Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Με τον Ντάριο Φο η Ιταλία χάνει έναν από τους μεγάλους πρωταγωνιστές του θεάτρου, του πολιτισμού, της κοινωνικής ζωής της» δήλωσε ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι. Ο Ντάριο Φο, ο ανατρεπτικός σκηνοθέτης, ηθοποιός, συγγραφέας, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1997, πέθανε χθες σε ηλικία 90 ετών σε νοσοκομείο του Μιλάνου όπου νοσηλευόταν με πνευμονολογικά προβλήματα.

Πολυμεταφρασμένος και πολυπαιγμένος σ’ όλο τον κόσμο, ένας ευφυής θεατρίνος, μέγας μάστορας του αυτοσχεδιασμού, ουσιαστικός ερευνητής του λαϊκού θεάτρου, συνεχιστής της κομέντια ντελ άρτε μ’ έναν καινούργιο τρόπο, έδωσε στο θέατρο μια άλλη διάσταση.

Με τη λεπτή σάτιρα των έργων του ασκούσε οξύτατη κριτική στη διαφθορά της πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, ακόμα και με προσωπικό κόστος.

Παππούς και προπάππος, από τον γιο του Τζάκοπο, ο Ντάριο Φο είχε μια περιπετειώδη αλλά αληθινή ζωή. Λάτρης της παράδοσης, ακούραστος, αιρετικός, ριψοκίνδυνος, έτοιμος να παίξει οπουδήποτε όταν η λογοκρισία τού έκλεινε τα θέατρα. «Μάθαινα κλέβοντας» έχει πει ο ίδιος: παρατηρώντας πώς δουλεύουν οι ζωγράφοι, πώς συμπεριφέρονται οι απλοί άνθρωποι στο παρελθόν, στο σήμερα.

Ο ευφυής γελωτοποιός της καρδιάς μας

Πολλά από τα έργα του έχουν ανεβεί στην ελληνική σκηνή. Πρόσφατα ο Θωμάς Μοσχόπουλος σκηνοθέτησε τη μεγάλη του επιτυχία «Μίστερο Μπούφο» σε μια αξέχαστη παράσταση. Το καλοκαίρι του 2015 οι Σταμάτης Κραουνάκης και Λίνα Νικολακοπούλου παρουσίασαν στο Ηρώδειο το «Αvanti Dario», ένα μουσικό θέαμα αφιερωμένο στον σπουδαίο Ιταλό καλλιτέχνη.

Ο Ντάριο Φο γεννιέται στις 24 Μαρτίου του 1926 στο Λεγκιούνο-Σαντζιάνο, στην επαρχία του Βαρέζε. Το 1940 η οικογένεια μετακομίζει στο Μιλάνο. Το 1944 σε ηλικία 18 ετών διακόπτει τις σπουδές του στην Ακαδημία της Μπρέρα. Καλείται να υπηρετήσει στον στρατό της Δημοκρατίας του Σαλό.

Ο ίδιος έχει γράψει γι’ αυτό:

Κατατάχτηκα στον ιταλικό στρατό ως Ιταλός και όχι ως φασίστας, για μια εξαιρετικά σύντομη περίοδο. Για να μην εκτοπιστώ στη Γερμανία και επειδή ήξερα ότι ο πόλεμος ήταν στο τέλος του. Δεν ήθελα να πάω στη Γερμανία, κανείς δεν γύριζε πίσω. Στο τέλος το έσκασα, γιατί είχαν τουφεκίσει είκοσι πολίτες χωρίς λόγο.

»Δεν μ’ ενδιέφερε να με σκοτώσουν: ο κόσμος γύρω μου ήταν μόνο ωμότητα, βία, καταπίεση. Δεν με ενδιέφερε πια πού θα κατέληγε. Κατέφυγα στο βουνό τις τελευταίες εβδομάδες πριν από την απελευθέρωση.

Ομως, όταν γύρισα, οι άνθρωποι του χωριού μου με φώναζαν φασίστα. Προσπάθησα μόνο να σωθώ. Ημουν παιδί

Με τη λήξη του πολέμου συνεχίζει τις σπουδές του (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική), ενώ συγχρόνως μαθητεύει σε αρχιτεκτονικό γραφείο. Το 1950 παρατάει τη δουλειά, το θέατρο έχει μπει στη ζωή του. Τον ίδιο καιρό γνωρίζει τη Φράνκα Ράμε, τη γυναίκα της ζωής του. Κόρη οικογένειας γελωτοποιών, όμορφη, γοητευτική, πνευματώδης, ταλαντούχα, δυναμική, αγωνίστρια.

Το 1953 γράφει το πρώτο του ολοκληρωμένο θεατρικό έργο, το «Δάχτυλο στο μάτι», κι έναν χρόνο αργότερα παντρεύεται τη Ράμε και ξεκινούν κοινές θεατρικές εμφανίσεις.

Ενα δίδυμο στη ζωή και στην τέχνη, έμειναν μαζί για πολύ πάνω από μισό αιώνα. Εκείνη είναι η μούσα, η σύντροφος, η πρωταγωνίστρια των έργων και της ζωής του. «Η Φράνκα είναι κομμάτι του εαυτού μου», έχει πει, «το κέντρο του σύμπαντός μου».

Ο ευφυής γελωτοποιός της καρδιάς μας

Το 1955 γεννιέται ο γιος τους Τζάκοπο. Το 1958 γυρίζουν στη Ρώμη τη μοναδική αξιόλογη κινηματογραφική ταινία της καριέρας τους, την κωμωδία «Lo svitato» του Κάρλο Λιτσάνι. Το 1959 επιστρέφουν στο Μιλάνο και ιδρύουν τον πρώτο τους θίασο. Εκείνος γράφει, παίζει, σκηνοθετεί, σκηνογραφεί, σχεδιάζει κοστούμια.

Το 1962 η RAI τον καλεί να παρουσιάσει μαζί με τη Φράνκα τη λαοφιλή μουσική εκπομπή «Καντσονίσιμα». Μέχρι που ένα νούμερό του για τη Μαφία λογοκρίνεται με αποτέλεσμα να αποχωρήσουν από την εκπομπή δημιουργώντας σάλο. Η RAI θα τον φωνάξει ξανά μετά από 15 χρόνια και θα δεχτεί τους όρους του: καμιά παρέμβαση στα κείμενα.

Το 1963 γράφει το «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω!» (φράση που έγινε σύνθημα κοινωνικών κινητοποιήσεων σ’ όλο τον κόσμο) και το 1970 τον «Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού», που αναφέρεται στην τρομοκρατική επίθεση φασιστών στην Εθνική Αγροτική Τράπεζα του Μιλάνου, κατακρίνοντας τη λειτουργία της Δικαιοσύνης.

Η «Ισαβέλλα» θα ξεσηκώνει εναντίον του ακροδεξιές ομάδες, με απειλές μάλιστα κατά της ζωής του – την προστασία του θα αναλάβει για ένα διάστημα το ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο,τι είχε συμβεί και το 1962 με το έργο του για τον Χριστόφορο Κολόμβο.

Ο ευφυής γελωτοποιός της καρδιάς μας

Το 1969 ο βιρτουόζος κλόουν Φο παρουσιάζει για πρώτη φορά το «Μίστερο Μπούφο», τη μεγαλύτερη επιτυχία της καριέρας του: δικά του σατιρικά κείμενα βασισμένα σε παλιά βιβλικά κείμενα και τραγούδια.

Το παίζει -ακόμα και σε γήπεδα- σε μια one-man επίδειξη. Η παράσταση επηρεάζει πολλούς νέους ηθοποιούς και συγγραφείς προς την κατεύθυνση ενός είδους όπου δεν υπάρχουν δραματικοί ρόλοι, αλλά αφήγηση λαϊκών παραμυθιών μ’ έναν καινούργιο, εκπληκτικό τρόπο.

Ενα άλλο έργο του, το «La Signora e da buttare» (1967), που σχολιάζει τον πόλεμο στο Βιετνάμ και τη δολοφονία του Κένεντι, του στερεί την αμερικανική βίζα για κάμποσα χρόνια.

Μετά την επέμβαση των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία, απαγορεύει να παιχτούν έργα του στη χώρα. Ο Ντάριο Φο απομακρύνεται από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας, δεν εγκαταλείπει όμως τις ιδέες του. Δηλώνει αλληλέγγυος στην ελληνική αντίσταση κατά της δικτατορίας τη δεκαετία του ’70, παρακολουθεί τι γίνεται στον κόσμο. Οπως και το 1989 με το «Γράμμα απ’ την Κίνα» διαμαρτύρεται για τη σφαγή στην πλατεία Τιενανμέν.

Μαζί με τη Ράμε οργανώνουν αυτοδιαχειριζόμενες θεατρικές ομάδες και περιοδεύουν σε όλη την Ιταλία παίζοντας σε κάθε λογής μέρος: μισογκρεμισμένα θέατρα, πλατείες, εγκαταλειμμένα εργοστάσια. Συγκρούονται με φασιστικές ομάδες αλλά και με την αστυνομία.

Το 1973 αποδεικνύεται μια δύσκολη χρονιά. Ο Ντάριο Φο και η Φράνκα Ράμε έχουν βρει στέγη στο Σινεμά Ροσίνι στο Μιλάνο. Τα σκληρά κείμενά του για την κρατική βία προκαλούν το κυνηγητό της αστυνομίας και νέες λογοκρισίες. Το χειρότερο είναι ότι στις 8 Μαρτίου, μια ομάδα φασιστών απάγει τη Φράνκα Ράμε, τη βασανίζει και τη βιάζει. Εκείνη, μετά από έναν μήνα, επιστρέφει στη σκηνή με καινούργια αντιφασιστικά κείμενα…

Πρώτη παράσταση στην επόμενη θεατρική στέγη, ένα εγκαταλειμμένο εμπορικό κέντρο στο Μιλάνο που ο Φο βάφτισε Palazzina Liberty, είναι και πάλι πολιτικό έργο: «Λαϊκός Πόλεμος στη Χιλή», μια εξέγερση ενάντια στη χιλιανή στρατοκρατική κυβέρνηση. Η αστυνομία επεμβαίνει ξανά και ο Ντάριο Φο συλλαμβάνεται.

Το 1975 γράφει το «Fanfani rapito» υποστηρίζοντας το δημοψήφισμα υπέρ της νομιμοποίησης των αμβλώσεων. Την ίδια χρονιά προτείνεται για πρώτη φορά για το βραβείο Νόμπελ. Το 1977, ξαναδουλεμένο το «Μίστερο Μπούφο» παρουσιάζεται στην τηλεόραση και το Βατικανό το χρίζει «βλάσφημο».

Οταν το America Repertory Theater του Κέιμπριτζ τον προσκαλεί το 1981 στο Φεστιβάλ Ιταλικού Θεάτρου στη Νέα Υόρκη, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ του αρνείται τη βίζα. Αρνηση που ισχύει και το 1984 και μόνο χάρη στις διαμαρτυρίες Αμερικανών συναδέλφων του Φο του χορηγείται βίζα για έξι μόνο μέρες.

Το 1985 ο Ντάριο Φο και η Φράνκα Ράμε καταφέρνουν να πάρουν ξανά βίζα για να παίξουν στα Πανεπιστήμια του Χάρβαρντ και του Νιου Χέιβεν, στο Θέατρο των Εθνών στη Βαλτιμόρη κ.α.

Ποτέ δεν ψηφίζω Δεξιά

Τον Ιούλιο του 1995 μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο ο Ντάριο Φο χάνει σχεδόν ολοκληρωτικά την όρασή του αλλά αποκαθίσταται σε σημαντικό βαθμό μετά από έναν χρόνο. Το 2006 είναι υποψήφιος για τη δημαρχία στο Μιλάνο υποστηριζόμενος από την Κομμουνιστική Επανίδρυση και συγκεντρώνει το 20% των ψήφων.

Εφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, σφραγίζοντας την εποχή του με το μοναδικό του ταλέντο στο θέατρο, την πίστη στις ιδέες του, το θάρρος και την αγωνιστικότητά του εναντίον της στέρησης της ελευθερίας έκφρασης αλλά και κάθε μορφής βία. Ιδού τι είπε τον περασμένο Μάρτιο στη Σίλβια Τρούτσι για το «Il Fatto Quotidiano» με αφορμή τα γενέθλιά του:

Κάθε τόσο κάποιος μου έλεγε: “Σκέψου ότι σε λίγο θα γίνεις ενενήντα χρόνων” κι εγώ δεν έδινα σημασία. Τα γεράματα πέφτουν πάνω σου ξαφνικά. Εγώ όμως αισθάνομαι ηλικιωμένος, όχι γέρος.

Οι γέροι είναι συντηρητικοί, νοσταλγικοί. Δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να επαναλαμβάνουν “στον καιρό μου”, έχουν μια κλειστή νοοτροπία, μερικές φορές στενοκέφαλη. Δεν δέχονται το καινούργιο, γελάνε λίγο. Είναι εχθρικοί προς τη διαφορετικότητα. Εγώ δεν τα βρίσκω με τους ανθρώπους της ηλικίας μου. Εκτός των άλλων οι γέροι συνήθως ψηφίζουν τη Δεξιά. Εγώ τη Δεξιά ποτέ!

Σκανδαλώδες Νόμπελ

Στις 9 Οκτωβρίου του 1997 απονέμεται στον Ντάριο Φο το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Είναι η ωραιότερη μέρα της ζωής του; «Οχι!» έχει πει σε συνέντευξή του. «Η ωραιότερη μέρα ήταν όταν τελείωσε ο πόλεμος. Θυμάμαι σαν να ήταν χθες τη γιορτή στα χωριά, ενώ απομακρυνόταν ο εφιάλτης του θανάτου, των βομβών, εκείνης της φρικτής καταστροφής».

Εχει ενδιαφέρον όμως πώς αντιμετωπίζουν τη βράβευση στην πατρίδα του. Ο Ντάριο Φο γράφει στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Ο κόσμος μου»: «Ο τότε δήμαρχος του Μιλάνου, της πόλης μου, δεν μου έστειλε ούτε ένα τηλεγράφημα.

» Μια εκκωφαντική σιωπή, μια παταγώδης γκάφα, την οποία προσπάθησε να διορθώσει μερικούς μήνες αργότερα προσφέροντάς μου ένα μετάλλιο. “Ευχαριστώ όχι, το Νόμπελ μού αρκεί” απάντησα. Θυμάμαι ότι ο βουλευτής Ινιάτσιο Λα Ρούσα, με τη γνωστή του ευγένεια, με αποκάλεσε “Νόμπελ του κώλου”.

» Ενώ εφημερίδες και τηλεοράσεις από όλο τον κόσμο έφταναν κάτω από το σπίτι μου για να μου πάρουν μια συνέντευξη, στην Ιταλία κάποιοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μειώσουν την απήχηση αυτού του σκανδαλώδους βραβείου.

» Ε ναι, υπήρξε πραγματικά ένα ωραίο αστείο. Πέρα από τη χαρά, την υπερηφάνεια, την ικανοποίηση, ακόμα ευχαριστώ τους συμπαθείς Σουηδούς ακαδημαϊκούς για τα υπέροχα γέλια που με έκαναν να βάλω…»