«Συχνά η ευτυχία μιας ψυχής εξαρτάται από τις δυνατότητες που η συγκεκριμένη ψυχή έχει: μικρές χαρές αρκούν για μικρές δυνατότητες*».
Η Ρόζα, η καμπούρα, η παραμορφωμένη ηρωίδα-νάνος του Μικέλε Σέριο στο αριστουργηματικό του μυθιστόρημα «Η Κυρά των Λύκων», φεύγει, το σκάει. Πέφτει στα τέσσερα. Θηριόμορφη ξεχύνεται στις άπλες, στ’ ανοιχτά· ή, μ’ άλλα λόγια, μέσα της, στο ξέφρενο αίμα της και στο πρωτογενές της Είναι. Σε μια βεγγαλική μα μυστική εξέγερση αποκηρύσσει την όρθια στάση των δίποδων, αιτία των πόνων και του αγκομαχητού της.
Στο σάλτο της η απόκληρη εξαίσια καταργεί οίκτους, συνωμοτικές σιωπές και ενοχικές φροντίδες. Αμολιέται στα δάση, ουρλιάζει σ’ ερωτικό κάλεσμα, εισέρχεται στην απαγορευμένη έως τώρα περιοχή της ήβης της –στη ζωική, ελεύθερη, απενοχοποιημένη της θηλυκότητα– και σμίγει με τους λύκους.
Οι λύκοι αφηνιάζουν μέσα στο ανθρώπινο αγρίμι που αποδεικνύεται παραπάνω από ισάξιο, σ’ οργασμική φιέστα. Η αυγή την χρίζει την εκλεκτή ερωμένη τους – θέση που πρέπει πάση θυσία να διατηρηθεί αφού απ’ αυτήν θα εξαρτάται στο εξής η επιβίωσή της. Ό,τι πηγαία κερδήθηκε στο ζενίθ του σεξουαλικού σφρίγους πρέπει τώρα έντεχνα να διατηρηθεί ώστε ν’ αποφευχθούν οι μοιραίες συνέπειες του νόμου της εναντιοδρομίας.
Για να παραμένει βασίλισσα, η Ρόζα στρέφεται διαισθητικά στη γη· την ψαύει, την ανασκαλεύει, πειραματίζεται. Παρασκευάζει μαντζούνια και ναρκωτικά· άλλα για επούλωση τραυμάτων, άλλα για καταστολή των ασυγκράτητων εραστών της, άλλα για ξανάνιωμα των γερόλυκων και άλλα για κατευνασμό της ζήλιας των λυκαινών. Γίνεται έτσι η θεράπαινα μάγισσα με το εξασφαλισμένο κυνήγι να την περιμένει καθημερινά στην εμπασιά της σπηλιάς της.
Από την αρχή –αν και τώρα από θέση υπεροχής και όχι από τη γωνία– επιδίδεται σ’ έναν καινούργιο χαμαιλεοντισμό· σε εκ νέου στρατηγικές που θα εξασφαλίσουν τη συμβίωση και επιβίωσή της. Δεν είναι άλλωστε όμοια των λύκων, όπως δεν ήταν όμοια των ανθρώπων. Αναμεσίς ανθρώπου και ζώου εμπειράται την αλλαγή της κοινωνίας σε αγέλη.
Χίλιες φορές καλύτερα· στα δάση ελευθερώθηκε το σώμα της. Χίλιες φορές χειρότερα· αδύνατον εδώ να κρυφτεί ή ν’ αδρανήσει. Κάθε άλλο παρά μεσοβέζικο, αμείλικτο σαν τα θηρία του, τούτο το εξωτερικό και εσωτερικό τοπίο δεν οδηγεί αργά, σταδιακά, σαν τις εκπολιτισμένες αρένες, σε νέκρωση ή μαρασμό· ακαριαία σκοτώνει. Για ακόμα μια φορά ισχύει ο νόμος του ισχυρότερου, μα το ίδιο άμεσος με την ηδονή έρχεται εδώ ο θάνατος, όχι ύπουλος και παρασκοτισμένος.
Διόλου τυχαία η φύση και η ονομασία του απρόσμενου επισκέπτη· ένα τραυματισμένο πουλί που η Ρόζα θα ονομάσει Ταυτότητα, εισβάλλει στη σπηλιά της.
Εναντιώνεται στην αναπάντεχη έλευση. Το θέαμα του πληγωμένου, ανυπεράσπιστου πλάσματος τής δημιουργεί αποστροφή ενώ το ξέσπασμα βίας πάνω του επικυρώνει ότι και οι δικές της πληγές είναι ακόμα ανοιχτές και ίσως να έχουν προστεθεί κι άλλες. Προβάλλοντας στο πουλί τον εαυτό της, η μάγισσα του δάσους θα το γιατρέψει για να γιατρευτεί η ίδια.
Μια καινούργια αναγκαιότητα οδυνηρά προκύπτει. Η ναι μεν ακινητοποιημένη –όχι δίποδη, όχι τετράποδη, μα φτερωτή επισκέπτρια– σηματοδοτεί την κυοφορία μιας τρίτης εκδοχής και φύσης. Η υποταγή που η Ρόζα δοκίμασε στ’ ανθρώπινα έχει τώρα την ίδια γεύση με τον θρίαμβο που εισέπραξε στα ζωώδη: γίνονται αμφότερα πεπερασμένα. Η εγγαστριμυθία μπαίνει σε τροχιά και οι πολύωρες «συζητήσεις» με το πουλί γίνονται η κατάδυση στον εαυτό που αρχίζει δειλά να συγκροτείται και να υφαίνει την ιστορία του.
Για να την κρατά κοντά της, κάθε φορά που η Ταυτότητα αναρρώνει, εκείνη τής καταφέρνει ένα καινούργιο ύπουλο χτύπημα που την ακινητοποιεί ξανά και την εξαναγκάζει στις φροντίδες της· άρα στην εκ νέου παραμονή, ευγνωμοσύνη και εξάρτηση από την κυρά της.
Ξεχνιέται όμως στο περιστέρι και δεν αντιλαμβάνεται το αραίωμα το λύκων της. Ώσπου μια μέρα, κεραυνός εν αιθρία, χτυπά το μοιραίο αποτέλεσμα: η ανθρώπινη κτηνωδία και εισβολή ξεκλήρισαν τα υπέροχα αγρίμια της, αφήνοντας την ερωμένη δίχως εραστές, δίχως βασίλειο τη βασίλισσα και την προστάτιδα δίχως προστάτες.
Παράλληλα, ο Ροκ ο αθάνατος συνειδητοποιεί, με ψυχοσωματικό πόνο, τον δικό του μονόδρομο: δεν του μένει άλλο απ’ το να ζήσει. Η ζωή είναι γι’ αυτόν αδιέξοδη αφού, εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα ανθρώπινα πλάσματα, δεν υπακούει στους φυσικούς νόμους που θα καθιστούσαν ενδεχόμενη την αυτοκτονία. Ισόθεος; Ενσαρκωμένο καπρίτσιο και φάρσα άνωθεν ψυχαγωγίας; Και αφού, σαν όλα τα δίπολα, η ζωή υπάρχει χάρη στον αντίποδά της, τι είδους υφή και νόημα έχει η φασματική ζωή του;
Στον τρίφυλλο καθρέφτη του πατρικού του, ο τρίτος και καταλυτικός ήρωας, Γκούντερ, αντικρίζει το τριπλό του είδωλο ή το είδωλό του τεμαχισμένο στα τρία. Αντικατοπτρισμός που εσωστρέφεται, αγκιστρώνοντας βάθη των οποίων την ύπαρξη ο μικρός ακόμα δεν υποπτεύεται, και εικόνα νομοτελειακή, εμφωλευμένη στα γονίδια που εξωστρέφεται και σχηματίζεται στον καθρέφτη.
Γόνος τυπικής μικροαστικής οικογένειας, είναι ο γιος και μαθητής υπόδειγμα. Διαπρέπει σ’ ό,τι κι αν καταπιάνεται· το μέλλον του προβλέπεται λαμπρό, γεμάτο υποσχέσεις. «Η υπεροχή είναι γι’ αυτόν προετοιμασία για τη φυγή*». Ώσπου σιμώνει η στιγμή που, σαν τη Ρόζα, κι αυτός φεύγει.
Το σκάει και αυτός με διπλή φορά: σ’ έναν καταποντισμό προς τα μέσα, σε μια αχαλίνωτη κούρσα προς τα έξω, σε ριψοκίνδυνο πείραμα, σε εξερεύνηση του εαυτού, σε δίχως σκόντο δοκιμασία των ορίων του – ανθρώπινη επιλογή που οι μικρόνοες συχνά αποκαλούν αυτοκαταστροφή. Κατοχυρώνει το αποκλειστικό δικαίωμα να σπαταλήσει όπου θέλει την ευφυΐα του που είναι έτσι κι αλλιώς δικιά του, να φάει όπως θέλει τη σάρκα του, να μην τη διοχετεύσει σ’ αυτούς, να μην τους θρέψει. Ξέρει σαν ποιους δεν θα γίνει, αλλά το ποιος θα γίνει δεν είναι ίσως στον έλεγχό του.
Οιωνοί, οδοδείκτες και ενθύμιο, οι καθρέφτες τον προαπαντούν στις τρώγλες που καταλύει. Τσάκισε μέσα του τον χαρισματικό νέο που θα κατάφερνε την κοινωνική καταξίωση· τυχοδιώκτης τώρα και εκδιδόμενος κρύβεται.
Μα είναι πλάσμα ελκτικό, λιμπιντικό, και η μάχη του να μένει στην αφάνεια είναι χαμένη μάχη. Κάθε που γίνεται άνευρη, η ατμόσφαιρα τον χρησιμοποιεί για να εντείνει τον παλμό της.
Σαν τη Ρόζα, σε σαδομαζοχιστική σχέση με τον εαυτό, ξεπλένει, από εφαλτήριο διαφορετικό, την υπαρξιακή ενοχή του. Δεν ήταν η ντροπή, ήταν το καύχημα της μάνας του, δεν ήταν το έκτρωμα, ήταν το δώρο, δεν ήταν η αποστροφή, ήταν το ερωτικό ξεσήκωμα, που όμως προκαλεί το ίδιο λύσσασμα, τον ίδιο κανιβαλισμό, την ίδια στριμωγμένη ανάγκη να τον αφανίσουν.
Αρρωστημένα πάθη, συμβάντα που απειλούν τη ζωή του, τον αναγκάζουν, σε μια έσχατη ενστικτώδη κίνηση να σωθεί από το αχαλίνωτο που έχει δημιουργήσει, σε κορωνίδα μαζοχισμού, να υποδύεται τον μουγκό, τον τυφλό και τον κουφό. Αφήνεται, άδειο σακί, στις ορέξεις των σοδομιστών του, ώσπου: «Τώρα ο Γκούντερ ζούσε σαν πραγματικότητα τις προσποιήσεις του*».
Η τυφλή κόντρα στον μισητό μικροαστισμό των γονιών του δεν κατάφερε άλλο από ό,τι καταφέρνει οποιαδήποτε ζωή δομείται σε αντίδραση μιας άλλης: του επιφυλάσσει τον κοινό παρονομαστή, την ανακύκλωση του ίδιου, αν και από την ανάποδη, συμπεριφορικού μοτίβου και κατά συνθήκη ψεύδους. Είναι εξίσου μη-ζωντανός, εξίσου αποστραγγιγμένος και στερημένος από αλήθεια και από έρωτα, με τους γεννήτορές του.
Ξεσπά την απόγνωσή του στον μόνο ακέραιο καθρέφτη που βρίσκεται στο διάβα του. Ο καθρέφτης κερματίζεται στα τρία και τον καταπίνει τεμαχισμένο στα τρία.
Ο Γκούντερ-γίγαντας που υπήρξε στην εφηβεία, ο Γκούντερ-νάνος που αυτομαστιγώθηκε για να εξιλεωθεί και ο Γκούντερ-γυναίκα, το δοχείο, η παθητικότητα και το χάος είναι τώρα ο τριμερής εαυτός του. Ένα εφιαλτικό κορμί και μια απόκοσμη στριγκιά φωνή είναι ό,τι απέμεινε απ’ την εξέγερσή του. Επισκεπτόμενος «τυχαία» ένα τσίρκο αποφασίζει πως η τριχοτομημένη του ύπαρξη μπορεί, σ’ ένα τέτοιο μέρος, να ξαναγίνει μία. Οραματίζεται το τσίρκο του, το κάνει τατουάζ στο φρικαλέο κορμί και ξεκινά να το πραγματώσει.
Εάν δύναται να υπάρξει ορισμός της φυσιολογικότητας, τότε οι τρεις ήρωες του Σέριο μοιράζονται το ίδιο κοινό στοιχείο: την απόκλιση απ’ αυτήν. Στριμωγμένοι σε νόρμες όπου συνιστούν παραφωνία, στιγματίζονται από το αδύνατο της μέσης οδού και το αναπόφευκτο διαζευκτικό ή: ή θα χαθούν ή θα λυτρωθούν –ό,τι κι αν σημαίνει γι’ αυτούς λύτρωση.
Ας προσέξουμε εδώ το σημείο κλειδί: η ιδιαιτερότητα των δύο εκ των τριών είναι εκ γενετής, έμφυτη· τουτέστιν, δύσκολο να παραπλανηθεί από σειρήνες επίκτητων συμπεριφορών και στοιχείων. Ο Σέριο καθιστά έτσι σαφές ότι η αυτοπραγμάτωση –στην οποία θα φτάσουν οι συγκεκριμένοι δύο αλλά όχι ο τρίτος– δεν είναι ζήτημα διανοητικών τεχνασμάτων αλλά ένα αυστηρά οργανικό ζήτημα.
Ο Ροκ, που ως χαρακτήρας περισσότερο μαντεύεται παρά αναλύεται, φέρει σπερματικά, κατ’ όνομα και φύσει, το χαρακτηριστικό της φιλοσοφικής λίθου, σ’ ένα μυθιστόρημα που από αρχής έως τέλους διαπνέεται διακριτικά, όπως αρμόζει στη μυστική τέχνη, από την αλχημεία: είναι αθάνατος. Ακόμη, έχει εκείνο τον ναΐφ ψυχισμό, την άδολη καρδιά που είχε και ο Πάρσιφαλ – εχέγγυα αναγκαία για την ανεύρεση του ελιξίριου, του Ιερού Δισκοπότηρου, της lapis. Σαν τον Ροκ, ο Πάρσιφαλ ήταν ο τελευταίος τροχός της αμάξης, η πεταμένη πέτρα που θα μεταμορφωθεί σε φιλοσοφική λίθο.
Και στους τρεις ωστόσο ήρωες –μέσω της κομβικής στιγμής της αποτίναξης του κοινωνικού ζυγού και της κοφτής απάρνησης της μαριονετίστικης υποΰπαρξης που αυτός επιτάσσει– το εσωτερικό ουρλιαχτό γίνεται κάλεσμα μεταμόρφωσης. Η μάταιη προσπάθεια να ενσωματωθούν στον περίγυρο τούς κοστίζει την απώλεια της ζωτικότητας και του σφρίγους. Ο ψυχοσωματικός πόνος που ακομπανιάρει την αίσθηση της κενότητας και της έλλειψης νοήματος πυροδοτεί την απαρχή του αλχημικού τελετουργικού, το nigredo.
Καταποντίζονται στα αρχέγονα ερέβη της prima materia. Η υπερχείλιση του συλλογικού ασυνειδήτου τούς εξακοντίζει στα αρχετυπικά του σύμβολα, στο δάσος, στη σπηλιά στον καθρέφτη – όλα τους πύλη για το αντάμωμα με το χθόνιο στοιχείο. Ανασυρμένο από τη σεληνιακή μυθολογία, θα ενεργοποιηθεί το αρχέτυπο του νυχτερινού ταξιδιού στον Κάτω Κόσμο, στον Αμέντι, στον Άδη.
Από το σκοτεινό άγνωστο του ασυνειδήτου, το Κρόνιο κατασπάραγμα, τον κερματισμό της εγωϊκής συνείδησης θα λάμψει πάλι το φως του φεγγαριού –το πρώτο, πανάρχαιο συντρόφευμα στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου– και θα καταλαγιάσει το τρόμαγμα, θα δώσει πυξίδα. Η μαύρη πλευρά του φεγγαριού δεν είναι παρά η άλλη πλευρά του. Από τα ερέβη και την αποσύνθεση θα έρθει η κάθαρση, η ανασυγκρότηση, η λεύκανση, το albedo.
Οι διόλου τυχαία τρεις τον αριθμό ήρωες, που άλλωστε θα συνυπάρξουν στο «Τσίρκο Γκούντερ», θα περάσουν από τα τρία αλχημικά στάδια τόσο μεμονωμένα όσο και ως τριάδα. Δεν θα παίρναμε μεγάλο ρίσκο αν υποθέταμε πως οι τρεις ήρωες αποτελούν ουσιαστικά έναν.
Μια μέρα η Ταυτότητα ορμά στην αφέντρα της, μπήγει τα νύχια στην καμπούρα στην απεγνωσμένη της προσπάθεια να μεταδώσει κίνδυνο. Η απορρόφηση της κυράς της στον ίδιο της τον ψυχισμό την έχει κομμάτι εξημερώσει. Όχι χωρίς κόστος, το καταλάγιασμα των ζωικών ενστίκτων ατρόφησε τ’ ανακλαστικά της.
Τη στιγμή εκείνη που η παλιά Ρόζα θα ήταν όσο ποτέ σ’ επιφυλακή –στο μισοκόπασμα, όταν απλώνει στην ευαλωτότητα, πρώτη φορά, διστακτικά, το χέρι– εισβάλλει εκείνος που την παραμόνευε, ο ψυχογράφος της και δαμαστής, το κάρμα. Ο Γκούντερ καιροφυλακτεί για το μεγάλο λάφυρο, τη γυναίκα-ζώο που θα του απογειώσει τα κέρδη. Η Ρόζα πιάνεται αιχμάλωτη στην κλούβα του τσίρκου.
Ποιος γνωρίζει καλύτερα απ’ αυτόν πώς να την κάνει να σπάσει; Να την εκμηδενίσει σωματικά και ψυχολογικά ώσπου να γίνει υποχείριό του; Με τον κατάλληλο φωτισμό που κρύβει την τερατομορφία του, και αφού έχει έρθει με μια όμορφη αρτίστα σε στύση, συνουσιάζεται με το φυλακισμένο αγρίμι, μέχρι που του αποσπά την υπογραφή του για το τσίρκο.
Όταν κρατά πια το υπογεγραμμένο συμβόλαιο στο χέρι, την αποφυλακίζει για να της προσφέρει όλες τις δυνατές πολυτέλειες και ανέσεις. Σε αντάλλαγμα, η αφελής στις ανθρώπινες στρατηγικές και στερημένη από το ανθρώπινο κορμί Ρόζα, εξανθρωπίζεται. Όταν δεν εκτελεί το ζωώδες της νούμερο στην παράσταση περπατά στα δυο πόδια, στολίζεται, κοιμάται σε μαλακό στρώμα· για άλλη μια φορά μιμείται.
Όταν μπροστά στα μάτια της η απάτη αποκαλύπτεται, ένα δαμασμένο, προσβεβλημένο, μα ακόμα ικανό ζώο, ξέφρενα πάλι καλπάζει. Ομολογεί κραυγάζοντας σε μια τρέμουσα νύχτα την ήττα του και το ψυχρό συναίσθημα που μέλλει στο εξής να το διαφεντεύει.
Ώσπου ο αθάνατος βρίσκεται, κι αυτός, τραυματισμένος στη σπηλιά της. Ξέρει ήδη πώς να αιχμαλωτίζει με τη νοσηλεία της. Ο Σέριο δεν παραλείπει να υπογραμμίσει την ημέρα του ανταμώματος με το άξαφνο φανέρωμα ενός μαύρου σκαραβαίου, στρατολογώντας, σ’ ένα αρχετυπικό σκηνικό, ένα ακόμα σύμβολο αθανασίας. Ο ταπεινός υπηρέτης του Ακατάλυτου θα συμβάλει στο έργο που έχει να επιτελέσει το Περιστέρι.
Η Ρόζα τού περιδένει τα τραύματα, τον ποτίζει ναρκωτικά, τον τυλίγει στη σαγήνη της αφήγησης και, όπως ακριβώς είχε πράξει ο δαμαστής της, σκηνοθετεί κολακευτικά το φριχτό σώμα της αφήνοντας πρώτο λόγο στις ψυχρές ρουφήχτρες των ματιών της. Θέλει, με τη σειρά της, ν’ αποσπάσει και τη δική του υπογραφή για το τσίρκο. Και ιδού το απόλυτο νούμερο της παράστασης: κάθε βράδυ το ανθρώπινο αγρίμι μάταια εκσφενδονίζει στον αθάνατο το μαχαίρι.
Μα η μεγάλη ανατροπή αρχίζει να κρυφανασαίνει στα βογγητά της συνουσίας. ο αθάνατος την ερωτεύεται. Γιατί ο έρωτας είναι θάνατος, μέσα στη γυναίκα-ζώο που είναι ικανή να υφαίνει τα άκρα που η φασματικότητά του χρειάζεται, ο Ροκ αυτολησμονιέται, εκ βαθέων «πεθαίνει», βρίσκοντας επιτέλους τον άλλο πόλο, τη ζωή που δεν είναι λίγη για τα μέτρα του και που τον πραγματώνει. Εξαρχής πίστευε πως το όνομα του πουλιού ήταν Θανή.
Με τον συμβολικό θάνατο του Ροκ μέσα στη Ρόζα τελείται η ένωση αρσενικού και θηλυκού, η διάλυση του ενός μέσα στο άλλο, η εκ νέου ανάδυση του άφυλου για αρκετό καιρό εμβρύου στη μήτρα, και το ουσιαστικό νιώσιμο της ερμαφρόδιτης ανθρώπινης φύσης, αφού το αρσενικό και το θηλυκό εμπεριέχονταν εξαρχής το ένα στο άλλο προτού ένα χρωμόσωμα τελικά τα διαχωρίσει. Παύοντας τα σχίσματα, τελείται εδώ ο γάμος των πολικών αντιθέτων που στα άκρα τους πονά η ανθρώπινη ψυχή και ο παυσίλυπος Ερμαφρόδιτος, ένα τρίτο πλάσμα, γεννιέται.
Όχι τυχαία, στην αρχαία ποίηση της Μαύρης Γης, της γης που γέννησε την αλχημεία (αλ Κεμ, Αίγυπτος) ο εραστής αποκαλεί την ερωμένη «αδελφή του» και αντίστοιχα η ερωμένη εκείνον «αδελφό της». Σύμφωνα με τον μύθο της Ίσιδας και του Όσιρι, τα δυο αδέλφια ερωτοτροπούσαν ήδη στην κυοφορούσα μήτρα της μητέρας τους αποτελώντας εκ συλλήψεως τη διπλή όψη του ιδίου νομίσματος.
Στο Οσιρικό δράμα η απαρηγόρητη Ίσις δεν αναζητά άλλο απ’ το χαμένο της μισό, τον κομμένο φαλλό της. Ακόμη, οι ανάλογες εικόνες της αλχημείας είναι αιμομικτικές. Στην ιερογαμία της Λούνα και του Σολ, του Κόκκινου Άνδρα και της Λευκής Γυναίκας, του Βασιλιά και της Βασίλισσας, του Ήλιου και του Φεγγαριού –όπου ο Ήλιος είναι το άρρεν και η Σελήνη το θήλυ– σμίγουν η μάνα με το γιο ή ο αδελφός με την αδελφή του. Απόηχος της αιμομιξίας Θεών και βασιλέων· ταυτόχρονος υπαινιγμός ότι το παν κυλάει μέσα στο ίδιο μας το αίμα.
Υπό τη σκέπη του περιστεριού –της Ψυχής, του Πνεύματος– τελείται ο αλχημικός γάμος. Σε κάποιες αλχημικές εικόνες η θεά του έρωτα Αφροδίτη, κρατά δυο πυρσούς: ο ένας δείχνει προς τα ανώτερα και ο άλλος προς τα κατώτερα ένστικτα. Είναι μέσω του ζωώδους τους έρωτα που πνευματικά ανυψώνονται. Είναι η μεταξύ ηλίου και φεγγαριού απόχρωση των γενετήσιων υγρών στην ολοκλήρωση της ένωσης που τους επανασυγχωνεύει στην massa confusa, τη χαώδη αρχή, από την οποία εκπορεύτηκαν, στη μήτρα της επαναγέννησης. «Ο Ροκ πράγματι άγγιξε σφαίρες όπου η σάρκα σταματάει να υπάρχει, παρόλο που μόνο με το κορμί μπορείς να τις φτάσεις. Σφαίρες όπου υπάρχει μόνο φως, φως, φως!* »
Στο μυθιστορηματικό ρέκβιεμ, το πολυφημισμένο «Τσίρκο Γκούντερ» θα δώσει την πιο ακριβοπληρωμένη παράσταση που θα το απογειώσει. Για τις ανάγκες της τελευταίας σκηνής, ο συγγραφέας ντύνει τον Ροκ μ’ ατόφιο χρυσάφι, τη Ρόζα μ’ ασήμι και τον Γκούντερ με διαμαντένια περιβολή. Είναι εδώ που θα διαδραματιστεί και το τελικό στάδιο του αλχημικού τελετουργικού, τo κοκκίνισμα, η δημιουργία του corpus incorruptibile ή διαμαντένιου σώματος, το rubedo.
Ο Σέριο διακωμωδεί όλο τον διάκοσμο που στριμώχνει στις κερκίδες. Εκεί βρίσκονται η περήφανη τώρα οικογένεια της Ρόζας, οι συμμαθητές του Γκούντερ, ένας αστυνομικός που αποπειράθηκε να σκοτώσει τον Ροκ, τηλεοπτικές κάμερες, ο βασιλιάς και η βασίλισσα, κρατικοί αξιωματούχοι.
Προηγείται ξέσπασμα σφοδρού ανέμου στα βαγόνια των τριών. Έκπληκτος ο Ροκ βλέπει ό,τι αγγίζει να γίνεται χρυσάφι. Όταν η Ρόζα καταλαβαίνει πως ο σαρωτικός άνεμος απορρέει από τα χορευτικά και τα παιχνιδίσματα της Ταυτότητας τη μαλώνει, και σαν παιδί που έκανε σκανταλιά, η Ταυτότητα υπακούει απαντώντας για πρώτη φορά, όχι με δανεική φωνή αλλά με τη φωνή της.
Μην και δεν συμβαίνει έτσι στις πιο υψηλές στιγμές; Η ψυχή να θέλει να παίξει σαν παιδί, ν’ αλητέψει; Λίγο η λύτρωση, λίγο η χαρά, λίγο η άμυνα του οργανισμού στο σοκ που μπορεί να καταφέρει μια κατάσπλαχνη αλήθεια, λίγο η ίδια η φύση της αλήθειας που είναι παιδική, λίγο αυτό το χραπ-χραπ-χραπ των ακαριαίων, των τόσο σωστά υπολογισμένων και τόσα χρόνια περιεργασμένων κινήσεων που θ’ ακολουθήσουν, και η ψυχή παίζει.
Το παιχνίδισμα της ψυχής μεταμορφώνει το «τώρα» σε «πάντα». Το άγνωστο μπροστά τής είναι οικείο, το θυμάται, και ο άνεμος –η πνοή, το Πνεύμα– αγριεύει, συθέμελα απειλεί να σαρώσει ενώ η ψυχή ετοιμάζεται να αθανατοποιήσει.
Το αγρίμι θα εκσφενδονίσει ξανά στην καρδιά του αθάνατου το μαχαίρι. Βλέποντάς τον όμως, πρώτη φορά απόψε να χαμογελά, κοντοστέκεται και ο χρόνος παγώνει. Στα μάτια του λάμπει η αγάπη του γι’ αυτήν και είναι πια τρωτός, άοπλος. Ίσως απόψε το μαχαίρι βρει στόχο.
«Εκείνη την ιδιαίτερη στιγμή της ζωής του η θανάσιμη κίνηση της Ρόζας με το μαχαίρι να τον σημαδεύει, συνέδεσε άθελά του τα διασκορπισμένα νήματα της ψυχής του, έχυσε τη σταγόνα του υδράργυρου πάνω στο φλογισμένο χωνευτήρι του εγώ του. Και η μετατροπή ολοκληρώθηκε. Απαράλλαχτο ανά τους αιώνες, το αρχαίο τελετουργικό έφτασε ξανά στον στόχο του. Ο Ροκ ξέρει πως από τώρα και στο εξής θα περιπλανιέται στον κόσμο καλυμμένος από χρυσάφι ακόμα κι αν ελεεινά κουρέλια σκεπάζουν το κορμί του: παντού και οπωσδήποτε, αυτός θα είναι ο Ροκ ο Άνθρωπος, τελεία και παύλα»*.
Χρυσαφένιο, ασημένιο και διαμαντένιο φως εναλλάσσονται και σμίγουν στην πίστα καθώς ο Γκούντερ επεμβαίνει για να περισώσει ό,τι μπορεί. Διατάζει τη Ρόζα που εκτοξεύει τελικά το μαχαίρι μα η Ταυτότητα προλαβαίνει και μπαίνει ασπίδα στο στήθος. Με την παρέμβασή της, το μαχαίρι δεν βρίσκει στην καρδιά, μα τραυματίζει πουλί και άνθρωπο στα πλευρά. Ο Ροκ και η Ρόζα τρέχουν ο ένας στον άλλον. Για ν’ αγκαλιάσει τη νάνο, γονατίζει πορφυρίζοντας και τα δικά της πλευρά.
«Εκείνη τη στιγμή το πρόσωπο του Γκούντερ παραμορφώνεται από έναν φοβερό μορφασμό. Δεν παρευρίσκεται απλώς στην αποτυχία της ζωής του, αλλά συνειδητοποιεί πως οι δύο κατοπτρικές του εικόνες –η νάνος και ο γίγαντας, οι μαριονέτες του, του δείχνουν ξεδιάντροπα το πραγματικό περιεχόμενο του δυνατού ανέμου που θα μπορούσε επιτέλους να οδηγήσει στο αίμα αλλά με σιδερένια νήματα, πλαστικούς χόνδρους, μακριές νάιλον φλέβες. Ούτε μια σταγόνα αίμα δεν χύθηκε στη γη*».
«Ένας σεισμός χωρίς προηγούμενο στο θαλάσσιο-γήινο-αέρινο είναι του, ερημώνει την ψυχή του. Ελπίζει πως η φρικαλέα βιβλική καταστροφή, θα τελειώσει αργά ή γρήγορα. Αλλά καταλαβαίνει πως αυτή η κοσμοχαλασιά θα τελειώσει μόνον όταν προφέρει το μοιραίο «ναι» στη ζωή, ναι σ’ αυτό το στοίχημα το μάταιο κι όμως πρωταρχικό που είναι η αγάπη, ναι στον αναγεννημένο από αγάπη εαυτό του. Αλλά, εν αντιθέσει με τον Ροκ και τη Ρόζα, του λείπει ένα πρόσωπο που πάνω του θα έστρεφε γεμάτος εμπιστοσύνη την ενέργειά του»
και: «αυτή τη φορά όμως το παιχνίδι δεν μπορεί να πετύχει. Πολύ υψηλή η μίζα για να κερδηθεί μ’ ένα μπαγιάτικο κόλπο. Το δίλημμα της ψυχής του, που επί πολλά χρόνια εξευτελιζόταν από διανοουμενίστικα σοφίσματα, είναι πραγματικά αδυσώπητο: η τη ζωή, τον κόσμο, την αγάπη ή εκείνο που απομένει, ό,τι κι αν είναι αυτό*».
Ο Γκούντερ «για μια ακόμα φορά άφοβα, παρανοϊκά επιλέγει όχι*». Το τσίρκο σπάζει σε χίλια κομμάτια και αρπάζει φωτιά. Άλλοι καίγονται, άλλοι καταπατώνται στον χαμό και άλλοι κατασπαράσσονται από τα ζώα του τσίρκου. Δεν σώζονται παρά οι εραστές μέσα σ’ ένα προστατευτικό κύκλο στην κορφή, μια μαντάλα.
Από μιαν άποψη λοιπόν ο Γκούντερ αποτυγχάνει να φτάσει στον στόχο, την αθανασία, την οποία επεδίωξε με κάλπικα, τεχνητά μέσα. Από μιαν άλλη, δίχως αυτόν, δεν θα την είχαν βρει ο Ροκ και η Ρόζα, για τους οποίους το τσίρκο του αποτέλεσε σταυροδρόμι.
Όλα αυτά τα παράξενα που εκτυλίσσονται στα παρασκήνια όπου, εν τη γενέσει τους κιόλας, θα τα στείλει η κοινωνία –όχι γιατί κωφεύει αλλά γιατί, ίσα-ίσα, σαν ένα καλά εκπαιδευμένο λαγωνικό οσμίζεται οτιδήποτε μπορεί να υπονομεύσει τα τόσα της προσωπεία– γίνονται μυστική γνώση. Γνώση βιωματική που αποκτάται στα ενδότερα αφού ο αλχημιστής δεν είναι παρά το ίδιο το αλχημικό πείραμα, ένα πεδίο μεταβολών, υποκείμενο σε αιώνια μεταμόρφωση, ένα «τα πάντα ρει». Εν αντιθέσει, η κοινωνία χρειάζεται την παγίωση, το στερεότυπο, αυτό που συνήθως αποκαλεί «φυσιολογικό» και εξασφαλίζει τη διάρκειά της μα που ποτέ μα ποτέ δεν εξασφάλισε το άλμα της.
Μια δύσκολη ζωή και μοίρα μοιάζει να είναι η αναγκαία προϋπόθεση κάθε αυτοπραγμάτωσης. Τίποτα ουσιαστικό δεν χαρίζεται εύκολα και αν τελικά υπάρχει αθανασία ίσως αυτή να είναι η σφοδρότητα με την οποία αποτυπώνεται, παρά το φευγαλέο ανθρώπινο πέρασμα από τη ζωή, στα ακασικά αρχεία η αυτοπραγμάτωση, αφήνοντας ανεξίτηλη σφραγίδα. Μια άλλου είδους παγίωση, μια αποκρυστάλλωση φερμένη από τη ροή, το Ύδωρ, τον Μερκούριους.
Η χωριστικότητα, το σχήμα, η μορφή, είναι η πηγή του ανθρώπινου πόνου. Στην ενσάρκωση μα και στο βωμό της εξέλιξης θυσιάστηκε το «Εν το Παν». Ο ίδιος ο άνθρωπος, για να κατανοήσει έπρεπε να τεμαχίζει, να διακρίνει. Το ίδιο μας το περίγραμμα μάς απαγορεύει την απόλυτη πρόσβαση στο άλλο αλλά και στον αληθινό εαυτό μας. Νιώθουμε τον παλμό της μα είναι πιο εύκολο να δούμε άλλους πλανήτες αλλά ποτέ την ίδια την καρδιά μας και γι’ αυτό οι περισσότεροι από εμάς εξαντλούμε σε απειράριθμες προβολές το αληθινό θαύμα της ζωής μας.
Το αλχημικό τελετουργικό –συνυφασμένο με την πορεία της εξατομίκευσης του Γιουνγκ– ολοκληρώνεται στο Ταυτό, το ιερό κέντρο της ύπαρξής μας από όπου εμπειράται κανείς τον Unus Mundis των αλχημιστών και γίνεται: «μια εμπόλεμη ειρήνη, ένα γλυκό τραύμα, ένα ευχάριστο κακό» (Ομολογία Αγαπώντος, Τζων Γκόουερ).
Γι αυτό η Ταυτότητα: «Θα ξαναγυρίσει σε κάνα χρόνο ή ίσως, ποιος ξέρει, σε καμιά χιλιετία, για να προσφέρει τη βοήθεια των πλανητών, των γαλαξιών, του σύμπαντος σε όποιον, με αγνή καρδιά και αδάμαστη θέληση, θα ψάξει να βρει τον εαυτό του, το πιο βαθύ και ανεπανάληπτο είναι του την ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ του δηλαδή»*.
* Μικέλε Σέριο, «Η Κυρά των Λύκων», εκδ. Perugia, μτφ. Λένα Ταχμαζίδου.
