Tραγουδίστρια με υπέροχη φωνή, στιχουργός και μορφή της ελαφράς μουσικής η Νάντια Κωνσταντοπούλου άφησε χθες την τελευταία της πνοή στα 83 της χρόνια, νικημένη από τη νόσο του Αλτσχάιμερ.
Μας άφησε πολλά και ωραία τραγούδια, την αγάπη της για ένα μουσικό είδος (ελαφρό τραγούδι) που υπηρέτησε πάντα με σεβασμό και πίστη και τη διακριτική της παρουσία στη σκηνή και τη δισκογραφία.
Η Κωνσταντίνα Κωνσταντοπούλου γεννήθηκε το 1933 στην Αθήνα και πριν ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι ήταν υπάλληλος στη δισκοθήκη της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, από την οποία απολύθηκε (λόγω ασυμβίβαστου) όταν της ζητήθηκε να κάνει μια εμφάνιση στα «Αστέρια», αντικαθιστώντας τη Νάνα Μούσχουρη.
Στα 25 της χρόνια πρωτοεμφανίστηκε κι επισήμως στο τραγούδι και μερικούς μήνες μετά ήταν ήδη στο στούντιο για την πρώτη της ηχογράφηση («Θα σ’ αγαπώ κάθε μέρα πιο πολύ» του Ζ. Κορινθίου). Ο Γιώργος Μουζάκης ήταν εκείνος που την προέτρεψε να εμφανιστεί στο ελαφρό μουσικό θέατρο («Ροζ μπαλέτα», «Τριάντα κότες κι ένας κόκορας» κ.λπ.), όπου και γνώρισε τον διακεκριμένο συνθέτη και μετέπειτα σύζυγό της, Τάκη Μωράκη.
Παντρεύτηκαν το 1961. Τρία χρόνια μετά, με ένα τραγούδι που συνυπέγραφαν οι δυο τους, το «Ποιος», έλαβε μέρος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κερδίζοντας το 1ο βραβείο.
Στη διάρκεια των 30 και πλέον χρόνων καριέρας ερμήνευσε δεκάδες τραγούδια του συζύγου της («Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη», «Ηταν κάποιο Λούνα Παρκ», «Πού πάτε κύριε», «Μαριλού», «Μια Κάντιλακ γκρενά», «Είδωλό μου», «Λίγο – λίγο και σιγά – σιγά»), μετείχε σε διάφορα φεστιβάλ, κέρδισε βραβεία (ανάμεσά τους και το «Βραβείο Ευρώπης» στο γαλλικό Φεστιβάλ του Σεν Βενσάν το 1963 με το τραγούδι «Αγαπώ έναν τύπο») και πραγματοποίησε μεγάλες περιοδείες στο εξωτερικό. Ε
ρμήνευσε, όμως, και τραγούδια άλλων σημαντικών συνθετών (μεταξύ των οποίων του Μ. Πλέσσα, του Κ. Χατζή, με ιδιαίτερη επιτυχία του Ανδρέα Χατζηαποστόλου, μέχρι και τη «Μαύρη Φορντ» του Χατζιδάκι τραγούδησε υπέροχα).
H κηδεία της θα γίνει αύριο Τετάρτη στις 3 μ.μ. από το Α΄ Κοιμητήριο Αθηνών.
