Ενα νόμισμα του Αντιγόνου Γονατά, κάποια αγγεία με πολύ καλό γάνωμα, ένας βωμός και το σημαντικότερο… μερικά κεραμίδια με το μονόγραμμα ΒΑ, της εποχής του Αλεξάνδρου, που σημαίνει ότι προέρχονταν από το βασιλικό κεραμοποιείο, αποτελούν ισχυρές ενδείξεις -σχεδόν αποδείξεις – ότι ο υπέργειος τάφος που βρέθηκε στα Στάγειρα αποτελεί την τελευταία κατοικία του Ελληνα φιλοσόφου Αριστοτέλη. «Αλλωστε, τα υπέργεια ταφικά μνημεία ήταν ασυνήθιστα και γίνονταν μόνο για εξαιρετικά μεγάλα πρόσωπα», ανακοίνωσε χθες επισήμως στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο επιστημονικού συνεδρίου, ο αρχαιολόγος Κώστας Σισμανίδης.
Η σημαντική αυτή ανακοίνωση συμπίπτει με τη συμπλήρωση 2.400 χρόνων από τη γέννηση του Αριστοτέλη και σε καμία περίπτωση ο σπουδαίος αλλά σεμνός αυτός επιστήμονας δεν επέτρεψε να χρησιμοποιηθεί η έρευνά του για εθνικιστικούς σκοπούς.
Η ιστορία του τάφου του Αριστοτέλη πρωτοακούστηκε χαμηλόφωνα το 1996, όταν ο τότε αρχαιολόγος της 16ης Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων άρχισε να καταλήγει στα πρώτα του συμπεράσματα. Χθες το μεσημέρι ο Κώστας Σισμανίδης παρουσίασε, έπειτα από 25 χρόνια αξιολογικής έρευνας, τα τελικά του συμπεράσματα για το ταφικό μνημείο, όπου φαίνεται ότι τοποθετήθηκε η τέφρα του μεγάλου φιλοσόφου. Πέθανε στη Χαλκίδα και μετά την καύση του μεταφέρθηκε εκεί μέσα σε χάλκινη υδρία.
Σύμφωνα με τον κ. Σισμανίδη, στην πλαγιά του βορειότερου άκρου των Σταγείρων, κοντά στη Στοά της Αρχαίας Αγοράς, αποκαλύφθηκε πολύπλοκο σύμπλεγμα διαφορετικών μεταξύ τους κτισμάτων, που χρονολογούνται από την αρχαϊκή μέχρι και τη βυζαντινή περίοδο ώς και τα νεότερα χρόνια.
Δυόμισι μέτρα δυτικά της πύλης του αρχαϊκού τείχους αποκαλύφθηκε ένας μεγάλος τετράγωνος πύργος των βυζαντινών χρόνων, τον οποίο περιβάλλει ένα εντυπωσιακό αψιδωτό οικοδόμημα, που δίνει αρχικά την εντύπωση πυργοειδούς κατασκευής της αρχαϊκής οχύρωσης. Μια προσεκτικότερη παρατήρηση και πολλά κινητά ευρήματα, όμως, πείθουν ότι χρονολογείται στους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους. Οι τοίχοι του κτίσματος σώζονται σε μέγιστο ύψος 1,80 μ. και έχουν το μικρό σχετικά πάχος των 1,10 μ.
Οπως εξηγεί ο διακεκριμένος αρχαιολόγος, οι διαστάσεις αυτές είναι απαγορευτικές για να ερμηνευτεί ως πύργος της αρχαϊκής οχύρωσης, αλλά σημαντικό χαρακτηριστικό του είναι ότι χτίστηκε με πολύ καλό οικοδομικό υλικό, το οποίο είναι προφανές ότι βρίσκεται εδώ σε δεύτερη χρήση και προέρχεται από παλαιότερα δημόσια κτίσματα.
Ετσι, ενώ οι τοίχοι του είναι χτισμένοι, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, ακανόνιστα, χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό εξαιρετικής ποιότητας και επεξεργασίας γωνιόλιθους μαρμάρου, ασβεστόλιθους και γρανίτη, ενώ παράλληλα διαπιστώνεται και ιδιαίτερη σπουδή στην κατασκευή τους, αφού η ποιότητα δεν είναι όμοια ούτε ως προς το υλικό που χρησιμοποιήθηκε κατά τόπους ούτε ως προς τον τρόπο δόμησης. Σειρά δομικών χαρακτηριστικών του κτιρίου και άλλες ανασκαφικές ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ανέγερση του οικοδομήματος έγινε, για κάποιον λόγο, ιδιαίτερα εσπευσμένα.
Εντυπωσιακό είναι ότι για περισσότερα από 20 χρόνια ο κ. Σισμανίδης ασχολήθηκε με τη χρονολόγηση των ευρημάτων, δεδομένου ότι μέσα σε αυτό είχε κτιστεί στα βυζαντινά χρόνια ένας μικρότερων διαστάσεων πύργος, που προφανώς αλλοίωσε την αρχική εικόνα. Ιδιαίτερα δύσκολο ήταν να ταυτιστούν τα ευρήματα με την εποχή και με το πρόσωπο.
Η αραβική βιογραφία του Αριστοτέλη του β΄ μισού του 11ου αι. μ.Χ., αντίγραφο αρχαίας, προσέφερε ικανό στίγμα: «Οταν ο Αριστοτέλης πέθανε (στη Χαλκίδα, τον Οκτώβριο του 322 π.Χ.), οι Σταγειρίτες έστειλαν και έφεραν την τέφρα του στην πατρίδα τους, την τοποθέτησαν μέσα σε χάλκινη υδρία και κατόπιν απέθεσαν την υδρία αυτή σε μια τοποθεσία, που την ονόμασαν “Αριστοτέλειον”.
»Κάθε φορά που είχαν σημαντικές υποθέσεις και ήθελαν να λύσουν δύσκολα προβλήματα, συγκαλούσαν σε αυτόν τον τόπο τη συνέλευσή τους» αναφέρει. Τα ίδια στοιχεία συναντάει κανείς και στο χειρόγραφο 257 της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας, που χρονολογείται γύρω στο 1300 μ.Χ.
Οσον αφορά τα ευρήματα, πρόκειται για πολυπληθή και καλής ποιότητας αβαφή και μελαμβαφή κεραμική, η οποία αντιπροσωπεύεται από όστρακα διαφόρων αγγείων, κυρίως σκύφων, πινακίων, κυλίκων και κανθάρων. Επίσης, πάνω από πενήντα νομίσματα, αρκετά του Αλέξανδρου Γ΄, ορισμένα κοπές της Αμφίπολης και της Θεσσαλονίκης, ενώ τα υπόλοιπα των Επιγόνων, όπως του Αντιγόνου Γονατά, του Δημητρίου Πολιορκητή κ.λπ. Σημαντικά είναι και τα κεραμίδια παραγωγής του βασιλικού κεραμοποιείου με το μονόγραμμα ΒΑ και η ύπαρξη βωμού.
«Δεν έχουμε αποδείξεις αλλά ισχυρότατες ενδείξεις – φτάνουν σχεδόν στη βεβαιότητα. Η θέση στην οποία κτίστηκε το πεταλωτό οικοδόμημα, μέσα στην πόλη και κοντά στην Αγορά (κατά παρέκκλιση των νενομισμένων), με πανοραμική θέα προς όλες τις κατευθύνσεις. Η εποχή της κατασκευής του, στην αρχή αρχή ακόμη της ελληνιστικής περιόδου.
Το ασύμβατο για άλλες χρήσεις σχήμα του. Ο δημόσιος χαρακτήρας του και η μεγάλη βιασύνη που διακρίνεται στην κατασκευή του, με ποιοτικό, αλλά ετερόκλητο οικοδομικό υλικό σε δεύτερη χρήση. Η ύπαρξη βωμού σε τετραγωνισμένο δάπεδο. Ολα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το σωζόμενο αψιδωτό κτίσμα ήταν ο τάφος-ηρώο του Αριστοτέλη», ξεκαθάρισε ο κ. Σισμανίδης.
Περισσότερα αναμένονται με τη δημοσίευση οσονούπω τριών τομών με το πλήρες ανασκαφικό υλικό.
