Από πού ν’ αρχίσει και πού να τελειώσει κανείς; Αυτό αναρωτηθήκαμε και οι δυο μας, εκείνη από τις Βερμούδες κι εγώ από την Αθήνα. Η Ολγα Καρλάτου, πρώτη σύζυγος του Νίκου Παπατάκη και πρωταγωνίστρια των ταινιών του, είναι κατηγορηματική: «Αν κάτι με πήγε μπροστά και με βαστάει στη ζωή μου είναι δύο πράγματα: η σκληρή δουλειά και τα διδάγματα του Νίκου». Συνομιλήσαμε με αφορμή το αφιέρωμα της Ταινιοθήκης στον αναρχικό αυτόν ποιητή της εικόνας, «στα πιο όμορφα πράσινα μάτια του Μάη του ‘68», όπως τον έλεγαν τότε στο Παρίσι…
Τι έμαθε από εκείνον: «Εχω περάσει από πάρα πολλές διαφορετικές καταστάσεις. Εθελοντικά βέβαια. Τα πράγματα δεν έρχονται – τα δημιουργείς. Την ευθύνη αυτής της λογικής τη φέρει εξ ολοκλήρου ο Παπατάκης: να μην επαναπαύεσαι ποτέ! Να μην ασχολείσαι με το ίδιο πράγμα ποτέ! Να ξεκινάς πάντα από το μηδέν. Εζησα και ζω τη ζωή μου εφαρμόζοντας τα διδάγματά του. Γι’ αυτό αν και η συνεργασία και ο γάμος μας μού φαίνονται πολύ μακρινά, τον Παπατάκη δεν τον ξεπέρασα ποτέ. Και ο ίδιος τα διέλυε όλα και άρχιζε από την αρχή. Ακόμα και για το μπαρ Rouge, που έκανε τεράστια επιτυχία, μου έλεγε: “Τι; Θα γεράσω έχοντας αλυσίδα τέτοιων μπαρ;”. Το έκλεισε, πήγε στην Αμερική, γνώρισε τον Κασσαβέτη, έκανε την παραγωγή του Shadows και μετά άλλες ταινίες, σενάρια, παραγωγές. Πάντα ξεκινούσε από την αρχή διαλύοντας το παρελθόν».
Ο,τι άγγιζε ο Παπατάκης, άνθιζε: «Πίστευε πως αν βάλεις κάτι στο μυαλό σου και εργαστείς πολύ σκληρά αποκλείεται να μην το πετύχεις. Κανείς δεν το κατάλαβε ποτέ πόσο σκληρά δούλευε ο Νίκος. Αλλά ποτέ δεν ήταν ικανοποιημένος. Ούτε με τον εαυτό του. Οσο για μας, τους ανθρώπους γύρω του, το λέω εγώ αλλά το έχουν πει και άλλοι: Οι ερμηνείες που μας έβγαζε… κανείς άλλος δεν το έκανε. Με εκείνον ήμασταν οι καλύτεροι που θα μπορούσαμε να είμαστε. Σε προκαλούσε να ξεπεράσεις τον εαυτό σου. Και προσπαθούσε και ο ίδιος να ξεπεράσει τον εαυτόν του. Ηταν ισχυρή προσωπικότητα, αλλά και με πολύ χιούμορ. Διακριτικός, ευγενικός, τρυφερός… σχεδόν ντροπαλός. Σε άφηνε να μιλάς, σε άκουγε. Δεν ήταν απλώς σκληρός και επιβλητικός. Τα είχε όλα».
Δεν ήθελε να γίνει σκηνοθέτης: «Είχε γράψει το σενάριο για τις “Αβύσσους”, δεν μπορούσε να βρει σκηνοθέτη και έτσι αποφάσισε να τη γυρίσει ο ίδιος. Οχι μόνο δεν φοβόταν το ρίσκο, το επιζητούσε. Ελεγε πως “αν δεν βρω μία πρόκληση, είναι σαν να έχω πεθάνει”».
Η ζωή της: «Η οικογένειά μου δεν είχε χρήματα. Είχε όμως μια βαθιά πίστη στη γνώση. “Μπορεί να μην έχουμε χωράφια, αλλά η περιουσία σας θα είναι το μυαλό σας”, έλεγε η μάνα μου. Οπότε, με τον αδερφό μου έπρεπε από το Δημοτικό ακόμα να είμαστε πρώτοι μαθητές, για να παίρνουμε συνεχώς υποτροφίες. Εγινα ηθοποιός –επάγγελμα αναξιοπρεπές για την εποχή– για να ισορροπήσω μέσα μου. Ο Νίκος έψαχνε πρωταγωνίστρια για τους “Βοσκούς”. Με είδε στις τελικές εξετάσεις του Εθνικού, που φοιτούσα, και έτσι γνωριστήκαμε. Στο Παρίσι ζούσαμε σαν μποέμ. Ούτε δικό μας σπίτι δεν είχαμε – μας φιλοξενούσαν φίλοι. Ομως ο Νίκος με πρόσεχε – ακόμη κι όταν τραγουδούσα σε μπουάτ, έβαζε τους φίλους μας (διανοητές και συγγραφείς) να μου γράφουν στίχους με βαθύ περιεχόμενο. Οταν όμως γέννησα, δεν μπορούσαμε να μεγαλώσουμε το παιδί. Τριών μηνών το έστειλα στους γονείς μου στην Ελλάδα. Επρεπε, όμως, κάποιος να φέρνει το “ψωμί στο τραπέζι” – έτσι πήγα στην Ιταλία, όπου μια ταινία μου είχε κάνει επιτυχία, και δούλεψα για να στέλνω λεφτά στην Ελλάδα. Ο Νίκος με αγαπούσε πολύ, ήθελε να γυρίσω και να μην ξαναφύγω. Ομως δεν μπορούσα να επιστρέψω σε εκείνη τη ζωή. Χωρίσαμε. Μας κόστισε πολύ. Με τον Νίκο έως το τέλος της ζωής του μιλούσαμε κάθε εβδομάδα».
Για τον γιο τους Σέργιο: «Τον αγαπούσε τον πατέρα του πολύ. Δεν μεγάλωσε μαζί του, ούτε και μαζί μου σχεδόν, μα ήρθαν πολύ κοντά, κυρίως προς το τέλος. Μετά τον θάνατο του Νίκου, συνδέθηκε στενά και με την ετεροθαλή αδερφή του, τη Μανουέλα. Ζει στην Αμερική και έχει κάνει οικογένεια. Δεν ασχολήθηκε με το σινεμά, αλλά με τη μουσική. Μοιάζει στον πατέρα του, αλλά ο Νίκος ήταν πραγματικά πεντάμορφος».
Για τους «Βοσκούς»: «Το γύρισμα ήταν απίστευτα δύσκολο και σκληρό. Ο Παπατάκης δεν ήταν ποτέ ικανοποιημένος. Εκατό λήψεις κάθε σκηνή. Οχι μόνο έκανε εντατικές και πολλές πρόβες, αλλά και απολύτως αληθινές. Το ξύλο ήταν αληθινό και στις πρόβες. Τι ξύλο είχα φάει από τον Διαλεγμένο… Αφού το σώμα μου είχε πρηστεί και δεν χωρούσαν τα ρούχα μου. Κάθε μέρα ανεβαίναμε στην Πάρνηθα, με γαϊδουράκια. Γίναμε ζευγάρι με τον Παπατάκη στη μέση της ταινίας. Λίγο πριν από το τέλος, παντρευτήκαμε. 19 Απριλίου. Πρώτη φορά που κοιμήθηκα σε άλλο κρεβάτι εκτός από το παιδικό μου. Και την επόμενη νύχτα έγινε η χούντα. Και πώς να γυρίσουμε το φινάλε τώρα; Ευτυχώς τον πρώτο μήνα είχαν τόσα πολλά να κάνουν οι δικτάτορες, που μας ξέχασαν. Ετσι τέλειωσε η ταινία, ύστερα από πολλές δυσκολίες. Φύγαμε για το Παρίσι και λίγο μετά ζήσαμε τον Μάη του ‘68».
Η ζωή της μαζί του: «Ο Νίκος ήταν βαθιά πολιτικοποιημένος, όπως κι εγώ. Ομως, ποτέ δεν ανήκε κάπου. Κρατούσε κριτική στάση απέναντι στα πάντα. Ακόμη και στον αγαπημένο του Ζενέ (φάνηκε εξάλλου στην ταινία “Ισορροπιστές” του 1991, όπου τον αποδόμησε). Και ήταν και πολύ αυστηρός ως σκηνοθέτης. Κινηματογραφικά, “μιλούσε” συνέχεια με συμβολισμούς και αλληγορίες. Μπορεί, όμως, τα νοήματα να ήταν κρυμμένα, αλλά οι σκηνές ήταν αληθινές. Στο «Gloria Mundi» σε μια σκηνή μού έσβηνε ο στρατιωτικός ένα τσιγάρο στο στήθος. Ηθελε να το κάνουμε στ’ αλήθεια. Τον ρώτησα πώς να αντιδράσω και μου είπε με βουβό πόνο. Ετσι κι έκανα. Η σκηνή τελικά κόπηκε στο μοντάζ (του φάνηκε πολύ επίπεδη), αλλά το σημάδι εκείνο το έχω ακόμη πάνω μου. Οπως και τα πάντα από τον ίδιο».
Για την ομορφιά της: «Ο Νίκος ποτέ δεν μου έλεγε πως ήμουν όμορφη. Δεν χρειαζόταν. Συνδεόμασταν αλλιώς – καρδιά και μυαλό. Και αυτή η σύνδεση δεν χάθηκε ποτέ. Και μόνο με τον Νίκο την είχα. Ο δεύτερος άντρας μου, που δυστυχώς πέθανε πρόσφατα, ήταν ένα χαμόγελο στη ζωή μου. Εγώ μια κινούμενη αρχαία τραγωδία και εκείνος ένα γέλιο. Με ισορροπούσε».
Για το μέλλον: «Οταν ήρθα με τον δεύτερο σύζυγό μου στις Βερμούδες, είπα να ζήσω μια ήσυχη ζωή. Βαρέθηκα, όμως, να καλλιεργώ ντομάτες και να πηγαίνω σε κοινωνικά δείπνα. Οπότε έκατσα και πειθάρχησα (έζησα όπως λέω και πάλι στο Papatakis land) και πήρα 4 πτυχία. Με τελευταίο της Νομικής. Δουλεύω σε δικηγορικό γραφείο, αλλά πλέον αυτό που θέλω είναι –να τος ο Νίκος πάλι– να τα διαλύσω όλα και να αρχίσω κάτι άλλο. Να πουλήσω τα πάντα, να μην έχω καμία “αποσκευή” και να έχω απόλυτη ελευθερία κινήσεων για κάτι νέο. Οταν έρθει η στιγμή, θα αποκαλυφθεί μέσα μου και θα το ακολουθήσω».
Το αφιέρωμα της Ταινιοθήκης (Ιερά Οδός 48 & Μεγ. Αλεξάνδρου, Κεραμεικός), «Νίκος Παπατάκης, ο αναρχικός ποιητής» ξεκινά την Πέμπτη. Εως 17 Δεκεμβρίου. Αναλυτικά το πρόγραμμα: http://www.tainiothiki.gr
