Ο Γιαν Φαμπρ μετά τη σύντομη ανακοίνωση της παραίτησής του επανήλθε μία εβδομάδα αργότερα με πολυσέλιδη επιστολή προς την ελληνική θεατρική κοινότητα, η οποία είχε ζητήσει με ψήφισμά της σε συγκέντρωση στο θέατρο Σφενδόνη την παραίτησή του από τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ.
Ο Βέλγος καλλιτέχνης το πρώτο πράγμα που εκφράζει στην επιστολή του είναι η δυσάρεστη έκπληξη για το «persona non grata», τον χαρακτηρισμό που του απέδωσαν οι Ελληνες καλλιτέχνες.
«Πάνω από όλα, όμως, μας σοκάρει ο χαρακτηρισμός “Persona Non Grata”. Ελπίζουμε ότι κανένας καλλιτέχνης, πουθενά στον κόσμο, δεν θα χαρακτηριστεί ποτέ “Persona Non Grata”. Αυτή η δήλωση εναντίον οποιουδήποτε καλλιτέχνη είναι επικίνδυνη και αντιδραστική — και πλήττει την τέχνη στον ίδιο της τον πυρήνα».
Δηλώνει ότι είχε άγνοια για τη συνάντηση των καλλιτεχνών στο θέατρο Σφενδόνη, κανείς δεν τον ενημέρωσε για το ψήφισμα που προέκυψε από αυτήν και ρωτάει γιατί δεν απευθύνθηκαν σε εκείνον και την ομάδα του: «Να μας καλέσετε στη συνάντησή σας, να μας προκαλέσετε με τα ερωτήματα, τις ανησυχίες, τα παράπονά σας. Γιατί απορρίπτετε κάθε μορφή σοβαρού διαλόγου και αντιπαράθεσης;».
Υπερασπίζεται την ιδιότητα του curetor που ήθελε να έχει ως επικεφαλής του Φεστιβάλ αντί του καλλιτεχνικού διευθυντή. «Θα ήμουν υπεύθυνος για όλες τις καλλιτεχνικές επιλογές και το συνολικό καλλιτεχνικό όραμα του Φεστιβάλ» και επαναλαμβάνει ότι αυτός και η ομάδα του δεν ήταν «επαρκώς εξοικειωμένοι με το ελληνικό καλλιτεχνικό τοπίο ώστε να κάνουμε σωστές επιλογές».
Μαθαίνουμε ότι η ιδέα για την πρόσληψη Ελληνα καλλιτεχνικού επιμελητή για το 2016 «απορρίφθηκε από το νέο Δ.Σ. του Φεστιβάλ λόγω του περιορισμένου εναπομένοντος χρόνου», ότι στην ομάδα του είχε γνωστοποιηθεί πως «όλοι οι υποψήφιοι του 2015 είχαν ενημερωθεί και είχαν λάβει σαφείς εξηγήσεις για την τρέχουσα κατάσταση», ενώ δηλώνει έκπληκτος που αυτό το «αδύνατον» πραγματοποιείτ αι τώρα από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο. Σημειώνει δε ότι «στόχος ήταν εξαρχής να συμπεριλάβουμε, ήδη από τον πρώτο χρόνο, έναν ικανό αριθμό Ελλήνων καλλιτεχνών στο Φεστιβάλ».
Σε ό,τι αφορά την κριτική που ασκήθηκε στον τρόπο με τον οποίο διοργανώθηκε η συνέντευξη Τύπου στο Μουσείο της Ακρόπολης, γράφει:
«Η συνέντευξη οργανώθηκε από το Δ.Σ. του Φεστιβάλ και το Υπουργείο Πολιτισμού. Ηταν δική τους δουλειά να ετοιμάσουν το press kit για τη συνέντευξη και όχι απλώς να αντιγράψουν τις προτάσεις μας χωρίς άλλη πλαισίωση της πρόσκλησής τους και του συνολικού σχεδίου για το Φεστιβάλ. Ηταν δική τους δουλειά να μας συστήσουν στον ελληνικό Τύπο, στους Ελληνες καλλιτέχνες, στην ελληνική κοινότητα». Παρ’ όλα αυτά επιχειρεί μια αυτοκριτική:
«Κάναμε άραγε κάποια επικοινωνιακά λάθη στο press kit; Επικεντρωθήκαμε στις λίγες βεβαιότητες που είχαμε εκείνη τη χρονική στιγμή, δηλαδή στα καλλιτεχνικά έργα του Φαμπρ και την εστίαση στο Βέλγιο. Ισως δεν τονίσαμε αρκετά το πώς σχεδιάζαμε τη συνάντηση και την εμπλοκή της ελληνικής καλλιτεχνικής σκηνής ήδη από φέτος, καθώς ήμαστε στη φάση της πλήρους ανάπτυξης των σχεδίων που ήδη περιγράψαμε εδώ.
»Το ακριβές πρόγραμμα του 2016 θα αποτελούσε αντικείμενο μιας επόμενης συνέντευξης Τύπου. Η πρώτη μας επίσκεψη στην Αθήνα θα αποτελούσε τη συμβολική εκκίνηση της συνάντησης των δύο καλλιτεχνικών μας κοινοτήτων».
Ξεκαθαρίζει ότι δεν πιστεύει σ’ ένα Φεστιβάλ, εθνικό ή διεθνές, που θα λειτουργεί ως «μηχανισμός επιδότησης». Και αναφέρει μια ενδεικτική συνομιλία που είχε με τον διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, Στάθη Λιβαθινό: «Ηρθε και μου συστήθηκε. Κάλεσε την επιμελητική ομάδα να επισκεφτεί το θέατρό του για μια ανταλλαγή ιδεών.
»Την επομένη συναντηθήκαμε στο θέατρό του και του ζήτησα μερικά ονόματα ταλαντούχων Ελλήνων ηθοποιών με τους οποίους θα μπορούσαμε να έρθουμε σε επαφή και να συνεργαστούμε. Του πρότεινα επίσης να συνεχίσουμε τον διάλογο στο εγγύς μέλλον και να συζητήσουμε πιθανές συνεργασίες.
»Ο κ. Λιβαθινός απάντησε ότι οι Ελληνες ηθοποιοί είναι θυμωμένοι μαζί μας γιατί ανέβαζαν παραστάσεις για το Φεστιβάλ και τώρα “τους στερείτε τη δουλειά και τα χρήματα του καλοκαιριού”. Κατανοώ τους φόβους και την απογοήτευση των Ελλήνων καλλιτεχνών, ιδίως υπό τις παρούσες σκληρές συνθήκες ζωής και δημιουργίας. Ωστόσο, πιστεύω ότι τα επιχειρήματα αυτά είναι κοινωνικοοικονομικά και όχι καλλιτεχνικά».
Και καταλήγει:
«Μη φέρνετε τους εαυτούς σας στην ταπεινωτική θέση να ζητάτε από μένα αυτό που ισχυρίζεστε ότι ανήκει σε εσάς. Αντί να επιτίθεστε εναντίον ενός ξένου φιλοξενούμενου που κλήθηκε να επιμεληθεί το Φεστιβάλ σας, σκεφτείτε διεξοδικά ποιο είναι το μακρόπνοο όραμά σας για τον ελληνικό πολιτισμό και την πολιτιστική πολιτική.
»Κάθε θέση χρειάζεται μια αντίθεση. Αξιοποιήστε την για θετικές δράσεις και φυγή προς τα εμπρός. Ανοίξατε τα στόματά σας σχετικά με τον διορισμό και το επιμελητικό μου πρόγραμμα – τα ανοίξατε δυνατά, με πάθος και όλοι μαζί. Κρατήστε τα ανοιχτά: ας είναι αυτή η αρχή και όχι το τέλος. Αλλά μην ξεχάσετε να ανοίξετε επίσης τα αυτιά και τα μάτια σας».
