Απολύτως προσγειωμένη, φιλική και απλή. Ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς από μια διάσημη μπεστσελερίστα, που ζει στο Μανχάταν και είναι αρχισυντάκτρια του περιοδικού Τ, ένθετου των «Νιου Γιορκ Τάιμς» για θέματα στιλ.
Συναισθηματική και χαμογελαστή. Ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς από μια συγγραφέα που επί 896 σελίδες υποβάλλει τον αναγνώστη στο «μαρτύριο» να ζήσει με κάθε φρικιαστική λεπτομέρεια τις χαρακιές και τους αυτοτραυματισμούς του νεαρού Τζουντ, κεντρικού ήρωα του πολυσυζητημένου μυθιστορήματός της «Λίγη ζωή» (εκδόσεις Μεταίχμιο), που το 2015 κυριάρχησε στον πλανήτη, έφτασε σε απόσταση αναπνοής από κορυφαία βραβεία (Μan Booker και National Book Award), υμνήθηκε από την κριτική, αλλά και λοιδωρήθηκε, κράτησε, πάντως, άγρυπνους επί μέρες και με κομμένη την ανάσα εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους.
Και στην Ελλάδα. Εξ ου και η επιτυχία που είχε η προχθεσινή εμφάνιση της 43χρονης Χάνια Γιαναγκιχάρα στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, καθώς μεγάλος αριθμός -νέων κυρίως σε ηλικία- απολύτως διαβασμένων φαν της, της έκαναν τολμηρές ερωτήσεις, αλλά και στήθηκαν σε μια μεγάλη ουρά για να υπογράψει το βιβλίο της.
Είχε προηγηθεί μια πλούσια σε υλικό συζήτησή της με τον συγγραφέα Γιώργο – Ικαρο Μπαμπασάκη, όπου η Αμερικανίδα συγγραφέας, γεννημένη στη Χαβάη από μπαμπά ντόπιο γιατρό και καλλιτέχνη και μαμά με ρίζες στη Σεούλ, ξεκαθάρισε αρκετά το μυθιστόρημά της, το οποίο δεν λέει να γίνει παρελθόν.
Ο σταρ Ιβο βαν Χόβε, που πρόσφατα είδαμε παράστασή του στο Φεστιβάλ Αθηνών, θα το ανεβάσει στο Αμστερνταμ, ενώ μίνι τηλεοπτική σειρά εκκρεμεί, μέχρι να εξασφαλίσει η συγγραφέας τον έλεγχο που απαιτεί πάνω της.
Ο Τζουντ, ιδιοφυής, πλούσιος και διάσημος δικηγόρος της Νέας Υόρκης, καταφέρνει και κρύβει από τους τρεις στενούς του φίλους από το κολέγιο, που τον λατρεύουν και τον στηρίζουν, το σακατεμένο από ξυράφια και κοψίματα κορμί του και, κυρίως, το μυστήριο των παιδικών του χρόνων: τότε που είχε πέσει θύμα συνεχών, φρικτών σεξουαλικών κακοποιήσεων.
Η Γιαναγκιχάρα θεωρεί ότι έγραψε ένα βιβλίο με θέμα τα τραύματα που ποτέ δεν μας εγκαταλείπουν, που κυριαρχούν μέσα μας, όση αγάπη και να παίρνουμε από τους γύρω μας. «Η αγάπη δεν μπορεί να μας σώσει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να αγαπάμε τους άλλους, γιατί αλλιώς θα χάναμε την ανθρωπιά μας», είπε.
Το ίδιο αδύναμη σε άγριες περιπτώσεις σαν του Τζουντ θεωρεί η συγγραφέας -περίεργο για Αμερικανίδα- και κάθε λογής ψυχοθεραπεία. «Είμαι καχύποπτη με τους ψυχιάτρους, είναι οι μόνοι γιατροί που δεν αναγνωρίζουν στον άνθρωπο το δικαίωμα να δώσει τέλος στη ζωή του. Η ψυχανάλυση δεν σώζει ζωές», είπε.
Αλλωστε είναι φανερό αυτό στο βιβλίο της. Ο Τζουντ, με ψυχοθεραπεία χρόνων και σπουδαίο γιατρό, δεν απομακρύνεται ούτε ένα βήμα από την προσωπική του κόλαση.
«Οι αυτοτραυματισμοί είναι ο τρόπος του να διεκδικήσει το σώμα του, να αποκτήσει πάνω του τον έλεγχο που κάποτε του αρνήθηκαν», είπε η Γιαναγκιχάρα. Και παραδέχτηκε πως δεν έκανε καθόλου έρευνα πριν βάλει τον Τζουντ στο χαρτί, «αλλά, ξέρετε πόσα γράμματα πήρα από θεραπευτές που μου είπαν “είχαμε κι εμείς έναν τέτοιο ασθενή;”».
Το «Λίγη ζωή» είναι ένα απολύτως ανδρικό βιβλίο για μια σφιχτά δεμένη ανδροπαρέα της προνομιούχας Νέας Υόρκης. Κάποιοι αναγνώστες λογικά είχαν ενοχληθεί από τη ζωή των τεσσάρων φίλων -με όλες τις ψυχικές τους ταλαιπωρίες- σε σούπερ σπιταρόνες και πανάκριβες διακοπές στο εξωτερικό, πόσο μάλλον που η Γιαναγκιχάρα, ενώ περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τι μαγειρεύουν και τι τρώνε, τους τοποθετεί στο… κενό. Χωρίς την παραμικρή αναφορά σε χρονολογίες, ιστορικά και πολιτικά γεγονότα.
«Ηθελα ο αναγνώστης να μείνει ανεπηρέαστος από εξωτερικά στοιχεία. Να τον παγιδεύσω στον κλειστοφοβικό και προσωπικό κόσμο των ηρώων μου. Ναι, είναι πλούσιοι και πετυχημένοι, δεν καταλαβαίνω γιατί τα χρήματα να είναι λογοτεχνικό ταμπού σήμερα, στη λογοτεχνία του 17ου αιώνα το χρήμα καθόριζε και κινούσε όλα τα βιβλία της Τζέιν Οστεν. Θα ήταν και ανέντιμο να γράψω για μια Νέα Υόρκη που δεν έχει σχέση με τη δικιά μου και των φίλων μου», είπε.
Είχε, δε, έναν απολύτως γυναικείο τρόπο να μιλήσει για τον ανδρικό κόσμο του μυθιστορήματός της. «Μεγάλωσα με γυναικοπαρέες. Μου άρεσε, όμως, να παρατηρώ τους άνδρες, σαν ανθρωπολόγος. Πιστεύω ότι, σε αντίθεση με τις γυναίκες, στις οποίες επιτρέπεται να εκφράζουν τα αισθήματα και την ευαισθησία τους, δεν έχουν πολλούς εναλλακτικούς τρόπους για να υπάρξουν. Είναι εγκλωβισμένοι, χωρίς καν τις λέξεις για να μιλήσουν για τους φόβους τους. Πόσο καλύτερο θα ήταν για τους ίδιους, αλλά και την κοινωνία, αν αναθρέφονταν διαφορετικά. Γι’ αυτό θέλησα το δικό μου βιβλίο να μην έχει ίχνος ειρωνείας, να πλημμυρίζει από συναισθήματα».
Το «Λίγη ζωή», σε μετάφραση Μαρίας Ξυλούρη, είναι ιδανικό και χορταστικό ανάγνωσμα για τις διακοπές μας. Τον Οκτώβριο, το Μεταίχμιο θα βγάλει και το πρώτο μυθιστόρημα της Χάνια Γιαναγκιχάρα, «Ο άνθρωπος στα δέντρα» (2013). Πάλι το θέμα της κακοποίησης την απασχολεί, μέσα από την πραγματική ιστορία του νομπελίστα Ιατρικής Ντάνιελ Κάρλτον Γκάντουζεκ (1976), που καταδικάστηκε για σεξουαλική κακοποίηση παιδιών στην Παπούα, Νέα Γουινέα.
