Ήταν το 1994 όταν η πολυαναμενόμενη δεύτερη ταινία του Quentin Tarantino, το “Pulp Fiction” εμφανιζόταν στις αίθουσες. Μετά τον πρώτο εκπληκτικό διάλογο ακούγονται οι πρώτες νότες ενός μυσταγωγικού, επιθετικού και ταυτόχρονα μελωδικού τραγουδιού. Αυτή ήταν η «Μισιρλού», αλλά σε μία φρενήρη surf rock εκτέλεση και ο κύριος πίσω από την πιο επιτυχημένη διασκευή του ρεμπέτικού μας τραγουδιού δεν ήταν άλλος από τον Dick Dale.
Ο Richard Mansour, γόνος μεταναστών, με καταγωγή από τον Λίβανο έμελλε να εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς αναμορφωτές του ήχου της ηλεκτρικής κιθάρας. Δεν έγινε ποτέ του σταρ, δεν έκανε τεράστια καριέρα, όμως περιόδευε μέχρι και προχθές, όπου πέθανε σε ηλικία 81 ετών, και έγινε ένας πραγματικός θρύλος.
Συνδυάζοντας την αγάπη του για το rock n roll με τις ανατολίτικες καταβολές του, πειραματιζόμενος με τον ήχο της κιθάρας και τη χρήση του reverb, ο Dick Dale, όπως ήταν το καλλιτεχνικό του, αναδείχθηκε σε πατέρα της surf μουσικής και κέρδισε επάξια και τον τίτλο «βασιλιάς της surf rock κιθάρας».
Στη δισκογραφία είχε παρουσία από το μακρινό 1958, όμως η επιτυχία του δεν ήταν ποτέ ανάλογη με την αξία του. Κομμάτια που ξεχώρισαν στη διαδρομή του ήταν τα “Ooh-Whee-Marie” και “Let’s Go Trippin”, ενώ η παγκοσμίως διάσημη, πλέον, “Misirlou” κυκλοφόρησε το 1962.
Έμεινε πάντα ένας underground καλλιτέχνης, αλλά η επίδρασή του σε χώρους από το surf και το rock n roll μέχρι το punk και το metal είναι αδιαμφισβήτητη.
Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν σαράντα χρόνια καριέρας για να πάρει τη “Misirlou” ο Quentin Tarantino και να την κάνει παγκόσμια επιτυχία, μέσω του “Pulp Fiction”.
Ο ίδιος ο Dick Dale, τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε πάρα πολλά προβλήματα υγείας, όμως παρέμενε ενεργός και βρισκόταν συνεχώς σε περιοδεία.
Σχεδίαζε, άλλωστε, live εμφανίσεις και αυτόν τον καιρό, όμως ο χρόνος τον νίκησε στα 81 του.
Όπως ο ίδιος είχε δηλώσει «Δεν μπορώ να σταματήσω να παίζω μουσική για δύο λόγος. Πρώτον γιατί με κρατάει ζωντανό και δεύτερον γιατί βοηθάει τους ανθρώπους».
