Δέκα ερωτήσεις, περισσότερο αφορμές και σπινθήρες για μια συνομιλία ανάμεσα σ’ έναν επίμονο αναγνώστη κι ένα πρόσωπο της γραφής. Σήμερα η πεζογράφος Δήμητρα Κολλιάκου απέναντι σ’ ένα ερωτηματολόγιο που επιχειρεί να ψηλαφίσει, εντός κι εκτός αφηγηματικής επιφάνειας, διαθέσεις, εμμονές, αναγωγές
Η Δ. Κολλιάκου (Αθήνα, 1968) σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Θεωρητική Γλωσσολογία στην Αθήνα (ΕΚΠΑ) και στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Εχει εκδώσει έξι έργα πεζογραφίας. Εχει τιμηθεί με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα Jim Wilson από το ΕΚΕΒΙ, με το Athens Prize for Literature του περιοδικού (δε)κατα και με το Βραβείο Μυθιστορήματος του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών. Τελευταίο της βιβλίο είναι το Αλφαβητάρι Εντόμων (2018, Εκδόσεις Πατάκη).
• Γράφετε συνεχώς το ίδιο βιβλίο ή στο έργο σας εντοπίζετε τομές και ασυνέχειες;
Το γράψιμο είναι για μένα απόδραση από τη στασιμότητα – εμποδίζει τον νου να «βολευτεί» σε μια μονότονη μουρμούρα. Οι εμμονές του συγγραφέα, θεματικές και γλωσσικές, είναι βέβαια κάτι το υπαρκτό, που δίνει στα γραπτά προσωπικό χαρακτήρα. Κάθε βιβλίο όμως είναι ένα ταξίδι. Αλίμονο αν έρθουν όλα όπως τα έχεις σχεδιάσει. Μια διαφορετική κάθε φορά πραγματικότητα κάνει την αναχώρηση αναγκαία, μια πραγματικότητα που μου αποκαλύπτεται πληρέστερα κατά τη διάρκεια της διαδρομής-συγγραφής.
• Εκτός από τη λογοτεχνία, τι άλλο καθορίζει και φωτίζει το έργο σας;
Από όταν έφυγα από την Ελλάδα, η ενασχόληση με τη γλώσσα έγινε η καθημερινότητά μου. Εμαθα καλά δυο ξένες γλώσσες, αγγλικά και γαλλικά. Κύριο μέλημα όμως ήταν να μη χάσω τα ελληνικά. Η σύγκριση με την ξένη γλώσσα έγινε αφορμή να ανακαλύψω κρυφές «γωνιές» της μητρικής μου γλώσσας. Τα τόσα χρόνια μακριά με κάνουν να παιδεύω πολύ τη γλώσσα όταν γράφω. Να μην αρκούμαι στο αυτονόητο. Να αντιστέκομαι στο θάμβος των λέξεων-πυροτεχνημάτων. Πέρα από τη γλώσσα, είχα και τη διδασκαλία, που είναι μια επικοινωνία πρώτα απ’ όλα γλωσσική. Στο πανεπιστήμιο δίδασκα «γλώσσα» και «γλωσσολογία», ενώ στο σπίτι μάθαινα στα παιδιά μου τη «μητρική» τους γλώσσα. Η γλώσσα και η διδασκαλία έγιναν σκαλοπάτια για να φτάσω στη γραφή.
• Υπάρχει κάποιο βιβλίο που βιαστήκατε να το παραδώσετε στον εκδότη σας και κάποιο άλλο που το απωθείτε, το «φοβάστε» μέχρι σήμερα;
Δεν με πιέζει κάτι ώστε να βιάζομαι – ειδικό προνόμιο των συγγραφέων με μικρό κοινό. Δεν απωθώ τίποτα εν γνώσει μου, περιμένω να έρθει ο καιρός του.
• Τρεις τίτλοι βιβλίων που σας σφράγισαν, στο πέρασμα του χρόνου, εντός κι εκτός κειμένου…
Η Δίκη (Κάφκα), Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα (Μπουλγκάκοφ), Ο Μαλόν πεθαίνει (Μπέκετ).
• Υπάρχουν αρνητικές κριτικές που σας βοήθησαν και θετικές που υπομειδιάσατε;
Μια αρνητική κριτική μπορεί να είναι βοηθητική: σου επιτρέπει να δεις τι παρανοήθηκε, που κάποιες φορές (όχι πάντα) είναι κάτι που θέλει περισσότερη δουλειά. Υπάρχουν θετικές κριτικές που δεν φωτίζουν επαρκώς ένα βιβλίο ή που περιέχουν λαθάκια και προδίδουν μια κάποια προχειρότητα εκ μέρους του κριτικού.
• Υπάρχει κάποιος παλαιότερος και κάποιος νεότερος Ελληνας συγγραφέας που σας έλκει η γραφή του;
Από τους παλαιότερους, η Μέλπω Αξιώτη κι ο Γιώργος Ιωάννου. Από τους νεότερους, ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης.
• Σήμερα, υπάρχουν λογοτεχνικές συντροφιές που διαμορφώνουν το πνευματικό κλίμα της εποχής;
Ενδέχεται, αλλά δεν είμαι τακτικό μέλος κάποιας τέτοιας παρέας.
• Για ποιο λόγο η παρουσία της ελληνικής λογοτεχνίας, εκτός συνόρων, είναι τόσο νωθρή και αποσπασματική;
Μικρή χώρα και μικρή γλώσσα (παρά τη μεγάλη της ιστορία) εν καιρώ παγκοσμιοποίησης. Στο περιθώριο μιας απομονωμένης κουλτούρας βρίσκεται η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, κι ας έχει να επιδείξει καλά βιβλία και αξιόλογους συγγραφείς. Ακούει ωστόσο κανείς και για μικρές χώρες και μικρές γλώσσες (για παράδειγμα, τις σκανδιναβικές) που τα καταφέρνουν καλύτερα, οπότε το πρόβλημα συνδέεται και με την πολιτική μετάφρασης και προώθησης του βιβλίου – ανεπαρκής, όπως και η προώθηση άλλων αγαθών.
• Η πολιτική συγκυρία, εντός και εκτός της χώρας, αλλά και η γλώσσα και ο τρόπος της ενημέρωσης αγγίζουν το συγγραφικό εργαστήρι σας;
Η πολιτική συγκυρία, και ο τρόπος με τον οποίον καταγράφεται ή και παραποιείται από τα media κάθε είδους, με ενδιαφέρει όλο και περισσότερο. Νεότερη, υπήρξα πιο εσωστρεφής, ωστόσο μέσω της γραφής έχω στραφεί στο «πολιτικό» χωρίς να εγκαταλείψω το «ιδιωτικό», που συχνά γίνεται καθρέφτης γι’ αυτό που συμβαίνει εκεί έξω.
Το «ιδιωτικό» που δεν διαθέτει καμιά εξωστρέφεια είναι «idiot»/«idiotic», βλακώδες και ανάξιο λόγου· ελληνική είναι η ρίζα αυτών των λέξεων που δεν απαντούνται μόνο στα γαλλικά και στα αγγλικά.
• Σας απασχολεί αν, μεταθανατίως, θα σας θυμούνται μέσα από το έργο σας…
Με απασχολεί αν θα μείνει κάτι. Οχι από πόθο για υστεροφημία, αλλά από «έγνοια» για τη γραφή. Θέλω να είναι στέρεα τα βιβλία μου, να ενδιαφέρουν κάποιους, να επιζήσουν. Να μην τα αφανίσει η αδιαφορία (από απαιδευσία ή ημιμάθεια) για οτιδήποτε διανοητικό, οτιδήποτε απαιτεί συγκέντρωση και μια κάποια καλλιέργεια.
