Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη Νέα Υόρκη γεννήθηκε, έδρασε και έβαλε τέρμα στη ζωή της το 1971 η πρωτοποριακή φωτογράφος Ντιαν Αρμπους. Ωστόσο δεν γοητεύτηκε από τα μέινστριμ αμερικανικά πρότυπα της ομορφιάς και της τελειότητας. Εστίασε στο παράξενο, το διαφορετικό, το αλλόκοτο, το γκροτέσκο.

Εκανε ορατούς τους «αόρατους» ανθρώπους γύρω της, αυτούς που οι άλλοι δεν έβλεπαν ή δεν ήθελαν να δουν: νάνοι και γίγαντες, τραβεστί, πόρνες, άνθρωποι με νοητική υστέρηση, με ψυχολογικές διαταραχές…

Ματιές στο περιθώριο της Νέας Υόρκης

Οι εικόνες της για το περιθώριο, για τα «φρικιά» της Νέας Υόρκης την έκαναν διάσημη, όχι όμως και αμέσως αποδεκτή. Καθιερώθηκε, βρήκε πολλούς υποστηρικτές και μιμητές κι άλλους τόσους επικριτές που την κατηγόρησαν για την «ωμή» ή «ηδονοβλεπτική» ματιά της.

Φως στο έργο και την προσωπικότητα της Ντιαν Αρμπους (η ζωή της έγινε ταινία το 2007 με τη Νικόλ Κίντμαν) ρίχνει το αδελφάκι του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης, το Met Breuer, με την έκθεση «Diane Αrbus: in the beginning», με επίκεντρο τα επτά χρόνια της καριέρας της, από το 1956 έως και το 1962, κατά τα οποία ανέπτυξε το ιδιαίτερο ύφος της.

Παρουσιάζονται πάνω από 100 φωτογραφίες, οι περισσότερες για πρώτη φορά, που βρίσκονταν αποθηκευμένες σε κιβώτια στον σκοτεινό θάλαμο του εργαστηρίου της, στο Greenwich Village.

Από το κάδρο κοιτούν με αφοπλιστική ειλικρίνεια και «αθωότητα» τον θεατή ένας νεαρός άνδρας γεμάτος τατουάζ, μια κυρία στο λεωφορείο τυλιγμένη με γούνα, ένα αγόρι με παιχνίδι-χειροβομβίδα στα χέρια, ένας χορευτής με έντονο μακιγιάζ στο καμαρίνι…

Τόλμη, οικειότητα, αμεσότητα, φαινομενική αφέλεια χαρακτηρίζουν τις φωτογραφίες της. «Οι περισσότεροι περνούν τη ζωή τους φοβούμενοι μήπως ζήσουν κάποια τραυματική εμπειρία. Τα “φρικιά” γεννιούνται με το τραύμα τους. Εχουν ήδη δοκιμαστεί στη ζωή τους. Είναι αριστοκράτες», έλεγε η ίδια.

Κι όμως, δεν ήταν πάντα ανατρεπτική. Ανατράφηκε σε αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον, από πλούσιους γονείς, παντρεύτηκε μικρή και γοητεύτηκε από την τέχνη της φωτογραφίας, όταν ο άντρας της Αλαν Αρμπους -ανερχόμενος φωτογράφος- της έκανε δώρο μια κάμερα το 1941, για τα 18α γενέθλιά της. Μαζί έκαναν φωτογραφίες για περιοδικά μόδας και ήταν περιζήτητοι, ενώ παράλληλα η ίδια εργαζόταν ως στιλίστρια.

Από τον κόσμο της λάμψης πέρασε στις «γκρίζες σκιές» το 1956 και με ένα 35άρι φιλμ διεκδίκησε τον εαυτό της από την αρχή. Εκτοτε η αναγεννημένη Αρμπους επικεντρώθηκε σε πορτρέτα ανθρώπων τα οποία αρχικά προέκυψαν από τυχαίες συναντήσεις, σταδιακά όμως επέλεγε τα θέματά της και επιδίωξε μεγαλύτερη προσωπική επαφή με τα μοντέλα της.

Αυτό τη διαφοροποιεί -σύμφωνα με τους επιμελητές της έκθεσης- από τους φωτογράφους της γενιάς της όπως οι Γουόκερ Εβανς, Γκάρι Γουίνογκραντ, Λι Φρίντλαντερ, που πίστευαν ότι οι ίδιοι έπρεπε να εμπλέκονται ελάχιστα ή καθόλου στη διαδικασία της φωτογράφισης.

«Αισθάνομαι ότι κρατάω μια μικρή γωνία για την ποιότητα», έλεγε η Αρμπους. «Είναι ένα πολύ λεπτό και ενοχλητικό θέμα, αλλά πιστεύω ότι υπάρχουν πράγματα που κανείς δεν θα τα είχε δει αν δεν τα φωτογράφιζα εγώ».