Φόνισσα», από το βιβλίο «Η σάρκα των προσωρινών»).
● Υπάρχουν αρνητικές κριτικές που σας βοήθησαν και θετικές που υπομειδιάσατε;
Παρακολουθώ τον δοκιμιακό –και κριτικό εν γένει– λόγο με αμείωτο ενδιαφέρον. Οχι μόνο στην ανταπόκρισή του στο δικό μου έργο [ξεχωρίζω εδώ τα κείμενα του Γιάννη Δάλλα (1924-2020) και της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, που αναδεικνύουν όγκους και συνάψεις] αλλά γενικά. Ενεργοποιεί ο λόγος αυτός νέες οπτικές και δυναμικές, δυναμιτίζοντας την σκέψη, την πρώτη ύλη, τα χέρια και την προοπτική μας συνάμα. Η καλοπροαίρετη κριτική, από όπου κι αν προέρχεται, είναι καλοδεχούμενη. Μεταξύ του δήμου και των σοφιστών, ωστόσο, κι εφόσον συστηματικά καλλιεργούμε ένα «απαιτητικό» και «δύσκολο» είδος, αυτό της ποίησης, προφανώς και έχουμε επιλέξει τους σοφιστές, δηλαδή τους λίγους «λοξούς» ομότεχνους.
● Υπάρχει κάποιος παλαιότερος και κάποιος νεότερος Ελληνας πεζογράφος/ποιητής που σας έλκει η γραφή του;
Σολωμός, Καβάφης, Παπαδιαμάντης. Κι ο Χένρι Μουρ (ναι, ήταν Ελληνας ποιητής κι ας πολιτογραφήθηκε ως Αγγλος γλύπτης). Από τους νεότερους με απασχολεί η περίπτωση του ποιητή Θοδωρή Ρακόπουλου.
● Σήμερα, υπάρχουν λογοτεχνικές συντροφιές που διαμορφώνουν το πνευματικό κλίμα της εποχής;
Η λέξη κλειδί, οι «συντροφιές», είναι η βασική εδώ, και όχι η «διαμόρφωση», η «εποχή» ή το «κλίμα». Σαφώς και όχι. Δεν μπορεί να υπάρξει τέτοια συγκέντρωση ισχύος πια. Αλλά υφίσταται ένα κλίμα, συντονισμένο με τα διακυβεύματα της εποχής, που υποδαυλίζει ορισμένες καταστάσεις.
● Για ποιο λόγο η παρουσία της ελληνικής λογοτεχνίας, εκτός συνόρων, είναι τόσο νωθρή και αποσπασματική;
Ακριβώς γι’ αυτό. Επίσης, φαίνεται να αγνοούμε την διεθνή συζήτηση και έτσι παραμένουμε ασυντόνιστοι. Απαιτείται τριβή, έκθεση και διαρκής κίνηση. Πρέπει στη θέση της παγκοσμιοποίησης, που φέρει αρνητικό φορτίο, να προβάλουμε μια νέα οικουμενικότητα.
● Η πολιτική συγκυρία, εντός και εκτός της χώρας, αλλά και η γλώσσα και ο τρόπος της ενημέρωσης αγγίζουν το συγγραφικό εργαστήρι σας;
Ναι, σαφώς. Κρατώντας όμως μια απόσταση. Και δουλεύοντας τα υλικά στις σωστές τους θερμοκρασίες.
● Σας απασχολεί αν, μετά θάνατον, θα σας θυμούνται μέσα από το έργο σας;
Το πρόσωπό μου είναι ένας προσωρινός σχηματισμός, ανάμεσα σε άλλους, για τον οποίο φέρω μόνο μερική ευθύνη. Σε αντίθεση με το έργο μου που περνά μέσα από τα χέρια μου, και που του έχει ασκηθεί τέτοια πίεση –και έχει τελεσθεί υπό μια συγκεκριμένη εποπτεία– που ναι, αξιώνει, μια ορισμένη διάρκεια.
Ο Πέτρος Γκολίτσης (Θεσσαλονίκη, γ. 1978) έχει βραβευτεί για την ποίησή του με το International Poetry Award Tudor Arghezi (2018) της Ενωσης Συγγραφέων της Ρουμανίας και με το International Poetry Prize Povelja Morave (2019) της Ενωσης Συγγραφέων της Σερβίας. Ποιήματα και δοκίμιά του έχουν μεταφραστεί σε εννέα γλώσσες. Τα ποιητικά του βιβλία είναι: «Η μνήμη του χαρτιού», 2009· «Το τριβείο του χρόνου», 2013· «Η σάρκα των προσωρινών», 2015· «Σκάζοντας κρέας», 2017· «Σφαχτάρια στο λευκό», 2020. Εχει μεταφράσει στα ελληνικά Wallace Stevens.
