«όπου οι νεκροί περπατούσαν
Κι οι ζωντανοί ήσαν φτιαγμένοι από χαρτόνι»
Τα εξαιρετικά δοκίμια για την Τέχνη, τη γλώσσα και τη ζωή, του μεγάλου ποιητή Έζρα Πάουντ, με τίτλο: «Ποιητική Τέχνη», σε πολύ καλή μετάφραση της Ελένης Πιπίνη, εξέδωσαν οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (ΠΕΚ), συνεχίζοντας την υψηλή πολιτιστική τους προσφορά στον τόπο.
Ο Αμερικανός ποιητής Πάουντ (1885-1972), διέθετε ένα ασύλληπτο πεδίο γνώσης στο οποίο βάσισε την ποίησή του, εκτεινόμενο από την αρχαία ελληνική λογοτεχνία, τη λατινική, ακόμη και την κινεζική γραμματεία, φυσικά τη νεότερη ευρωπαϊκή κ.λπ.
Ο ίδιος, αν και κατείχε ένα τεράστιο πολιτιστικό κοίτασμα, την κρίσιμη περίοδο πριν και κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο που ζούσε την Ιταλία, συνεργάστηκε με τον ιταλικό φασισμό και έκανε προπαγάνδα υπέρ του ολοκληρωτικού καθεστώτος και του αντισημιτισμού.
Το 1945 συνελήφθη στην Ιταλία, μεταφέρθηκε στην Αμερική, όπου κλείστηκε σε ψυχιατρείο και ελευθερώθηκε με απόφαση δικαστηρίου το 1958.
Στους τελευταίους στίχους από τα ποιήματά του, από τη συλλογή «Τα Κάντο της Πίζας», που κυκλοφορούν τυπωμένοι γράφει:
«Εκείνοι π’ αγαπώ ας προσπαθήσουν να συγχωρέσουν
ό,τι έκανα»
Και λίγο πιο πάνω στο ίδιο ποίημα:
«Να είμαστε άνθρωποι όχι καταστροφείς»
[μετ. Ηλία Κυζηράκου, εκδ. Δωδώνη]
Το εν λόγω δοκίμιο μπορεί να διαβαστεί ως πραγματεία ζωής σε πολλές διαστάσεις.
Με την οξύνοια, τη διεισδυτικότητα και τη βαθιά αίσθηση των πραγμάτων που τον διακτείχε, στην αρχή του δοκιμίου του προειδοποιεί:
«Η κατήφεια και η επισημότητα είναι εντελώς περιττά, ακόμη και στην πιο αυστηρή μελέτη μιας τέχνης που σκοπός της είναι να ευχαριστήσει την καρδιά του ανθρώπου».
Άποψη η οποία είναι πολύ κοντά στον τρόπο δημιουργίας των σημαντικών λαϊκών καλλιτεχνών.
Μάλιστα αντιτασσόμενος στην «ολέθρια ιδέα ότι ένα καλό βιβλίο πρέπει αναγκαστικά να είναι ανιαρό», διατυπώνει τη δική του αρχή, η οποία έχει εξαιρετική επικαιρότητα στις μέρες μας που μας έχει κατακλύσει η μετριότητα μιας οργανωμένης εκδοτικής βιομηχανίας, κυρίως μεταμοντέρνας, αλλά και η σοβαροφάνεια με το ένδυμα του κλασικού.
«Ένα έργο είναι κλασικό, όχι γιατί συμμορφώνεται με ορισμένους δομικούς κανόνες ή γιατί εφαρμόζει ορισμένες αρχές (τις οποίες ο συγγραφέας πιθανότατα αγνοούσε). Είναι κλασικό χάρη σε κάποια αιώνια και ακατάσχετη δροσιά του».
Με κριτήριο αυτή την αιώνια δροσιά της ποίησης, ο Αμερικανός ποιητής αποφαίνεται για τη Σαπφώ και το έργο της:
«Συμπεριέλαβα στη λίστα αυτό το μεγάλο όνομα επειδή έρχεται από τη μακρινή αρχαιότητα και επειδή διασώζεται τόσο μικρό μέρος του έργου της ώστε θα μπορούσε κανείς είτε να το διαβάσει είτε να το αγνοήσει. Όποιος το διαβάσει θα σας πει ότι δεν έχει γραφτεί τίποτε καλύτερο. Προσωπικά δεν γνωρίζω καμιά ωδή που να μπορεί να συγκριθεί με την ωδή “Ποικιλόθρον’ αθανάτ’ Αφρόδιτα”. Απ’ όσο γνωρίζω, ο Κάτουλος είναι ο μόνος που μιμήθηκε με επιτυχία το μέτρο της Σαπφούς».
Σε μερικές από τις ρηξικέλευθες σκέψεις του ο Πάουντ αναφέρει:
«Το πιο βρόμικο βιβλίο στη γλώσσα μας είναι ένα πονηρό εγχειρίδιο που εξηγεί στους ανθρώπους πώς να κερδίζουν χρήματα γράφοντας. Το γεγονός ότι υπερασπίζεται τη μέγιστη δυνατή πνευματική έκπτωση δεν πρέπει να μας εμποδίσει να δούμε τα εποικοδομητικά του σημεία».
Για το ήθος και τον τρόπο ζωής του σοβαρού καλλιτέχνη, στοιχεία που έχουν πάρει τεράστιες διαστάσεις στην εποχή μας με τη βιομηχανία του θεάματος, τονίζει εμφατικά: «Ο καλλιτέχνης που επιθυμεί να έχει τον θαυμασμό σου είναι τόσο λιγότερο καλλιτέχνης όσο εντονότερο είναι το αίτημά σου για θαυμασμό. Η επιθυμία να βρίσκεται κανείς στο προσκήνιο, η επιθυμία για επαίνους, είναι στοιχεία ξένα προς το σοβαρό καλλιτέχνη».
Η βαρύτητα που έχουν οι τέχνες και η ποίηση συνολικότερα στη ζωή, παρόλη την τάση του Πάουντ για μια διαρκή μέτρηση, τάση η οποία είναι ποσοτική και προέρχεται από τις Φυσικές Επιστήμες, η εκτίμησή του είναι καταλυτική.
«Οι τέχνες, η λογοτεχνία, η ποίηση, είναι επιστήμες όπως ακριβώς και η χημεία. Αντικείμενό τους είναι ο άνθρωπος, το ανθρώπινο είδος και το άτομο. Αντικείμενο της χημείας είναι η ύλη και συγκεκριμένα η σύστασή της.
»Οι τέχνες μας προσφέρουν ένα σημαντικό μέρος του διαρκούς και άφθαρτου στοιχείου της ανθρώπινης φύσης, της μη υλικής του φύσης, εκείνης του σκεπτόμενου και ευαίσθητου ανθρώπου. Αρχίζουν εκεί που τελειώνει η ιατρική επιστήμη, ή πιο σωστά, την επικαλύπτουν τα όρια είναι δυσδιάκριτα».
Για τη «διαφορά μεταξύ ποίησης και πεζού λόγου», ο εν λόγω ποιητής βεβαιώνει:
«Πιστεύω ότι η ποίηση μεταφέρει μεγαλύτερο φορτίο ενέργειας. Όμως, τέτοιου είδους διατυπώσεις είναι σχετικές. Όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν λέμε ότι σ’ αυτήν τη θερμοκρασία είναι ζέστη, σ’ εκείνη κρύο. Με τον ίδιο τρόπο που λέμε ότι μια σελίδα με στίχους δεν είναι “παρά πεζός λόγος”, θέλοντας να την επικρίνουμε. Και ταυτόχρονα η “Ποίηση!” χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο των λέξεων “Ανοησίες, Σαχλαμάρες, Σκουπίδια!”. Εκείνο που μετρά είναι το “Καλό γράψιμο”.
“Καλό γράψιμο” σημαίνει απόλυτος έλεγχος».
Κριτική
Η κατάληξή του για την κριτική λογοτεχνίας και την τέχνη μετά από οξυδερκείς συλλογισμούς κεραυνοβόλα.
«Η βλακώδης ή η επαρχιώτικη κριτική για την τέχνη βασίζεται ουσιαστικά στην πεποίθηση ότι η μεγάλη τέχνη πρέπει να μοιάζει με την τέχνη την οποία ο κριτικός διδάχθηκε να σέβεται».
Εκπαίδευση
Πραγματοποιώντας κριτική για τη λειτουργία του αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος της εποχής του διατυπώνει απόψεις που έχουν διαχρονικό ενδιαφέρον:
«Όταν το Πανεπιστήμιο του Παρισιού ήταν ζωντανό (την εποχή του Αβελάρδου, για παράδειγμα), το κοινό ενθουσιαζόταν ακόμη και με τις ανοιχτές συζητήσεις γύρω από εντελώς εξειδικευμένα τεχνικά θέματα. Η εκπαίδευση που δεν συνδέεται με τη ΖΩΗ, με τα πλέον σημαντικά και άμεσα προβλήματα της καθημερινότητας, δεν είναι εκπαίδευση είναι ασφυξία και υπονόμευση.
Η αναδρομή στο παρελθόν είναι ανεπίτρεπτη, ειδικά στην εκπαίδευση, εκτός αν χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά ως μοχλός για την κίνηση προς το μέλλον. Η εκπαίδευση που δεν εστιάζει στη ζωή του παρόντος και του μέλλοντος προδίδει τον μαθητή».
Έθνος και Τέχνη
Ο προσανατολισμός ενός έθνους να βοηθήσει την ανάπτυξη των τεχνών ως στοιχείο στρατηγικής προτεραιότητας, όπως η Γαλλία και ειδικότερα η πόλη των Παρισίων θα το απογειώσουν διαχρονικά.
Αντίθετα η υποβάθμιση της καλλιτεχνικής δημιουργίας και των καλλιτεχνών θα το βουλιάξουν ακόμα και οικονομικά αποφαίνεται ο Πάουντ, συγκεκριμένα:
«Το έθνος που δεν αποκομίζει το μέγιστο από τα καλύτερα έργα των καλλιτεχνών του είναι εξ ορισμού ανόητο. Ο καλλιτέχνης είναι ένας από τους ελάχιστους που παράγουν. Ο καλλιτέχνης, ο αγρότης και ο τεχνίτης παράγουν πλούτο. Οι υπόλοιποι είναι απλοί μεταπράτες και τον καταναλώνουν. Η καθαρή αξία της καλής τέχνης για τον τόπο στον οποίο παράγεται έχει υπολογιστεί λογαριθμικά… Όταν γινόταν η συζήτηση για την πώληση του έργου του Χολμπάιν “Η δούκισσα του Μιλάνου” σε έναν Αμερικανό, η Αγγλία αγόρασε τον πίνακα έναντι τριακοσίων πενήντα χιλιάδων δολαρίων. Υπολόγισαν ότι πολλοί θα επισκέπτονταν το Λονδίνο για να δουν τον πίνακα, ότι τα έσοδα από τα εισιτήρια των ντόπιων επισκεπτών ήταν υψηλότερα από τους τόκους των χρημάτων. (…) Οι πίνακες, η γλυπτική και η αρχιτεκτονική αποδίδουν χρήμα. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τη λογοτεχνία και για την ποίηση, δεδομένου ότι, όπου υπάρχουν οι πνευματικές προϋποθέσεις για την παραγωγή και τη διατήρηση της καλής γραφής, εκεί η κοινωνία είναι ευχάριστη και η αξία των ακινήτων ανεβαίνει».
