«Δεν λυπάμαι που τέλειωσα. Δεν έχω την παραμικρή νοσταλγία των δεκαοχτώ βασανισμένων χρόνων της δύσκολης ζωής που μου δόθηκε να ζήσω».
Ο Mahi Binebine αρχίζει από το τέλος το μυθιστόρημα «Τα αστέρια του Σίντι Μουμέν» (Αγρα, μτφρ. Ελγκα Καββαδία).
Με το κεφάλι του τζιχαντιστή -που είναι και ο αφηγητής- να έχει γίνει χίλια κομμάτια, μετά από μια επίθεση αυτοκτονίας με δεκάδες νεκρούς σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο της Καζαμπλάνκα.
Μαροκινός που σπούδασε μαθηματικά στο Παρίσι αλλά έγινε συγγραφέας, γλύπτης και ζωγράφος με πίνακες στη μόνιμη συλλογή του αμερικανικού Μουσείου Γκούγκενχαϊμ, ο 58χρονος Μαχί Μπινμπίν έρχεται στην Αθήνα.
Και τη Μεγάλη Τρίτη που το χριστιανικό ποίμνιο θα ακούει το τροπάριο της Κασσιανής, εκείνος θα συζητά στον Ιανό για τους έφηβους ισλαμιστές που προσφέρουν στον Θεό τη σάρκα και το αίμα τους, πιστεύοντας ότι με τη θυσία τους υπερβαίνουν την τιποτένια ζωή τους.
Ο Μπινμπίν εξηγεί το φαινόμενο των νεαρών μαχητών αυτοκτονίας όχι με πολιτικά ούτε με θρησκευτικά επιχειρήματα, αλλά με κοινωνικά, χωρίς να μπερδεύει τη λογοτεχνία με το μανιφέστο. Και αφήνει τον αναγνώστη βαθιά συγκινημένο.
Η ιστορία που διηγείται είναι το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου.
Αλλά είναι και ένα τρυφερό γράμμα σε κάθε επίδοξο «μάρτυρα», από κάποιον που καταλαβαίνει τη μοναξιά και την απόγνωσή του, τη νοσταλγία και τη μεταμέλειά του όταν πια δεν μπορεί να κάνει πίσω.

Στην αρχή, λέει, υπήρχε η χωματερή και η αποικία των πιτσιρίκων που φύτρωνε εκεί πάνω και είχε για θρησκεία της το ποδόσφαιρο.
Αυτοί ήταν τα «αστέρια» στην ομάδα της παραγκοσυνοικίας με τις τσίγκινες σκεπές, τους ξεχειλισμένους βόθρους και τη μυρωδιά της σαπίλας.
Η ζωή τους, ένα κουβάρι γεμάτο κόμπους: καβγάδες, μικροκλοπές, λαθρεμπόριο, χασίς, άσπρη κόλλα, ξύλο, βιασμοί στο σώμα και στην ψυχή, γονείς-αφέντες.
«Δεν μου είχαν μάθει τις λέξεις για να περιγράφω την ομορφιά των ανθρώπων και των πραγμάτων», θυμάται ο τερματοφύλακας Γιασίν που περιγράφει την παρέα τους από το επέκεινα.
Μέχρι που ένας «άγιος» με σκοτεινό παρελθόν αναλαμβάνει τη λύτρωσή τους διδάσκοντας αρχικά το Κοράνι κι έπειτα πολεμικές τέχνες.
«Ετσι άρχισε ο κατήφορος σε έναν κόσμο που δεν ήταν ο δικός μας. Εναν κόσμο καινούργιο όπου σιγά σιγά θα γλιστρούσαμε και στο τέλος θα μας καταβρόχθιζε…».
Τα «Αστέρια του Σίντι Μουμέν» κέρδισαν το 2010 στη Γαλλία το Βραβείο Καλύτερου Αραβικού Μυθιστορήματος.
Και έρχονται να ενισχύσουν ένα λογοτεχνικό ρεύμα που αντλεί τα θέματά του από τον ισλαμικό φονταμενταλισμό και εμφανίζεται πριν από μια δεκαετία, σχεδόν παράλληλα με την τρίτη φάση στην ιστορία της «τζιχάντ»: τη φάση που ακολουθεί τους μουτζαχεντίν, τη Χεζμπολάχ, τους Ταλιμπάν και την Αλ Κάιντα, και σήμερα ορίζεται από το «Ισλαμικό κράτος».
Πρόκειται για μια καινούργια γενιά συγγραφέων που αναστοχάζονται το Ισλάμ παίρνοντας τη σκυτάλη από τους Ρούσντι, Κιουρέισι, Μααλούφ, Μπεν Τζελούν, Γιτάνι, όσο και από τους Ισραηλινούς Γεοσούα, Οζ ή Γκρόσμαν κ.ά.
Αρκετοί κατάγονται από τις πρώην γαλλικές αποικίες της Β. Αφρικής, είναι απόφοιτοι γαλλικών πανεπιστημίων, ζουν στη Γαλλία. και οι περισσότεροι προκαλούν τους αναγνώστες που ομνύουν στην παράδοση του Διαφωτισμού, να μπουν στο πετσί των μαχητών του «ιερού πολέμου».
Με τα μυθιστορήματά τους εξερευνούν τη μισαλλοδοξία, την ξενοφοβία, τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα των «πολιτισμένων» Ευρωπαίων (…και του Μισέλ Ουελμπέκ, συγγραφέα της «Υποταγής», Εστία 2015) για το Ισλάμ στον 21ο αιώνα.
Φωτίζουν όμως και τις αποχρώσεις, τις εσωτερικές αντιθέσεις ή τις παρεκτροπές του μουσουλμανικού κόσμου.
Παρακολουθούν παράλληλα τη σύγχρονη γεωπολιτική, το νεοφιλελεύθερο αδιέξοδο και τον ισλαμικό ριζοσπαστισμό.
Αλλά σκαλίζουν και την περιθωριοποίηση των μουσουλμάνων μεταναστών δεύτερης και τρίτης γενιάς στις μητροπόλεις της Δύσης παράλληλα με τη βία μέσα κι έξω από την Ευρώπη.
Από τους πρώτους που ξεχώρισαν ήταν ο Αλγερινός πρώην αξιωματικός Γιασμίνα Χάντρα (γ. 1955) με τα αστυνομικά μυθιστορήματα «Τρομοκρατικό χτύπημα» και «Οι σειρήνες της Βαγδάτης» (Καστανιώτης 2006 και 2007), καθώς και ο Αγγλοπακιστανός Μοχσίν Χαμίντ (γ. 1971) με τον «Απρόθυμο φονταμενταλιστή» (Πάπυρος 2008).
Πρόσφατα διαβάστηκαν πολύ ο Γάλλος Μπαρούκ Σαλαμέ (γ. 1958) με τη «Συριακή Διαθήκη», ο Γαλλοαλγερινός Καρίμ Αμελάλ (γ. 1978) με το «Μπλε Ασπρο Μαύρο» (Πόλις 2016 και 2017) και η Σύρα Σαμάρ Γιαζμπέκ (γ. 1970) με το αυτοβιογραφικό αφήγημα «Πύλες του τίποτα» (Καστανιώτης 2016).
Ομως ο Μαροκινός Μαχί Μπινμπίν (γ. 1959) συνομιλεί ειδικότερα με τον Αλγερινό Σαλίμ Μπαχί (γ. 1971) που αναπλάθει στο «Σκοτώστε τους όλους» (Νεφέλη 2009) τη ζωή και τα διλήμματα ενός καμικάζι ο οποίος οδηγεί ένα αεροπλάνο πάνω στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, αλλά συνομιλεί και με τον Γάλλο Φρανσουά Βαλεζό (γ. 1960) που εξερευνά τη στροφή προς τον ισλαμικό φονταμενταλισμό ακόμα και εκείνης της νεολαίας που μπορεί να απολαμβάνει τις ελευθερίες και τις προοπτικές των δυτικών κοινωνιών («Μεταμορφώσεις», Πόλις 2015).
Το ενδιαφέρον στοιχείο στον Μπινμπίν είναι ότι δεν επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα του ριζοσπαστικού ισλαμισμού και ότι αφηγείται από μέσα μια ιστορία που μένει μέσα στα όρια της μουσουλμανικής κοινότητας.
Μια ιστορία χαμηλότονη, που απλώνεται σαν ψίθυρος και γεμίζει τον αέρα σαν σκόνη.
Η προσέγγισή του απομυθοποιεί την παντοδυναμία της θρησκευτικής κατήχησης και αναδεικνύει ως κρίσιμο παράγοντα για την ανάδυση του φονταμενταλισμού το αποσιωπημένο ταξικό πρόβλημα στο εσωτερικό των μουσουλμανικών κοινωνιών, την εξαθλίωση των λαϊκών στρωμάτων, τη μιζέρια που τα τυλίγει, την απαξίωση και την περιφρόνηση που εισπράττουν.
Ζώντας στο Σίντι Μουμέν, οι 16χρονοι πρωταγωνιστές του Μαχί Μπινμπίν δεν επιλέγουν ελεύθερα να γίνουν «μάρτυρες», ούτε φυσικά βλέπουν τους εαυτούς τους ως «τρομοκράτες».
Ομως αποδέχονται την πρόταση του πνευματικού καθοδηγητή τους να «αναχωρήσουν», επειδή βλέπουν πως δεν θα μπορέσουν ποτέ να αλλάξουν «την εξίσωση της ζωής τους».

Info:
Ο συγγραφέας μιλά τη Μεγάλη Τρίτη στον Ιανό, Σταδίου 24 στις 20:30
