Το βιβλίο αυτό συνιστά ένα διαλογικό πόνημα συνομιλίας, ουσιαστικά, με τη νέα γενιά. Αποτελείται από τρία μέρη τα οποία αποπνέουν και σηματοδοτούν «μέσα από την άδολη παιδική ματιά», όπως αναφέρει ο συγγραφέας, ένα ολοκληρωμένο σύστημα σκέψεων, προβληματισμών και αναζητήσεων, αναπιάνοντας και αφήνοντας το παρελθόν και ξαναπιάνοντας με αισιοδοξία την έξοδο της οικονομίας από την κρίση, οριοθετώντας με συγκεκριμένες προτάσεις, ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος (εφαρμοσμένες ιδέες) το μέλλον.
Ο Χρήστος Μέγας προσπαθεί, συνομιλώντας με τη νέα γενιά, να αναδείξει ότι η πορεία μετάβασης της διεθνούς, της ευρωπαϊκής και της ελληνικής οικονομίας από το παρόν στο μέλλον δεν μπορεί να αποτελεί νομοτέλεια μετεξέλιξης και μετασχηματισμού του κοινωνικο-οικονομικού ανθρώπου σε τεχνο-ρομποτικό άνθρωπο, παρεμβαίνοντας στη φύση του, τη συμπεριφορά του, την εργασία του, το φυσικό του περιβάλλον κ.λπ.
Κι αυτό γιατί ο χαρακτήρας, το περιεχόμενο, ο προσανατολισμός αυτής της πορείας αποτελούν κατεξοχήν θέμα πολιτικής επιλογής, με τη διαμόρφωση ενός νέου παραδείγματος εργασίας και ανάπτυξης.
Eίναι ενδιαφέρον να σημειωθούν, μεταξύ των άλλων, πέντε θεμελιώδη ζητήματα που απασχολούν τη συνομιλία αυτή με τη νέα γενιά.
Το πρώτο ζήτημα είναι η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα· το δεύτερο, είναι το έλλειμμα της παραγωγής και της παραγωγικότητας, το οποίο, όπως ορθά αναφέρει ο συγγραφέας, βρίσκεται στον πυρήνα του δημόσιου ελλείμματος και του ελλείμματος του χρέους· το τρίτο ζήτημα είναι οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις (υπογεννητικότητα, γήρανση του πληθυσμού)· το τέταρτο, είναι οι πολιτικές απασχόλησης και μείωσης της ανεργίας, με δεσπόζουσα θέση την ευελιξία και την flexi-ανασφάλεια της απασχόλησης που συνεπάγεται χαμηλό επίπεδο αμοιβών· και το πέμπτο ζήτημα είναι η μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης και ο περιορισμός της κρατικής χρηματοδότησης μόνο στην εθνική σύνταξη (7% του ΑΕΠ).
Για το ζήτημα της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, η προσφυγή στην οικονομική ανάλυση μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μια οικονομία η οποία έχει υποστεί παραγωγική κατάρρευση αδυνατεί ταυτόχρονα να διαχειριστεί και τη νομισματική κατάρρευση (αλλαγή του νομίσματος) παρά μόνο με γενικευμένη φτωχοποίηση του πληθυσμού και σημαντική μείωση του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους εργασίας για αμφιβόλου επιπέδου βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Κι αυτό αποδεικνύεται, μεταξύ των άλλων, και από τις ασκούμενες πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης της μνημονιακής οκταετίας, οι οποίες παρά τη σημαντική μείωση του κόστους εργασίας δεν έχουν επηρεάσει τις εξαγωγές.
Η παρατήρηση αυτή για την ελληνική οικονομία είναι ιδιαίτερα σημαντική, δεδομένου ότι ο οικονομικός σχηματισμός στην Ελλάδα, εξαιτίας της συντελούμενης παραγωγικής της κατάρρευσης, παρήγε στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας μόνο το 27% των προϊόντων που κατανάλωνε.
Παράλληλα, η διερεύνηση του αναπτυξιακού και παραγωγικού μέλλοντος της ελληνικής οικονομίας, μετά την περίοδο (2010-2022) των ασκούμενων πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης (Μνημόνια 1, 2, 3), προκειμένου να αντιμετωπιστεί, όπως αναφέρει ο Χρ. Μέγας, το έλλειμμα των ελλειμμάτων, δηλαδή το έλλειμμα παραγωγής και παραγωγικότητας, απαιτεί, κατά τη γνώμη μας, μεθοδολογικά και αναλυτικά να ληφθούν υπόψη οι ερμηνευτικές και αναλυτικές προσεγγίσεις, οι οποίες θεωρούν ότι η κρίση χρέους στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου αποτέλεσε προδιαγεγραμμένη έκβαση της δανειακής «ανάπτυξης», μεταξύ των άλλων, που γνώρισαν ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες οι συγκεκριμένες χώρες.
Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι η Ελλάδα και οι άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου μετέτρεψαν τις οικονομίες τους, διαμέσου του δανεισμού, σε οικονομίες της ζήτησης και της κατανάλωσης σε δυσανάλογο επίπεδο απ’ αυτό των τεχνολογικών και παραγωγικών τους επιδόσεων.
Στις ελλειμματικές αυτές τεχνολογικές και παραγωγικές συνθήκες, επωάστηκε, μεταξύ των άλλων, η δημιουργία των «δίδυμων ελλειμμάτων» στα δημόσια οικονομικά (δημόσιο έλλειμμα, δανεισμός, χρέος) και στις εξωτερικές συναλλαγές της χώρας (έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου).
Ετσι, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, ο μεταπρατικός προσανατολισμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας αποδυνάμωσε σημαντικά τόσο τις παραγωγικές συνθήκες δημιουργίας πλεονάσματος όσο και τις δυνατότητες χρηματοδότησης της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, με αποτέλεσμα το παρατηρούμενο κενό χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας να καλύπτεται με εσωτερικό και εξωτερικό δανεισμό.
Και αυτό γιατί η τριτογενοποίηση μιας οικονομίας (υπηρεσίες, εμπόριο, τουρισμός), όπως για παράδειγμα της ελληνικής, συμβάλλει στην πραγματοποίηση της προστιθέμενης αξίας σε αντίθεση με την ανάπτυξη της παραγωγής του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα της οικονομίας, στους οποίους συντελείται η δημιουργία πλούτου και η παραγωγή προστιθέμενης αξίας.
Με άλλα λόγια, όταν το 2010 η ελληνική οικονομία αποκλείστηκε από τις διεθνείς αγορές, στην ουσία οι δανειστές και οι εκπρόσωποί τους (ΔΝΤ, ΕΚΤ, Ε.Ε.) αποφάσισαν ότι το μοντέλο αυτό της δανειακής «ανάπτυξης» χρεοκόπησε, με την έννοια της αδυναμίας μεταφοράς προστιθέμενης αξίας και πόρων για τη διατήρηση της βιωσιμότητας των εξωτερικών πληρωμών της χώρας.
Ετσι, η εγκαθίδρυση του μοντέλου της ελεγχόμενης χρεοκοπίας με την υλοποίηση των τριών Μνημονίων εσωτερικής υποτίμησης, κατέληξε, διαμέσου των δανειακών συμβάσεων, στη βιωσιμότητα των εξωτερικών πληρωμών της χώρας μας για τη διάσωση, κατά βάση, των τραπεζών τους.
Παράλληλα, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, συντελέστηκε η βίαιη μετατροπή (λιτότητα, ύφεση, ανεργία, φτωχοποίηση) της ελληνικής οικονομίας – από οικονομία της ζήτησης και της κατανάλωσης, σε οικονομία της προσφοράς, της επέκτασης των ιδιωτικοποιήσεων, του διαμετακομιστικού εμπορίου, του τουρισμού, των υπηρεσιών, της αποσύνθεσης της αγοράς εργασίας και της αποδιάρθρωσης του κοινωνικού κράτους.
H ορθή –κατά τη γνώμη μας– αναγκαιότητα επαναπροσέγγισης, που αναφέρει ο Χρ. Μέγας, του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος στη χώρα μας, προκειμένου, μεταξύ των άλλων, να ανακοπεί η βίαιη μείωση των συντάξεων και να επανέλθουν τα αναπτυξιακά στοιχεία της κοινωνικής αποταμίευσης, είναι δυνατή, ιδιαίτερα, στο πλαίσιο μιας αντίληψης διανεμητικότητας της κοινωνικής ασφάλισης και μιας στρατηγικής επιλογής δυναμικής ανάπτυξης και παραγωγικής αναδιάρθρωσης.
Αποτέλεσε σοβαρό επιστημονικό και κοινωνικο-πολιτικό λάθος, από το 2010 και μετά, η σύνδεση των οικονομικών του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης με τις ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους και με τα πλεονάσματα, παραγνωρίζοντας την οικονομική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ιδιοκτησία των καταβαλλόμενων εισφορών δεν ανήκει στο Κράτος, όπως οι φόροι, αλλά ανήκει στους ασφαλισμένους, τους συνταξιούχους και στις νέες γενιές.
Aπαιτείται στο μέλλον η ελληνική οικονομία να προσανατολίσει τις επενδύσεις της (δημόσιες, ιδιωτικές κ.λπ.) κατά προτεραιότητα και με όρους μιας δυναμικής ανάκαμψης (μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ τουλάχιστον 3,5%) προς την κατεύθυνση της τεχνολογικής αναβάθμισης της παραγωγικής της βάσης, της τομεακής και κλαδικής αναδιάρθρωσης της αγροτικής, μεταποιητικής-βιομηχανικής παραγωγής και της αύξησης των εξαγωγών διεθνώς εμπορεύσιμων και ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών.
Διαφορετικά, οι επιδόσεις της επαπειλούμενης αναιμικής και ήπιας ανάκαμψης, κατά βάση, εποχικής έντασης των παραγωγικών δυνάμεων, λόγω τουρισμού ή της ανάκαμψης από καταναλωτισμό εισαγόμενων, κυρίως, προϊόντων και υπηρεσιών, δεν θα επαρκούν για να αντιμετωπίσουν επαρκώς τις ανισότητες, να δημιουργήσουν σταθερές θέσεις εργασίας για τη νέα γενιά, να χρηματοδοτήσουν με επάρκεια το σύστημα κοινωνικής προστασίας και να βελτιώσουν σημαντικά το χαμηλό βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού, παρά μόνο, όπως την προηγούμενη περίοδο, με τη σταδιακή αύξηση των δανειακών ροών και την προοπτική της επώασης των αιτίων απασφάλισης της επόμενης κρίσης χρέους και των δυσμενών συνεπειών της.
Στη διεθνή οικονομία οι στρατηγικές επιλογές ανάπτυξης των οικονομικών και κοινωνικών σχηματισμών είναι σαφείς και καθαρές. Ή επιλέγεται η ανακατανομή των πόρων επιδιώκοντας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την ευημερία των πληθυσμών ή επιλέγεται η ανακατανομή των ανθρώπων προκαλώντας την προσφυγιά, τη μετανάστευση, τη φτωχοποίηση των πληθυσμών και τη διεύρυνση του χάσματος πλουσίων και φτωχών.
(από την παρουσίαση του βιβλίου)
*Ομότ. καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου
