ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Νικολαϊδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το βιβλίο «Δεύτερο Φύλο», που εκδόθηκε το 1949, αποτελεί το έπος του φεμινισμού. Φέτος συμπληρώνονται 70 χρόνια από την έκδοσή του. Μέσα από τις σελίδες του αναλύεται με τρόπο απλό, κατανοητό όχι μόνο η ανατομία του γυναικείου κορμιού αλλά και της ψυχής.

Με αφορμή αυτή την επέτειο, θυμήθηκα τη συνάντησή μου με τη συγγραφέα του βιβλίου, Σιμόν ντε Μποβουάρ, στο Παρίσι πριν από 30 χρόνια. Είχε εκδοθεί τότε ένα βιβλίο μου από τις εκδόσεις «ΑΛΚΥΩΝ» με τίτλο «Το άβατο της Σιμόν ντε Μποβουάρ». Ανοιξε το σπίτι της για πρώτη φορά σε δημοσιογράφο, ενώ σε όλη της τη ζωή είχε δώσει δύο συνεντεύξεις.

Στη Γερμανίδα δημοσιογράφο Αλις Σβάιτσερ και σ’ εμένα. Θυμάμαι όταν την πρωτοαντίκρισα ότι είχε μια εύθραυστη ομορφιά που η ζωή και ο χρόνος την πολιόρκησαν. Αγγιξα κάποια στιγμή τα χέρια της σαν να ήθελα κάτι να αποκαλύψω. Ηταν πανέμορφα. Διέκρινα έναν αντιφατικό χαρακτήρα. Αλλοτε ήταν ευδιάθετη, άλλοτε σοβαρή, άλλοτε σιωπηλή. Είχε όμως το θάρρος του ηττημένου, εκείνου που τίποτα πια δεν ελπίζει. Του ελεύθερου. Αλλά και τη σοφία, το καταστάλαγμα της ζωής. Στόχος μου ήταν με αυτή τη συνάντηση να αναστήσω μια εποχή. Μεγάλωσαν γενιές με τα βιβλία της. Δύσκολος ο ρόλος μου. Ολη η σκέψη της και οι συλλογισμοί της περιστρέφονταν γύρω από τον σύντροφό της, Ζαν Πολ Σαρτρ.

«Δεν βρίσκω μέσα μου καινούργιους πόθους…»

«Μέσα σε περισσότερα από 30 χρόνια», μου έλεγε, «δεν κοιμηθήκαμε παρά μόνο ένα βράδυ χωριστά. Αυτή η μακροχρόνια εποχή δεν ελάττωνε το ενδιαφέρον των συζητήσεών μας. Εχουμε πίσω μας ένα αδιαίρετο απόθεμα από αναμνήσεις, γνωριμίες, εικόνες. Διαθέτουμε τα ίδια εργαλεία για να συλλάβουμε τον κόσμο, τα ίδια σχήματα, τα ίδια κλειδιά.

Συχνά ο ένας τελειώνει τη φράση που άρχισε ο άλλος. Αν μας θέσουν μια ερώτηση, μας συμβαίνει να δίνουμε συγχρόνως πανομοιότυπες απαντήσεις. Μετά από μια λέξη, μια αίσθηση, μια σκιά, διατρέχουμε έναν ίδιο εσωτερικό δρόμο και καταλήγουμε ταυτόχρονα σε ένα συμπέρασμα, μια ανάμνηση, μια σύγκριση, τελείως απρόσμενη για έναν τρίτο. Δεν μας εκπλήσσει που πια συναντιόμαστε ακόμα και στα γραπτά μας».

Για τη δημοσιότητα και την προβολή των βιβλίων της σχολιάζει: «Είμαι ευαίσθητη στις μομφές και στους επαίνους. Η αμεριμνησία χάθηκε από τη μέρα που γίναμε διάσημα πρόσωπα και που έγινε αναγκαίο να λάβουμε υπόψη μας αυτό το αντικειμενικό γεγονός. Πάει πια η τυχοδιωκτική πλευρά των παλιών ταξιδιών μας. Επρεπε να απαρνηθούμε την περιπλάνηση και την αλητεία. Για να προστατεύσουμε την ιδιωτική μας ζωή, χρειάστηκε να υψώσουμε φράχτες, να εγκαταλείψουμε το ξενοδοχείο, το καφέ, και αυτή η στέρηση μου κόστισε εμένα που τόσο μου άρεσε να ζω μέσα στον κόσμο. Συναντώ πολλούς ανθρώπους, αλλά οι περισσότεροι πια δεν μου μιλάνε όπως στον καθένα, οι σχέσεις μου μαζί τους έχουν κάτι το ψεύτικο. Διατρέχω τον κίνδυνο να καταλαβαίνω όλο λιγότερο τους ανθρώπους γιατί δε συμμερίζομαι πια τη μοίρα τους.

»Ομως εκείνο που μου προξενεί την πιο μεγάλη λύπη περισσότερο από αυτές τις στερήσεις είναι ότι δεν βρίσκω μέσα μου καινούργιους πόθους. Μαραίνονται πριν γεννηθούν μέσα σε αυτόν τον καιρό, τον δικό μου, που έχει γίνει σπάνιος. Αλλοτε οι μέρες γλιστρούσαν χωρίς βιασύνη, έτρεχα πιο γρήγορα από αυτές μαζί με τα σχέδια που με παρασύρανε. Τώρα οι πολύ σύντομες ώρες με οδηγούν καλπάζοντας στον τάφο μου.

Αποφεύγω να σκέφτομαι: σε δέκα χρόνια, σ’ ένα χρόνο. Οι αναμνήσεις εξαντλούνται. Οι μύθοι ξεφτίζουν, τα σχέδια πνίγονται πριν γεννηθούν. Είμαι εδώ και τα πράγματα είναι εδώ. Αν αυτή η σιωπή πρόκειται να διαρκέσει, πόσο μακρύ φαίνεται το βραχύ μου μέλλον! Και τι απειλές περικλείει! Το μόνο καινούργιο και σημαντικό συγχρόνως πράγμα που μπορεί να μου συμβεί είναι η δυστυχία. Ή θα δω τον Σαρτρ νεκρό ή θα πεθάνω πριν από αυτόν. Είναι φρικτό να μην είναι κανείς παρών για να παρηγορήσει κάποιον απ’ τον πόνο που του προξενεί αφήνοντάς τον. Είναι φρικτό να σ’ εγκαταλείψει και να σιωπά. Εκτός από την πολύ απίθανη τύχη, να σημάνει πρώτη η δική μου ώρα.

»Σκέφτομαι με μελαγχολία όλα τα βιβλία που διάβασα, τα μέρη που επισκέφθηκα, τις γνώσεις που σύναξα και που θα σβήσουν. Ολη η μουσική, όλη η ζωγραφική, όλη η κουλτούρα, τόσοι τόποι και ξαφνικά τίποτα πια. Πόσα πράγματα έχω γνωρίσει! Αλλά αυτό το μοναδικό σύνολο, η δική μου εμπειρία με την τάξη του και τις συγκυρίες του, την Οπερα του Πεκίνου, τους αμμόλοφους του Ελ-Ουέντ, τις αυγές της Προβηγκίας, την Τίρυνθα, τον Κάστρο να μιλά σε 500.000 Κουβανούς, έναν ουρανό από θειάφι πάνω από μια θάλασσα νεφών, τις κόκκινες οξιές, τις λευκές νύχτες του Λένινγκραντ, τις καμπάνες της απελευθέρωσης, την πορτοκαλόχρωμη σελήνη πάνω από τον Πειραιά, έναν κόκκινο ήλιο να υψώνεται πάνω από την έρημο, τη Ρώμη, όλα αυτά τα πράγματα για τα οποία μίλησα κι άλλα για τα οποία δεν είπα τίποτα- πουθενά δεν θα βρουν αυτά την Ανάσταση».

Εμείς αναστήσαμε στην «Εφ.Συν.» ψηφίδες της σκέψης της, μνήμες από τη ζωή της και μια φράση της που λέει: «Κατέχουμε στην αιωνιότητα μονάχα τους φίλους που αποχωριστήκαμε».