Με το που κλείνουν οι πύλες μιας μεγάλης διεθνούς έκθεσης βιβλίου ανοίγει η διαδικασία για την επόμενη διοργάνωσή της.
Αυτό συμβαίνει παντού… πλην Ελλάδας. Η περσινή Διεθνής Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης έγινε στο παρά πέντε λόγω των προβλημάτων που προέκυψαν με την κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (αρμόδιου φορέα για την έκθεση) και την ενσωμάτωσή του στο Ελληνικό Ιδρυμα Πολιτισμού.
Η φετινή θα γίνει όπως φαίνεται στο παρά ένα, καθώς οι αλλαγές κυβερνήσεων και υπουργών Πολιτισμού και η γραφειοκρατία εντείνουν τα προβλήματα.
Οπως όλα δείχνουν, η έκθεση δεν θα ανοίξει μεταξύ 7-10 Μαΐου, όπως ήταν προγραμματισμένη, αλλά στο τέλος του ίδιου μήνα στην καλύτερη περίπτωση.
Ενδεικτικό είναι ότι μόλις χθες συναντήθηκαν οι συνδιοργανωτές (ΕΙΠ, εκπρόσωποι ΥΠΠΟΑ, Helexpo, Δήμος Θεσσαλονίκης κ.ά.) για να συζητήσουν τους βασικούς άξονες της έκθεσης.
Το μόνο σίγουρο, λεφτά υπάρχουν. Μπορεί να έχει λήξει το ΕΣΠΑ, ωστόσο ο Νίκος Ξυδάκης έχει εγκρίνει τη χρηματοδότησή της.
Τα υπόλοιπα βρίσκονται στον αέρα. Ποια θα είναι η τιμώμενη χώρα;
Επαφές έχουν γίνει με το Ινστιτούτο Θερβάντες προκειμένου να τιμηθεί η πλούσια ισπανόφωνη λογοτεχνία με τους σημαντικούς εκπροσώπους της, αλλά τίποτε δεν είναι οριστικό.
Πόσοι και ποιοι εκδότες θα συμμετάσχουν από την Ελλάδα και το εξωτερικό; Ποιες εκδηλώσεις και αφιερώματα θα εμπλουτίσουν την έκθεση;
Οπως μαθαίνουμε οι πιο ευέλικτοι Βαλκάνιοι είναι έτοιμοι, ενώ η Τουρκία επανακάμπτει δυναμικά με 10 εκδότες.
Από τους δικούς μας άλλοι βρίσκονται ήδη στις επάλξεις και άλλοι, όπως ο Σύλλογος Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών, γκρινιάζουν και θεωρούν τη συμμετοχή τους αδύνατη σε αυτές τις ασφυκτικές προθεσμίες.
Ομως και οι ξένοι σοβαροί εκδότες θα αποσυντονιστούν αν πρέπει να αλλάξουν το πρόγραμμά τους.
Η Διεθνής Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης μπορεί να γίνει και φέτος, έστω και στο παρά ένα, και να είναι αξιοπρεπής, όπως και η περσινή, χάρη στο know how, την εμπειρία και την αυτοθυσία των 2-3 εργαζομένων που έχουν απομείνει από το ΕΚΕΒΙ.
Ομως αυτό δεν αρκεί. Κανονικά ήδη θα έπρεπε να έχουν ληφθεί αποφάσεις για τη φυσιογνωμία και την ταυτότητά της που θα την κάνουν ξεχωριστή, ανταγωνίσιμη και «ζωντανή».
Η έκθεση χρειάζεται δυναμική επανεκκίνηση. Τώρα, απλώς φυτοζωεί.
