«Κώστα! Κώστα! Νομική Αθήνας περνάς!» Ηταν η υποστηρικτική φωνή ενός πατέρα προς τον 18χρονο γιο του, που βρέθηκε μπουζουριασμένος στην κλούβα με άλλους οκτώ συλληφθέντες, οι οποίοι συμμετείχαν στο συλλαλητήριο της 9/7/2020 ενάντια στο νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τις διαδηλώσεις. Η καλύτερη απόδειξη για το ότι στην Ελλάδα «η εκπαίδευση εξακολουθεί και σήμερα να είναι η πρώτη έγνοια της οικογένειας, το ωμό παλλόμενο νεύρο ολόκληρης της χώρας», όπως υποστηρίζει η Σοφία Νικολαΐδου!
Η ανήσυχη Θεσσαλονικιά συγγραφέας, που έπειτα από 26χρονη θητεία ως φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, διδάσκει από το 2019 Δημιουργική Γραφή στο ΑΠΘ, συγκεντρώνει στο καινούργιο της βιβλίο 51 ιστορίες «αληθινών ανθρώπων» οι οποίοι φόρεσαν το «χρυσό βραχιόλι». Ησαν, με άλλα λόγια, οι πρώτοι στην οικογένειά τους που σπούδασαν σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ. Το Χρυσό βραχιόλι της (εκδ. Μεταίχμιο), πάλλεται από τις μαρτυρίες τους που αποδεικνύουν το διαχρονικό ειδικό βάρος του ελληνικού πτυχίου, και δίνουν ψυχή στον ξερό, απρόσωπο, τεχνικό όρο «κοινωνική κινητικότητα».
Το βιβλίο της Νικολαΐδου ξεκινά από το ντοκουμέντο και την αφηγηματική δημοσιογραφία, και ανοίγεται με λογοτεχνικούς τρόπους στην Κοινωνική Ανθρωπολογία, στην Προφορική Ιστορία και στην Ιστορία της Εκπαίδευσης, έτσι που καταφέρνει να διαβάζεται μονορούφι. Με αφετηρία την εμπειρία της δικής της οικογένειας με το προσφυγικό παρελθόν, η συγγραφέας καθρεφτίζει ολοζώντανα το φαινόμενο που εκείνη ορίζει ως την «ειρηνική επανάσταση που έχτισε τη χώρα τον 20ό αιώνα, με όπλο τα γράμματα».
Είναι χαρακτηριστικός ο Α.Κ., 67 χρονώ σήμερα, αγροτόπαιδο από ένα χωριό μεταξύ Κοζάνης και Γρεβενών, που έκανε θεωρητικές σπουδές χάρη στην Πρόνοια και μεταπτυχιακά χάρη στον αδελφό του, έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, και εξομολογείται: «Καμιά φορά με πιάνει ένα μάγκωμα στην καρδιά. Πού ήμουν και πού έφτασα. Μετά συνέρχομαι. Αλλά για ένα-δυο δευτερόλεπτα με πιάνουν οι ενοχές που τα κατάφερα εγώ και άλλοι όχι. Κάτι σαν το σύνδρομο των Εβραίων που επέζησαν, ενώ σκοτώθηκαν εκατομμύρια δικοί τους».
Αλλά είναι και η 27χρονη Ι.Τ., γυμνάστρια με μεταπτυχιακό, που ξεκαθαρίζει: «Με το πτυχίο σταμάτησα να είμαι η κόρη του υδραυλικού που δεν θα έκανε κάτι στη ζωή της!»
Οι πρωταγωνιστές/στριες της Νικολαΐδου, εκπροσωπούν τρεις γενιές γεννημένες στον 20ό αιώνα, που μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα εργατικά, αγροτικά, μικροαστικά, πολλοί/ές σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και απαξίωσης, και πάντως χωρίς προδιαγραφές για όνειρα, αλλά το έβαλαν πείσμα να σπουδάσουν. Και τα κατάφεραν παρότι δεν είχαν «ίσες ευκαιρίες», δεν είχαν το απαραίτητο «πολιτισμικό κεφάλαιο» που δίνει διαβατήριο για τον κόσμο της «αριστείας» – τον μόνο που συλλαμβάνει το μυωπικό βλέμμα της σημερινής υπουργού Παιδείας… Είναι σπαρακτική η μαρτυρία της γεννημένης το 1961 Χ.Κ., μιας Σταχτοπούτας στα 13 της που έχει πλέον διδακτορικό στη Φιλοσοφία.
Οπως λέει, όταν πέρασε στη Φιλοσοφική άκουσε για πρώτη φορά από τον Γεράσιμο Βώκο τη θεωρία του Πιερ Μπουρντιέ για την κοινωνική «διάκριση» που λειτουργεί απριόρι υπέρ αυτών που κουβαλούν μια οικογενειακή παιδεία. «Βγήκα από το αμφιθέατρο κλαίγοντας. Σπάραξα. Τότε συνειδητοποίησα για ποιον λόγο δυσκολευόμουν να συντονιστώ με τα παιδιά που ήμασταν μαζί στο Φιλοσοφικό, στην ειδίκευση. Τα μισά ήταν παιδιά πανεπιστημιακών… Είχαν μια κουλτούρα.»
Η συγγραφέας ηχογράφησε 102 μαρτυρίες γεωγραφικά διασκορπισμένες. Από αυτές, παρουσιάζει ταξινομημένες τις μισές, σαν ψηφίδες ενός μωσαϊκού των ηρώων της γνώσης. Είναι «αυτοί που ήθελαν να γίνουν γιατροί», οι «επιχειρηματίες», τα «στελέχη και οι ελεύθεροι επαγγελματίες», εκείνοι που σπούδασαν εκτός των τειχών, ή άλλοι που σπούδασαν με υποτροφίες κι έτσι κατάφεραν να παρακάμψουν τα ταξικά εμπόδια (όπως ο 45άρης σήμερα ογκολόγος Ν.Τ., με αναλφάβητο πατέρα και μάνα της Δ΄ Δημοτικού, ο οποίος όταν θέλησε να προχωρήσει σε διδακτορικό, αντιμετώπισε την ερώτηση «Ποιανού είσαι εσύ;»).
Το βιβλίο κλείνει με τους 20-30άρηδες, μεταξύ τους πολλά παιδιά μεταναστών. Ολες οι μαρτυρίες είναι ατόφιες φέτες ζωής, περασμένες μέσα από το φίλτρο της μνήμης (η Νικολαΐδου το σχολιάζει), και μεταγραμμένες έτσι ώστε να φανερώνονται οι άβολες αλήθειες και τα τραύματα αυτού του ηρωικού κόσμου. Χαρακτηριστικό το «γυάλινο ταβάνι», δηλαδή η αόρατη οροφή στην ανέλιξη όσων δεν ήταν «γόνοι» (κάτι που δεν φοβάται η σημερινή νέα γενιά), ή η έμφυλη διάσταση των σπουδών, αφού για πολλά χρόνια «στη μαύρη επαρχία ήταν αδιανόητο για τα κορίτσια να σπουδάσουν»…
