Γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου 1948, πέθανε στις 6 Δεκεμβρίου 1990. Αν ζούσε, αν δεν έφευγε 28 χρόνια πριν, θα ήταν σήμερα 70 ετών. Για όσους τον πρόλαβαν ζωντανό αλλά και για όλους εμάς που τον γνωρίσαμε μέσα από τα τραγούδια του, είναι δύσκολο να φανταστούμε τον Παύλο Σιδηρόπουλο 70 ετών.
Ισως γιατί η πορεία, τα τραγούδια και η ποίησή του συνδέθηκαν μια και καλή με τη νέα γενιά, ίσως γιατί και ο ίδιος έφυγε νέος, μόλις στα 42 του χρόνια, από υπερβολική δόση ηρωίνης. Ηταν η εποχή, ήταν η δεκαετία, ήταν και ο ίδιος…

Σε λίγες μέρες πρόκειται να κυκλοφορήσει μια συλλογή με ανέκδοτα ποίηματά του, με τίτλο «Εχω μια θλίψη για τα μακρινά αριστουργήματα» από τις εκδόσεις «Opportuna». Τα ποιήματα είχε φυλάξει η αδερφή του Παύλου, Μελίνα.

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα στο ντουέτο «Δάμων και Φιντίας», συνεργάστηκε με τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο και τη δεκαετία του 1980 ήταν ο κεντρικός τραγουδιστής του συγκροτήματος «Απροσάρμοστοι». Θεωρείται δικαίως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής. Το άλμπουμ του «Φλου» που κυκλοφόρησε με το συγκρότημα «Σπυριδούλα» είναι από τα χαρακτηριστικά του είδους. Τα τραγούδια του «Να μ’ αγαπάς», «Τω αγνώστω θεώ», «Κάποτε θα ’ρθουν», «Στην Κ.», «Το 69», «Ο Μπάμπης ο Φλου» και πόσα ακόμη έγιναν επιτυχίες, αγαπήθηκαν όσο λίγα και ακόμα τραγουδιούνται από τις παρέες.

Ο ίδιος καταγόταν από αστική οικογένεια. Ηταν μάλιστα δισέγγονος, από την πλευρά της μητέρας του Τζένης, του Αλέξη Ζορμπά και ανιψιός της πεζογράφου και παιδαγωγού Ελλης Αλεξίου και της Γαλάτειας Καζαντζάκη. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, φοίτησε στο Μαθηματικό Τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου (ήταν μάλιστα συγκάτοικοι με τον Βαγγέλη Γερμανό) και τότε άρχισε να παίζει μουσική και να γράφει τραγούδια για να γίνει αργότερα «Ο πρίγκιπας του ελληνικού ροκ».
Δεν ξέρουμε τι θα γινόταν αν ζούσε ακόμη. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι έχει στιγματίσει μία ολόκληρη εποχή και πολλές γενιές μετά, τόσο με το έργο όσο και με τη ζωή του (ίσως και με τον θάνατό του).
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
«Παύλος Σιδηρόπουλος, έχω μια θλίψη για τα μακρινά αριστουργήματα»
«Η Αθήνα έγινε κι αυτή μια πόλη χωρίς οίκτο
κι άρχισα να φοβάμαι όταν γελάω στο δρόμο δυνατά
Οι φίλοι παίρνουν ηρωίνη
κι εσύ κραδαίνεις το μαχαίρι να μας πάρεις τα μυαλά
Μα είσαι σκληρός εκεί που είσαι λίγος
κι εμείς ζητάμε τα πολλά
Φαίνεται ξέχασες τις υποσχέσεις που έδινες για όλες τις δίκες των αναρχικών
για τους φακέλους της ντροπής και για τα ΜΑΤ
Ξεγυμνωθήκαμε στους υπουργούς σου
που στα δικά μας τα κορμιά πατήσανε
για να κοιτάνε τώρα από ψηλά
Κι εσύ αμείλικτα σκληρός εκεί που είσαι λίγος
για μας που σου ζητάμε τα πολλά
Στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη ο πρεζάκιας
από τη μια το σαδιστή τον έμπορο
κι από την άλλη το σοπάκι του αστυνόμου σου κοιτά.
Στο αδιέξοδο του πάθους του
ψάχνει για θεραπεία
μα σε τούτη δω την κοινωνία
παρά πρεζάκιας καλύτερα να ήτανε φονιάς
Κι εσύ μένεις αμείλικτα σκληρός εκεί που είσαι λίγος
γι’ αυτούς που σου ζητάνε τα πολλά».
