Αν οι χήρες των μεγάλων συγγραφέων σέβονται υπερβολικά τη μνήμη τους -και συχνά παίζουν και τον ρόλο των αστυνόμων στα πνευματικά τους δικαιώματα- οι πρώην σύζυγοι και ερωμένες τούς περιποιούνται καμιά φορά κατάλληλα. Χωρίς απαραίτητα να καταφέρνουν να αμαυρώσουν τη λογοτεχνική τους φήμη.
Ενα πασίγνωστο παράδειγμα είναι η διάσημη Βρετανίδα ηθοποιός Κλερ Μπλουμ, σύζυγος του Φίλιπ Ροθ. Οταν χώρισαν φρόντισε με το βιβλίο της «Leaving a Doll’s House» (1996) να τον παρουσιάσει ως βίαιο και καταπιεστικό και την κοινή τους ζωή σαν κανονική φυλακή.
Ο μεγάλος συγγραφέας τής απάντησε, έτσι τουλάχιστον λένε οι μελετητές του, μέσω του αριστουργηματικού του μυθιστορήματος «Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή» (εκδόσεις Πόλις), στο οποίο μια διάσημη ηθοποιός, η φρικτή Ιβ Φρέιμ, καταστρέφει τη ζωή του συζύγου της.
Τώρα η ιστορία επαναλαμβάνεται με τον επίσης μεγάλο συγγραφέα Σάλμαν Ρούσντι και την τέταρτη (και τελευταία για την ώρα) σύζυγό του, την καλλονή Ινδή Πάντμα Λάκσμι, 23 χρόνια νεότερή του.
Το επεισοδιακό τους διαζύγιο το 2007, έπειτα από τρία χρόνια γάμου, τον οδήγησε σε κατάθλιψη (ο ίδιος το έχει πολλάκις παραδεχτεί), συγγραφική αδυναμία, αλλά και, όταν συνήλθε, σε μερικές βιτριολικές αναφορές στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Τζόζεφ Αντον» (2012, εκδόσεις Ψυχογιός).
Εκεί η Πάντμα περιγράφεται σαν ένα τέρας ναρκισσισμού και ανοησίας, που κυνηγάει απεγνωσμένα τη δημοσιότητα και τους διάσημους, που στις δημόσιες εμφανίσεις τους είναι… σαν να κάνει έρωτα με εκατοντάδες άνδρες μαζί και που θέλει να βγει από τη σκιά του πάση θυσία.
Αργησε, αλλά του το ανταπέδωσε η Πάντμα Λάκσμι. Στο βιβλίο της, που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο «Love, Loss and What We Ate» («Ερωτας, Απώλεια και Τι Τρώγαμε»!), διότι μην ξεχνάμε η κύρια επαγγελματική της ιδιότητα είναι πια τηλεοπτική μαγείρισσα, η πρώην κυρία Ρούσντι δίνει μια εντελώς διαφορετική εικόνα της κοινής τους ζωής, με τον συγγραφέα να έχει όλη την ευθύνη και όλον τον εγωκεντρισμό του κόσμου.
Τι γράφει; Οτι στα οχτώ συνολικά χρόνια της σχέσης τους ο Ρούσντι ήταν ένα απαιτητικό πλάσμα, που σκεφτόταν μόνο τον εαυτό του. Επρεπε κάθε χρόνο που έχανε το Νόμπελ να τον παρηγορεί.
Επρεπε συνεχώς να τον φροντίζει και να τον ταΐζει (ας πρόσεχε) κι αυτόν και τους διάσημους φίλους του, τους «λογοτεχνικούς γίγαντες» Ντον Ντελίλο και Σούζαν Σόνταγκ, με τους οποίους γρήγορα ένιωσε οικεία και πάντα τη ρωτούσαν πώς ήταν να ζει με έναν τόσο λαμπρό άνδρα. «Στην αρχή ήταν ευλογία και μακαριότητα», γράφει η Λάκσμι, «και μετά έπαψε να είναι».
Ηταν η εποχή που η καριέρα της άρχισε να απογειώνεται και από πρώην μοντέλο και ασήμαντη ηθοποιός να γίνεται τηλεοπτική περσόνα σε εκπομπές και ριάλιτι για μαγειρική.
Ηρθε και ένα εξώφυλλό της στο «Newsweek» σε αφιέρωμα του περιοδικού για τη «Νέα Ινδία». «Τη μόνη φορά που με έκανε εμένα εξώφυλλο ήταν όταν με απειλούσαν να μου φυτέψουν μια σφαίρα στο κεφάλι», σχολίασε πικρόχολα ο αγαπημένος της σύζυγος (μεταξύ μας, δεν είχε και άδικο). Και μετά άρχισαν τα σεξουαλικά προβλήματα.
Σύμφωνα με την Πάντμα Λάκσμι, έπασχε από ενδομητρίωση, μια νόσο που δύσκολα διαγιγνώσκεται, και η οποία προκαλεί πόνο (και) στη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης.
Οταν αρνιόταν να κάνουν έρωτα ο Ρούσντι την αποκαλούσε «κακή επένδυση», παραπονιόταν και δεν την πίστευε, μέχρι που μπήκε στο χειρουργείο πάνω από μία φορά. Και τότε όμως την εγκατέλειπε μόνη της. Οταν η Πάντμα έγινε καλά, το πρώτο που έκανε ήταν να του ζητήσει διαζύγιο.
Ο Σάλμαν Ρούσντι, που αν κρίνουμε από τις εντυπωσιακές και σήμερα συνοδούς του ρέπει στις πανύψηλες, φλογερές και πολύ νεότερές του γυναίκες, συνάντησε την Πάντμα το 1999 σε ένα πάρτι στη Νέα Υόρκη. Αυτός ήταν ήδη σταρ, 51 χρόνων και στον τρίτο γάμο του. Αυτή ήταν 28 χρόνων. Τελεία.
Για χάρη της εγκατέλειψε τη γυναίκα του (μετά το μετάνιωσε), πέρασαν μερικά ειδυλλιακά χρόνια μεταξύ Λονδίνου (ήθελε να βλέπει τα παιδιά του) και Μανχάταν, παντρεύτηκαν το 2004, της έφερνε κάθε μέρα το πρωινό στο κρεβάτι πριν ξεκινήσει αυτή για το γυμναστήριο και μετά… χώρισαν.
Μεταξύ μας και μετά τον Σάλμαν με διάφορους μεγάλους σε ηλικία, πλούσιους και διάσημους έμπλεξε η Πάντμα. Αλλά μιας και δεν έχουν σχέση με τη λογοτεχνία, ας μην κουτσομπολέψουμε άλλο.
