Γενικός γραμματέας του υπουργείου Οικονομικών επί Βαρουφάκη, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, είναι ο διάδοχος του Ιωάννη Μάνου, ο οποίος καλείται να διατηρήσει τη φυσιογνωμία του πολύπαθου οργανισμού και να πείσει για το καλλιτεχνικό του όραμα
Μέλος της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας, γενικός γραμματέας δημοσιονομικής πολιτικής του υπουργείου Οικονομικών, προσφάτως επιστημονικός διευθυντής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, γνώριμος της ακαδημαϊκής κοινότητας αλλά και πρόσωπο που ουδέποτε ασχολήθηκε ενεργά με τον πολιτισμό, ο Νίκος Θεοχαράκης είναι από χθες ο νέος πρόεδρος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.
Με τη μεταβίβαση του ΟΜΜΑ στον έλεγχο του ελληνικού Δημοσίου, ο νέος πρόεδρος καλείται αφ’ ενός να διατηρήσει την υψηλή ποιότητα και τη φυσιογνωμία του Μεγάρου, αφ’ ετέρου να πείσει για το καλλιτεχνικό του όραμα, στο τιμόνι ενός πολύπαθου οργανισμού.
«Η μεταβίβαση του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (ΟΜΜΑ) στην πλήρη κυριότητα του ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τον Ν. 4366/2016 (ΦΕΚ 18, Α’) εγκαινιάζει εξ αντικειμένου μια νέα περίοδο στην πολυτάραχη ιστορία του. Το νέο Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΜΜΑ, πρόεδρος του οποίου προτείνεται να είναι ο κ. Νίκος Θεοχαράκης, αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, αναλαμβάνει δύσκολο αλλά ζωογόνο έργο», αναφέρει η ανακοίνωση.
«Το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και ο υπουργός προσωπικά θέλουν να ευχαριστήσουν όλους τους συντελεστές του ΟΜΜΑ, όπως και τους εργαζομένους του Μεγάρου, για τη συμβολή τους στις άψογες, μολονότι κοπιώδεις, διαδικασίες που οδήγησαν στο σημερινό αποτέλεσμα.
Ιδιαίτερα θέλουν να ευχαριστήσουν τον κ. Γιάννη Μάνο, πρόεδρο του Δ.Σ. του ΟΜΜΑ, όχι μόνο γιατί διατήρησε την παρουσία του Μεγάρου σε δύσκολες συνθήκες, ενισχύοντας μάλιστα και διαφοροποιώντας γόνιμα τις παρεμβάσεις του, αλλά και γιατί συνέβαλε ποικιλότροπα και καθοριστικά στην αίσια ολοκλήρωση μιας ολόκληρης πορείας».
Αδελφός του επιχειρηματία Τάκη Θεoχαράκη (της αυτοκινητοβιομηχανίας Nissan) και ανιψιός του «πατριάρχη» της οικογένειας και ζωγράφου Βασίλη Θεοχαράκη, ο 60χρονος καθηγητής είχε επιλέξει να μην ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις της οικογένειας. Γεννημένος το 1956, ο Νίκος Θεοχαράκης αποφοίτησε από τη Βαρβάκειο, φοίτησε στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών της Νομικής και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ.
Στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονται μεταφράσεις, προσωπικές μελέτες αλλά και δύο βιβλία που συνέγραψε με τον Γιάνη Βαρουφάκη («Μικροοικονομικά υποδείγματα μερικής και γενικής ισορροπίας» και «Modern Political Economics: Making Sense of the Post-2008 World»). Αλλωστε επί υπουργίας του τοποθετήθηκε επικεφαλής του Brussels Group στις διαπραγματεύσεις.
Αντίδραση στην τοποθέτηση του Νίκου Θεοχαράκη υπήρξε και από τον προκάτοχό του Ιωάννη Μάνο (ανέλαβε το 2010), ο οποίος προφανώς κι αιφνιδιάστηκε καθώς ο υπουργός ουσιαστικά τον παύει αν κι εκείνος μέχρι πρότινος μόχθησε για την οριστική εξεύρεση λύσης στις οικονομικές εκκρεμότητες του Οργανισμού.
Η σύντομη επιστολή του κ. Μάνου ξεκινάει με τη φράση: «Η επιλογή του προέδρου του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών είναι μια κυβερνητική επιλογή». Ενώ στη συνέχεια αναφέρεται και στα δικά του επιτεύγματα: «Από το 2010 που ανέλαβα την προεδρία του Μεγάρου στα χρόνια της κρίσης, πραγματοποιήθηκαν 1.646 παραγωγές τις οποίες παρακολούθησαν 1.956.529 συμπολίτες μας.
»Οι συναυλίες με τις μεγάλες ορχήστρες και αυτές που έχουν προγραμματιστεί μέχρι τον Οκτώβριο με τη στήριξη του μεγάλου χορηγού, το καλωσόρισμα νέων Ελλήνων μουσικών και δημιουργών, η θεατρική σκηνή, η παιδική σκηνή, οι συναυλίες στον Κήπο, οι απευθείας μεταδόσεις όπερας, θεάτρου και χορού, οι διαδικτυακές μεταδόσεις των διαλέξεων και κυρίως το Megaron Plus, εστία διαλόγου και προβληματισμού, αποτελούν μεταξύ άλλων σημαντικά κεκτημένα…
»Είμαι βέβαιος ότι οι συζητήσεις που έχουν αρχίσει εδώ και τρία χρόνια για την εγκατάσταση στο Μέγαρο, με πλήρη αυτονομία, του Ελληνικού Φεστιβάλ και του Θεατρικού Μουσείου αλλά και εκείνες που αφορούν τη συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο θα ευοδωθούν».
