Τι κληρονομιά έχει αφήσει στους Σύρους καλλιτέχνες ο πόλεμος στην πατρίδα τους; Πώς είναι να δημιουργείς ζώντας εκεί και πώς απολαμβάνοντας την ασφάλεια της Ευρώπης; Πόσο αντέχει κανείς να μεταφέρει στη σκηνή καθημερινές φρικιαστικές ιστορίες;
Δημιουργοί από μια χώρα που τα τελευταία χρόνια φλέγεται λαμβάνουν μέρος στο αφιέρωμα που ετοίμασε η Στέγη για τη Συρία, επιχειρώντας αν μη τι άλλο να ξορκίσουν μέσω της τέχνης το προσωπικό τους βίωμα. Απόψε και αύριο οι Ομάρ Αμπουσάντα και Μοχάμεντ Αλ Ατάρ μεταφέρουν στην σκηνή μέσω της παράστασης «While I was waiting» την τραγική ιστορία ενός φίλου τους.
Ενώ, ο Μιθκάλ Αλζγκάιρ στη χορογραφία του «Displacement» («Χορεύοντας εδώ για τον θάνατο εκεί») μελετά τις ραγδαίες αλλαγές που υφίσταται η χώρα του ενώνοντας το σήμερα με μοτίβα των παραδοσιακών χορών και της συριακής κουλτούρας.
Για τους Αμπουσάντα και Αλ Ατάρ αυτή είναι η δεύτερη επίσκεψη στην Ελλάδα (στη Στέγη είδαμε το 2012 το θεατρικό αναλόγιο «Look at the Streets… This is how Hope looks like»).
«Στα τέσσερα αυτά χρόνια που μεσολάβησαν τίποτα δεν είναι το ίδιο, ούτε οι ιστορικές συγκυρίες, ούτε οι προβληματισμοί. Τότε παρά την αγωνία υπήρχαν σημάδια ελπίδας, η γενιά μου αισθανόταν ότι μπορεί να αλλάξουμε το μέλλον μας και να περάσει η χώρα έπειτα από δεκαετίες δικτατορίας σε μια νέα εποχή. Δεν ξέραμε τι είναι το καινούργιο αλλά πιστεύαμε ότι το αξίζουμε. Σήμερα έχει εξαφανιστεί κάθε ίχνος ελπίδας.
»Σήμερα προτεραιότητα είναι να ζήσεις και να σώσεις ό,τι σώζεται. Γι’ αυτό και αντιμετωπίσαμε την ιστορία σαν μια αφορμή να μιλήσουμε μέσω θεάτρου για όσα συνέβαιναν γύρω μας», λέει ο συγγραφέας Μοχάμεντ Αλ Ατάρ, που εγκατέλειψε τη Συρία για πολιτικούς λόγους και για να αποφύγει την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.
Η παράστασή τους μεταφέρει στη σκηνή την τραγική ιστορία ενός φίλου διανθισμένη με στοιχεία μυθοπλασίας. Κάπου μεταξύ ντοκουμέντου και επινόησης, οπτικοακουστικών μέσων και αρχειακού υλικού θα διηγηθούν την περιπέτεια του νεαρού Ταΐμ ο οποίος έπεσε θύμα ανελέητου ξυλοδαρμού.
Θα παραμείνει στο νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση για δύο μήνες -πριν καταλήξει- και στο διάστημα αυτό μεταξύ συνειδητού και ασυνείδητου, παρακολουθεί σιωπηλά την κρίση που ξεσπά στην οικογένειά του και τις σαρωτικές αλλαγές που μετασχηματίζουν την πατρίδα του.
Ο Αλ Ατάρ ζει πλέον στο Βερολίνο και συνειδητοποιεί αφενός ότι η τέχνη του χάρισε το ιδανικό καταφύγιο, αφετέρου ότι απολαμβάνει προνομιακή μεταχείριση -σε σχέση με τους συμπατριώτες του πρόσφυγες.
Σαφέστατα πιο δύσκολες οι συνθήκες για τον σκηνοθέτη της παράστασης Ομάρ Αμπουσάντα που επιμένει να ζει στο απολύτως ελεγχόμενο καλλιτεχνικό περιβάλλον της Συρίας και αναγκάζεται να ταξιδεύει στο εξωτερικό για να συναντηθεί με την υπόλοιπη ομάδα για τις πρόβες.
Οι καλλιτέχνες δεν μπορούν να εκφραστούν στη χώρα μου παρά μόνο αν αυτά που λένε συγχρονίζονται με το καθεστώς. Το Εθνικό Θέατρο, για παράδειγμα, συνεχίζει τη δράση του αλλά με εντελώς λογοκριμένο ρεπερτόριο. Δεν υπάρχει περίπτωση να δουν εκεί αυτά που βλέπετε εσείς. Από την άλλη καταλαβαίνω το κοινό της Δαμασκού που πηγαίνει να δει κάτι αν και ξέρει τις προπαγανδιστικές προθέσεις του: δεν μπορείς να αφήσεις τον πόλεμο να διαλύσει τα πάντα. Πρέπει, όσο γίνεται, να βρίσκουν μια κανονικότητα
Αντιθέτως ο Μιθκάλ Αλζ- γκάιρ επισκέπτεται πρώτη φορά την Ελλάδα. Σπούδασε στο Εθνικό Κέντρο Χορογραφίας του Μονπελιέ και πλέον ζει στο Παρίσι -επίσης για να αποφύγει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στη Συρία- παρουσιάζοντας έργα του σε όλη την Ευρώπη.
«Για την ακρίβεια, έκανα ένα μέρος της θητείας μου και μάλιστα κατά τη διάρκειά της ζωγράφιζα κυρίως πορτρέτα του Ασαντ που υπάρχουν παντού στη χώρα», λέει γελώντας. Το «Displacement» είναι το πρώτο του έργο που αναφέρεται στον πόλεμο στη Συρία παρόλο που παραδέχεται ότι τίποτα δεν τον εμπνέει όσο η ζωή.
«Οπως και όλοι όσοι εγκαταλείψαμε τη Συρία, αισθάνομαι ότι ανήκω σε δύο κόσμους ή ότι δεν ανήκω πουθενά. Η τέχνη είναι το πρώτο θύμα σε στιγμές κρίσης και πολέμου καθώς η πραγματικότητα ισοπεδώνει τα πάντα», λέει ο ίδιος. «Στην αρχή, αμέσως μετά την Αραβική Ανοιξη, έβλεπες την αλλαγή σε όλα: στον τρόπο που οι άνθρωποι διαδήλωναν κι έφερναν την παράδοση σε νέο πλαίσιο, στην ενέργεια που εκφράζονταν. Σήμερα δεν εισπράττω τίποτα».
Στην παράστασή του, το σώμα, κατεξοχήν τόπος εμπειρίας, εκφράζει την τραυματική κατάσταση του συριακού λαού: Σώμα σε σταθερό σημείο επί αιώνες, τώρα πλέον περιορισμένο, σώμα σε αναμονή –αναποφάσιστο ανάμεσα σε κίνηση και ακινησία–, σώμα σε δράση, σε διαφυγή κι εξορία.
«Δεν είμαι πολιτικός αναλυτής αλλά ο χορός είναι ο μόνος τρόπος που έχω να παίρνω θέση. Αλλωστε το όνειρο όλων των δημιουργών είναι να γίνουν το άρμα της αλλαγής. Θέτω ερωτήσεις, μεταφέρω προβληματισμό, μελετώ την παράδοση με τη σύγχρονη κουλτούρα, αυτό που συμβαίνει εκεί και μακριά», λέει.
Kι όταν τον καλούσαν να φτιάξει ένα έργο για το μέλλον της Συρίας, πώς το οραματίζεται; «Συχνά σκέφτομαι ότι η επόμενη μέρα μπορεί να μας βρει διχασμένους όπως το Βερολίνο κάποτε ή στην Τσετσενία σήμερα. Και δεν ξέρω αν αυτό είναι ελπιδοφόρο…»
26-27/10, «Displacement»: Μικρή Σκηνή, 19:00. «While I was waiting»,
Κεντρική Σκηνή, 21.00. Με ελληνικούς και αγγλικούς υπέρτιτλους.
