Πριν από έναν χρόνο, τον περσινό δύσκολο Νοέμβριο, ένας θεατρικός συγγραφέας με αποδεδειγμένη μάλιστα κοινωνική ευαισθησία, μου είχε πει ως ύστατο επιχείρημα: «Το δημοσιονομικό κακό που δημιούργησε η οικονομική διαχείριση του Γιώργου Λούκου είναι μικρότερης σημασίας από το κακό που θα προκαλέσει η απομάκρυνσή του». Είχε δίκιο λοιπόν.
Μέσα σ’ αυτό το απαράδεκτο τοπίο που συνθέτουν όσα θλιβερά και αβάσταχτα φαιδρά διαδραματίζονται τον τελευταίο καιρό μεταξύ Φεστιβάλ Αθηνών και υπουργείου Πολιτισμού, είναι κανείς υποχρεωμένος να παραδεχτεί τη μόνη αλήθεια που προκύπτει εκ του αποτελέσματος: Ναι, μετά τον Λούκο το χάος, το απόλυτο χάος.
Ο,τι επικράτησε μετά την απομάκρυνσή του έρχεται να επιβεβαιώσει τη σοφή λαϊκή ρήση «Πού πας, ρε Καραμήτρο;»… Γιατί αποδείχτηκε περίτρανα ότι η κυβέρνηση και ο υπουργός Πολιτισμού της δεν είχαν ιδέα ούτε προς τα πού να πάει ούτε με ποιον να πάει το Φεστιβάλ – και όχι μόνον το Φεστιβάλ.
Ενός Μπαλτά μύρια έπονται
Από το φιάσκο Φαμπρ μέχρι την προχτεσινή συνέντευξη του τέως υπουργού Πολιτισμού Αριστείδη Μπαλτά στην εφημερίδα «Τα Νέα», παρακολουθούμε ένα χρονικό εξευτελισμού και αυτοεξευτελισμού όλων των εμπλεκομένων, έναν αγώνα πρωταθλητισμού στην ανεπάρκεια, τον ερασιτεχνισμό, το ξεκατίνιασμα, το χυδαίο κουτσομπολιό, την ευτέλεια, τη μετάθεση ευθυνών.
«Και του είπα», «και μου είπε», «κι αυτός μετά είπε άλλα», «τα κινητά», «ο μισθός του», «με πρόδωσε». Απαράμιλλος πολιτικός πολιτισμός, σοβαρά και πατριωτικά επιχειρήματα από φιλοσόφους και πνευματικούς ταγούς, από ανθρώπους που έχουν αναλάβει να υπηρετήσουν θεσμούς, από αριστερούς που ευαγγελίζονται τη νέα εποχή.
Ο τέως υπουργός Πολιτισμού στη συνέντευξή του στην εφημερίδα «Τα Νέα» λέει ότι τον αιφνιδίασε η δημοσίευση του πορίσματος του ΓΛΚ (για το χρέος των 2.700.000 ευρώ του Φεστιβάλ) στην «Εφημερίδα των Συντακτών».
Συμπληρώνει δε ότι την επομένη (της δημοσίευσης του πορίσματος στην «Εφ.Συν.) ο Ρακιντζής του στέλνει νέο πόρισμα… (αυτό που δεν έβγαλε ποτέ η «Εφ.Συν.», εδώ είδε κι έπαθε να αποδείξει το αυτονόητο, ότι το προηγούμενο πόρισμα δεν ήταν αποκύημα της… αριστερής φαντασίας της…). Εχει δίκιο ο κ. Μπαλτάς. Ολα ξεκίνησαν από το δημοσίευμα της «Εφ.Συν.».
Ομως αν δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος εκείνης της αποκάλυψης, αν δεν είχε ιδέα πώς θα δημιουργούσε την «επόμενη μέρα» για το Φεστιβάλ αυτός και οι συνεργάτες του, ας το άφηνε κάτω. Και ας κρινόταν. Αλλά ποιος μπορούσε να υποψιαστεί το μέγεθος της ανικανότητας, την καθολική ανεπάρκεια του υπουργείου Πολιτισμού στον χειρισμό σοβαρών θεμάτων.
Θυμίζουμε δημοσίευμα της «Εφημερίδας των Συντακτών» (23/3/2016) εκείνες τις κρίσιμες μέρες, προτού ακόμα ο Φαμπρ κηρυχτεί από τους Ελληνες καλλιτέχνες persona non grata, τότε που στο υπουργείο Πολιτισμού επικρατούσε κλίμα χαράς μεγάλης… Τότε που ο κ. Μπαλτάς βρισκόταν στη Ν. Υόρκη με τον συνεργάτη του, αυτόν που σήμερα αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας:
Μία μέρα πριν από την έλευση του Φαμπρ θα επιστρέψει και ο υπουργός Πολιτισμού από το ταξίδι του στη Ν. Υόρκη προσκεκλημένος του Ιδρύματος Ωνάση με αφορμή την έκθεση σπάνιων αρχαιοτήτων από την πόλη Δίον του Ολύμπου.
Ο υπουργός προτίμησε (συνοδευόμενος μάλιστα) ένα ταξίδι-δώρο του Ωνασείου για μια εκδήλωση, ενώ προτεραιότητα είχαν τα μεγάλα ανοιχτά ζητήματα του υπουργείου του; (…)
Γιατί μπορεί η επιλογή του Γιαν Φαμπρ να ήταν απρόσμενα κολακευτική -αν συνεχίζουμε να θέλουμε ένα διεθνές Φεστιβάλ κύρους- αλλά προφανώς ο Φλαμανδός καλλιτέχνης θα έχει ανάγκη από βοήθεια σε πρακτικά ζητήματα στην πρώτη του επίσκεψη ως καλλιτεχνικός διευθυντής καθώς και ενημέρωση για το καλλιτεχνικό τοπίο στην Ελλάδα.
Είναι άραγε το υπουργείο Πολιτισμού πανέτοιμο, έχει δημιουργήσει τις συνθήκες που θα βοηθήσουν τον Γιαν Φαμπρ να γνωρίσει μαζί με την ομάδα του τούς Ελληνες καλλιτέχνες χωρίς διάθεση ρεβανσισμών και αποκλεισμών;…
Ο Φαμπρ παραιτείται, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος διορίζεται δόξη και τιμή καλλιτεχνικός διευθυντής και ο Γιώργος Αντωνακόπουλος πρόεδρος του Δ.Σ. Ο τελευταίος εκπαραθυρώνεται σύντομα ως υποκινητής της εκλογής του Παναγιώτη Δούρου στη θέση του γενικού διευθυντή του Φεστιβάλ και στη θέση του διορίζεται η Λιάνα Θεοδωράτου.
Μα στην κυρία Θεοδωράτου δεν είχε ανατεθεί το καθήκον να υλοποιήσει μαζί με τον Γιαν Φαμπρ το καλλιτεχνικό πρόγραμμα; Τότε είχε άραγε αναφέρει στον Φαμπρ ότι πρέπει οι Ελληνες καλλιτέχνες να συμμετέχουν στο Φεστιβάλ; Τον είχε ενημερώσει για το εύθραυστο κλίμα που επικρατούσε μετά την παύση του Γιώργου Λούκου;
Τι έκανε λοιπόν η κυρία Θεοδωράτου, παλαιά φίλη του κ. Μπαλτά, ως άνθρωπος-κλειδί μεταξύ πλευράς και βελγικής πλευράς; Κι αν δεν έκανε τελικά τίποτα, όπως αποδείχτηκε με το φιάσκο που ακολούθησε, πώς γίνεται να επιβραβεύεται με τη θέση του προέδρου του Δ.Σ. στη διάδοχη μετά Φαμπρ κατάσταση;
Και τώρα ζούμε την εποχή που ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, σε πλήρη σύγκρουση με το Δ.Σ., απειλεί να παραιτηθεί. Το Φεστιβάλ βιώνει τα φιλοσοφικά διλήμματα που ενέπνευσε η υπουργία του Αρ. Μπαλτά: Να ξηλωθεί το Δ.Σ. ή να ξηλωθεί ο καλλιτεχνικός διευθυντής; Και το Φεστιβάλ με ποιον είναι;… Κανείς δεν νοιάζεται που ξηλώνεται πρώτο πρώτο το ίδιο το Φεστιβάλ.
Από την άλλη, η νέα υπουργός Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου παίρνει τελεσίγραφα με deadlines και καλείται μέσα στον ορυμαγδό δηλώσεων και επιθέσεων του ενός προς τον άλλον να μαντέψει ποιος είναι ο… κακός για να αποφασίσει ποιον θα διώξει και ποιον θα αφήσει.
Σωτήρες χωρίς θαύμα
Τι απέδειξε η κυβερνητική πολιτική για το Φεστιβάλ στη μετά Λούκο εποχή; Aνικανότητα στην αντιμετώπιση μιας μεταβατικής κατάστασης. Aνικανότητα στην πρόληψη αλλά και τη διαχείριση κρίσεων.
Ανικανότητα στο να δημιουργηθούν σοβαρές θεσμικές δομές, τέτοιες που θα προστατεύουν πρωτίστως το μέλλον των οργανισμών και όχι των προσώπων, τέτοιες που θα κάνουν πράγματι διακριτές τις διοικητικές και τις καλλιτεχνικές εξουσίες.
Αντ’ αυτών αποθεώθηκαν η προχειρότητα, ο μίζερος επαρχιωτισμός, η μικροπολιτική των διαδρόμων, οι προσωπικές φιλοδοξίες, η επικίνδυνη ανευθυνότητα.
Επιδόθηκαν, ξανά, στον αγώνα εξεύρεσης προσώπων-σωτήρων. Κι όταν οι σωτήρες δεν τα κατάφερναν στο θαύμα, η αριστερή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό γεννούσε νέες λαμπρές ιδέες. Νέοι σωτήρες επιστρατεύονταν, στη λογική του «έλα εσύ», «φύγε εσύ».
Πώς λειτούργησε ο «χωροφύλακας» που θεσμοθέτησε η κυβέρνηση στα ταμεία του Φεστιβάλ διά του Δ.Σ.; Ως βραχνάς στον λαιμό του καλλιτεχνικού διευθυντή, εμπόδιο στο έργο του ή ως δικλίδα ασφαλείας για τον ίδιο και τον προϋπολογισμό του Φεστιβάλ;
Γιατί δεν μπορούν να λειτουργήσουν τα μέλη του Δ.Σ. υποστηρικτικά στο πλάι του καλλιτεχνικού διευθυντή; Τι σχεδίασαν λάθος εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ; Τι υπερεκτίμησαν και τι υποτίμησαν στις αρμοδιότητες των μεν και των δε; Ποια πρόσωπα επέλεξαν σ’ αυτά τα πόστα και με τι κριτήριο; Ηταν φίλοι, κομματικοί ή τα κατάλληλα πρόσωπα στην κατάλληλη θέση;
Αυτή την ευθύνη θα την αναλάβει ποτέ ο τέως υπουργός Πολιτισμού; Γιατί τα προσωπικά τους δεν μας ενδιαφέρουν. Αυτό που απασχολεί τον πολίτη είναι ότι το πράγμα δεν δουλεύει… Και το «πράγμα» που δεν δουλεύει το πληρώνει ο ίδιος ο πολίτης με μεροκάματο (αν είναι τυχερός να το έχει) του τρόμου…
Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι αν ο Γιώργος Λούκος παρέμενε στη θέση του, τίποτα δεν θα συνέβαινε. Το Φεστιβάλ θα συνέχιζε την πορεία του απρόσκοπτα και ειρηνικά.
Κανείς δεν θα αμφισβητούσε κανέναν, πρόεδρος, καλλιτεχνικός και διοικητικός διευθυντής το ίδιο πρόσωπο. Ποιος να τσακωθεί με ποιον;… Και ναι, θα ήταν καλύτερα έτσι. Και θα είχαμε Φεστιβάλ. Γιατί σήμερα αποδεικνύεται πλέον ότι αυτό είναι το ζητούμενο.
Και τα χρέη προς το Δημόσιο, τα πρόστιμα από το ΑΣΕΠ, η υπέρβαση του προϋπολογισμού; Και λοιπόν; Σάμπως και σ’ άλλους θεσμούς, σ’ άλλα θέατρα, νοσοκομεία και λοιπούς δημόσιους φορείς δεν συμβαίνουν τα ίδια; Κι επειδή πληρώνει ο φορολογούμενος; Τόσα άλλα δεν πληρώνει επίσης; Ή μήπως θα τελειώσει ποτέ αυτή η κατηφόρα;
Γιατί, τελικά, το διακύβευμα στην περίπτωση του Φεστιβάλ, ναι, ήταν μεγαλύτερο ακόμα και αυτού του βαθμού αρνητικής αποτίμησης ενός διαχειριστικού ελέγχου. Αυτή είναι η αλήθεια.
Ολα τα υπόλοιπα, το πώς λειτουργούν υγιώς οι θεσμοί, τα Φεστιβάλ και τα Κρατικά Θέατρα, ακόμα και τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, αφορούν άλλες χώρες, άλλες πολιτείες πολύ μακρινές μας. Εδώ είναι Ελλάδα, δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ. Και όλοι έχουμε ό,τι μας αξίζει. Και την ευθύνη που μας αναλογεί.
