Το τσέλο είναι η προέκταση του κορμιού του. Είναι κομμάτι του. Το κεφάλι του είναι στραμμένο στο πλάι, στον ουρανό, τα μάτια του κλειστά, η ψυχή του περνάει στο δοξάρι του καθώς χαϊδεύει τις νότες με τρόπο μαγικό. Μυημένος ή αμύητος στη μουσική μπαρόκ ο ακροατής, δεν έχει σημασία. Η αίσθηση, σαν κλείσεις τα μάτια, είναι ενός κόσμου παλιού, αλλά τόσο κοντινού, μιας ολάκερης ουράνιας ορχήστρας, κι ας ήταν στη σκηνή μόνο ένας άνθρωπος,
Έξι σουίτες του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπάχ, δύο ώρες κι ένα τέταρτο, χωρίς διάλειμμα, μας μετέφεραν σε καιρούς αλλοτινούς, μας οδήγησαν σε αγαλλίαση ψυχής, τόσο αναγκαία στους δύσκολους καιρούς μας. Σε ένα κατάμεστο Ηρώδειο, που το φεγγάρι είχε κρυφτεί και το άστρα ήταν λιγοστά. Ο υπογάλαζος φωτισμός έδενε την ατμόσφαιρα. Κι η μουσική από το δοξάρι και τα μαγικά του χέρια που χόρευαν στα τάστα του τσέλο.
Μας μίλησε αποκλειστικά στα ελληνικά. Αφιέρωσε δύο από τις σουίτες στα ιδανικά που οι Έλληνες πέρασαν στην ανθρωπότητα και σε αυτούς που θυσιάστηκαν, θυσιάζονται και θα θυσιάζονται. Κι επειδή αναφέρθηκε και στην παράδοση έκλεισε συνοδεύοντας το συγκρότημα «Ήπειρος» με το τσέλο του σε ένα μοιρολόι. Ίσως για να μας θυμίσει πόσο κοντά είναι το όργανό του στην ανθρώπινη φωνή; Ίσως…
Yo Yo Ma στο Ηρώδειο, βράδυ Κυριακής. Μυσταγωγία. Ψυχαγωγία με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου…
