ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βασιλική Τζεβελέκου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ο Μυστικός Δείπνος» του Λεονάρντο ντα Βίντσι απεικονίζει την έκφραση του Ιησού και τις αντιδράσεις των μαθητών του τη στιγμή που τους λέει «…είς εξ υμών παραδώσει με». Τα λόγια του προκαλούν ακαριαία τη δραματική έκρηξη που εξελίσσεται μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.

Οι κινήσεις των προσώπων και τα συναισθήματα της στιγμής διαπερνούν τη νωπογραφία, που θεωρείται «ο ακρογωνιαίος λίθος της ευρωπαϊκής ζωγραφικής», κατά τον Kenneth Clark. Μαζί με το έτερο αριστούργημά του, τη «Μόνα Λίζα», ο Λεονάρντο ντα Βίντσι ζωγράφισε δύο από τα γνωστότερα έργα στην Ιστορία της Τέχνης.

Πλήθος μελετών, αναλύσεων, συζητήσεων συνοδεύουν τον Μυστικό Δείπνο, το αινιγματικό και με πολλούς συμβολισμούς έργο που φιλοτέχνησε έπειτα από παραγγελία του Δούκα του Μιλάνου, Λουδοβίκου Σφόρτσα.

Το 1494 ο Λεονάρντο, διάσημος πλέον ζωγράφος, ανέλαβε να δημιουργήσει στον βόρειο τοίχο της τραπεζαρίας του μοναστηριού Σάντα Μαρία ντέλε Γκράτσιε, στο Μιλάνο, μια από τις κορυφαίες στιγμές στην ιστορία του Χριστιανισμού, μια από τις πιο φημισμένες εικόνες της θρησκευτικής τέχνης. Τα πρόσωπα γύρω από τη στρωμένη τράπεζα δεν είναι ήρεμα και απαθή. Διακατέχονται από ένταση, οργή ή απόγνωση, έκπληξη και σπαραγμό, μετά τη δήλωση του δασκάλου που στέκεται στο κέντρο γαλήνιος και με ελαφρά σκυμμένο το κεφάλι.

«Αναπαριστώντας τις κινήσεις και τα συναισθήματα, κατάφερε όχι μόνο να αποθανατίσει μια στιγμή, αλλά να σκηνοθετήσει ένα δράμα, σαν να ανέβαζε μια θεατρική παράσταση[…]. Εκτός από το γεγονός ότι μπορούσε και απέδιδε την κίνηση που προέρχεται σε μια στιγμή, ο Λεονάρντο ήταν δεξιοτέχνης και στην αποτύπωση των κινήσεων της ψυχής, monti dell’ anima. “Mια εικόνα ή αναπαράσταση ανθρωπίνων μορφών πρέπει να φιλοτεχνηθεί με τέτοιον τρόπο, ώστε ο θεατής να μπορεί να αναγνωρίσει εύκολα, από τη στάση τους, τις προθέσεις που έχουν στο νου τους”, έγραψε ο Λεονάρντο. Ο Μυστικός Δείπνος αποτελεί το σπουδαιότερο και ζωντανότερο τέτοιο παράδειγμα στην ιστορία της τέχνης», κατά τον Γουόλτερ Αϊζακσον, συγγραφέα του βιβλίου «Leonardo Da Vinci – Η βιογραφία μιας μεγαλοφυΐας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ψυχογιός».

Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι και τα μυστικά του «Μυστικού Δείπνου»

Στη νωπογραφία του Μυστικού Δείπνου, τεσσεράμισι μέτρα ύψος και σχεδόν εννιά πλάτος, δεν απαθανατίζει απλώς τη στιγμή, αλλά αποδίδει την ψυχική κατάσταση και τις προθέσεις κάθε μαθητή μέσω των χειρονομιών που, τότε όπως και σήμερα, κατέχουν σημαντική θέση στην επικοινωνία των Ιταλών.

«Οι δώδεκα Απόστολοι είναι χωρισμένοι σε ομάδες των τριών», γράφει ο Αϊζακσον. «Ξεκινώντας από τα αριστερά μας, αισθανόμαστε τη ροή του χρόνου, θαρρείς και η αφήγηση κινείται από αριστερά προς τα δεξιά. Στο δεξί άκρο είναι ο Βαρθολομαίος, ο Ιάκωβος ο Μικρός και ο Ανδρέας, οι οποίοι αντιδρούν με έκπληξη στη δήλωση του Ιησού. Ο Βαρθολομαίος, σκληρός και γεμάτος ένταση, είναι “έτοιμος να σηκωθεί όρθιος, με το κεφάλι προτεταμένο”, όπως έγραψε ο Λεονάρντο. Η δεύτερη τριάδα από τα αριστερά είναι ο Ιούδας, ο Πέτρος και ο Ιωάννης. Μελαψός και άσχημος με γαμψή μύτη, ο Ιούδας σφίγγει στο δεξί του χέρι το πουγκί με τα αργύρια […], γνωρίζοντας ότι τα λόγια Του απευθύνονται σε εκείνον […]. Ο φιλόνικος και ταραγμένος Πέτρος σκύβει μπροστά με αγανάκτηση […]. Φαίνεται έτοιμος να δράσει. Στο δεξί του χέρι κρατάει ένα μεγάλο μαχαίρι […]. Αντιθέτως, ο Ιωάννης είναι σιωπηλός, γνωρίζοντας ότι δεν είναι ύποπτος. Είναι μεν περίλυπος, αλλά φαίνεται να έχει αποδεχθεί αυτό που ξέρει πως είναι αδύνατο να αποτραπεί. Παραδοσιακά, ο Ιωάννης απεικονίζεται να κοιμάται ή να βρίσκεται στην αγκαλιά του Ιησού. Ο Λεονάρντο τον αναπαριστά θλιμμένο μερικά δευτερόλεπτα μετά τη δήλωση του Χριστού…».

Σ’ αυτό το σημείο, ο συγγραφέας σχολιάζει τη θεωρία που αναπτύσσει ο Νταν Μπράουν στον «Κώδικα Da Vinci», ότι ο θηλυπρεπής Ιωάννης είναι αναπαράσταση της Μαρίας Μαγδαληνής. «…Παρότι εξαιρετικά συναρπαστική στην πλοκή ενός μυθιστορήματος, δεν στηρίζεται από τα στοιχεία», γράφει ο Αϊζακσον. Οι εκφράσεις όλων των προσώπων είναι έντονες, σχεδόν υπερβολικές, εκτός από του Ιησού που «είναι γαλήνια και στωική. Φαίνεται ήρεμος αντί για ταραγμένος. Η φιγούρα του είναι λίγο μεγαλύτερη από των Αποστόλων, κάτι που ο Λεονάρντο έχει συγκαλύψει ευφυώς».

Η επόμενη τριάδα, στα δεξιά, αποτελείται από τον Θωμά, τον Ιάκωβο τον Μεγάλο και τον Φίλιππο και η τελευταία από τον Ματθαίο, τον Θαδδαίο και τον Σίμωνα. «Εχουν αρχίσει ήδη να συζητούν έντονα τι μπορεί να εννοούσε ο Χριστός. Παρατηρήστε το δεξί χέρι του Θαδδαίου», προτρέπει ο συγγραφέας «Ο Λεονάρντο ήταν δεξιοτέχνης των χειρονομιών και γνώριζε πώς να τους προσδίδει μια μυστηριώδη αύρα, ώστε να τραβούν την προσοχή του θεατή. Μήπως ετοιμάζεται να χτυπήσει το χέρι του στο τραπέζι, σαν να λέει “Το ήξερα;”. Μήπως δείχνει με τον αντίχειρά του τον Ιούδα;[…]. Δεν θα πρέπει να νιώθετε άσχημα, αν αισθάνεστε μπερδεμένοι, καθώς και ο Ματθαίος και ο Θαδδαίος έχουν μπερδευτεί και, στην προσπάθειά τους να καταλάβουν τι συνέβη, στρέφονται στον Σίμωνα για απαντήσεις».

Ο δημιουργός του αφηγηματικού πίνακα, εκτός από την απόδοση των προσώπων κατά τη συγκεκριμένη στιγμή και τη στρωμένη τράπεζα με τα σκεύη σερβιρίσματος, τον άρτο και τις μικρές πιατέλες με τα χέλια, «παίζει» με την οφθαλμαπάτη και τους κανόνες της προοπτικής. «Ασχολήθηκε με την επιστήμη της οπτικής, έδειξε πως οι ακτίνες φωτός προσπίπτουν στον κερατοειδή χιτώνα και δημιούργησε θαυμάσιες οφθαλμαπάτες, που δίνουν την αίσθηση της αλλαγής προοπτικής» αναφέρει ο συγγραφέας.

Φθορά και αποκατάσταση

Ο Λεονάρντο ολοκλήρωσε τον πίνακα το 1498 και, λίγα χρόνια αργότερα, το 1652, άρχισε να ξεθωριάζει τόσο, που οι μοναχοί δεν δίστασαν να ανοίξουν μια πόρτα σπάζοντας τον τοίχο στο σημείο που βρίσκονταν τα πόδια του Ιησού. Οπως έχει συμβεί με πολλά έργα τέχνης και μνημεία, οι πρώτες προσπάθειες αποκατάστασης μάλλον έκαναν τα πράγματα χειρότερα. Στην περίπτωση του Μυστικού Δείπνου έγιναν έξι εκτεταμένες προσπάθειες, με πρώτη καταγεγραμμένη το 1726. Εκτός από τις κακές συντηρήσεις και τη μάχη με τον χρόνο, το έργο υπέστη φθορές κατά τη Γαλλική Επανάσταση και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η τελευταία αποκατάσταση ξεκίνησε το 1978 και κράτησε είκοσι χρόνια. Η ομάδα συντήρησης μελέτησε τα σχέδια και τα αντίγραφα του πίνακα που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής του Λεονάρντο και χρησιμοποίησε τα καλύτερα μέσα της εποχής για να αποκαλύψει όσο καλύτερα γινόταν τα αρχικά στοιχεία της ζωγραφικής σύνθεσης και να φέρει το έργο τέχνης πιο κοντά στην πρωτότυπη εκδοχή του.

«Ως αποτέλεσμα, ο Μυστικός Δείπνος, τόσο ως προς τον τρόπο δημιουργίας του όσο και στην παρούσα κατάστασή του, λειτουργεί όχι μόνο ως παράδειγμα, αλλά και ως αλληγορικό σύμβολο της ιδιοφυΐας του Λεονάρντο. Ηταν ένα έργο πρωτοποριακό στην τεχνοτροπία του και υπερβολικά καινοτόμο στις μεθόδους δημιουργίας του. Η σύλληψη ήταν μεγαλοφυής, αλλά η εκτέλεση ατελής», κατά τον Αϊζακσον.

Σύμφωνα με πηγές της εποχής που μελέτησε ο συγγραφέας, πολλοί επισκέπτες συνέρρεαν στην τραπεζαρία για να δουν τον ζωγράφο τη στιγμή της δημιουργίας. «Ερχόταν εδώ κατά τις πρωινές ώρες, ανέβαινε στη σκαλωσιά και έμενε εκεί με το πινέλο στο χέρι από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου, ξεχνώντας να φάει ή να πιει, ζωγραφίζοντας ασταμάτητα», σύμφωνα με την αφήγηση μοναχού που πρόσθετε ωστόσο ότι άλλες μέρες απλώς παρατηρούσε το έργο χωρίς να ζωγραφίζει τίποτα.

Ετσι, όταν τον κάλεσε ο δούκας Λουδοβίκος Σφόρτσα για να του μεταφέρει τα παράπονα του ηγούμενου της μονής σχετικά με την αργοπορία της εξέλιξης του έργου, ο Λεονάρντο του απάντησε: «Ορισμένες φορές, οι ευφυείς άνθρωποι επιτυγχάνουν περισσότερα όσο λιγότερο δουλεύουν. Επειδή ο νους τους είναι απασχολημένος με τις ιδέες τους και την τελειοποίηση των συλλήψεών τους, στις οποίες κατόπιν δίνουν υπόσταση». Ο δούκας συμφώνησε μαζί του και γέλασε όταν ο Λεονάρντο πρόσθεσε ότι του έμεναν δύο κεφάλια να ζωγραφίσει στη σύνθεση. Του Χριστού και του Ιούδα. Διαμήνυσε λοιπόν στον ηγούμενο ότι θα γινόταν το μοντέλο για τον Ιούδα, αν συνέχιζε να τον ενοχλεί.

Ο Γουόλτερ Αϊζακσον βασίστηκε στις 7.200 σελίδες των σημειώσεων του Λεονάρντο ντα Βίντσι για τη συγγραφή της έκδοσης -έχει γράψει και τις βιογραφίες του Στιβ Τζομπς και του Αλμπερτ Αϊνστάϊν.

Ο τόμος περιλαμβάνει πολλές αναπαραγωγές έργων και σχεδίων του Λεονάρντο, ιστορικά στοιχεία για την εποχή και τα πρόσωπα, το περιβάλλον της ακμάζουσας Ιταλίας και ιδιαίτερα της Φλωρεντίας, ενώ ακολουθεί τη συναρπαστική ζωή του επιστήμονα, μηχανικού και καλλιτέχνη από τη στιγμή της γέννησής του, τα παιδικά χρόνια, τις σχέσεις του, τα εργαστήρια και όλες τις ενασχολήσεις του μέχρι τον θάνατό του το 1519, πεντακόσια χρόνια πριν.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι μελέτησε την ανατομία, τα πτηνά, την καρδιά, τις πτητικές μηχανές, την οπτική, τη βοτανολογία, τη γεωλογία, τη ροή των υδάτων και τα στρατιωτικά όπλα. Ετσι έγινε το αρχέτυπο του Αναγεννησιακού Ανθρώπου.

Η ανεξάντλητη περιέργεια, η παρατηρητικότητα, η φαντασία, ο πειραματισμός αλλά και η διαφορετικότητά του ήταν οι αφετηρίες για «τη δημιουργικότερη ιδιοφυΐα όλων των εποχών», όπως γράφει ο συγγραφέας και εξηγεί: «Ο δέκατος πέμπτος αιώνας του Λεονάρντο, του Κολόμβου, του Γουτεμβέργιου, ήταν μια εποχή επινοήσεων, εξερεύνησης και εξάπλωσης της γνώσης μέσω των τεχνολογιών […] Η ικανότητά του να συνδυάζει την τέχνη, την επιστήμη, την τεχνολογία και τη φαντασία αποτελεί μια διαχρονική συνταγή δημιουργικότητας. Το ίδιο και η άνεση που αισθανόταν με το γεγονός ότι ήταν αρκετά διαφορετικός: νόθος, ομοφυλόφιλος, χορτοφάγος, αριστερόχειρας, επιρρεπής στους περισπασμούς και ενίοτε αιρετικός στη σκέψη».

Επίσης ήταν αυτοδίδακτος και με αρκετή δόση ειρωνείας αποκαλούσε τον εαυτό του «αγράμματο» αλλά αισθανόταν «περηφάνια που η έλλειψη επίσημης εκπαίδευσης τον ανάγκασε να γίνει μαθητής της εμπειρίας και του πειραματισμού». Κάποτε υπέγραψε ως «Λεονάρντο ντε Βίντσι, μαθητής της εμπειρίας». Μοναδικός.