Αρκούσε ένα μυθιστόρημα για να γίνει διάσημη. Στο εμβληματικό «Οταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» στηλιτεύει τη βία, τον ρατσισμό, τον παραλογισμό απέναντι στις φυλετικές διακρίσεις στον αμερικανικό Νότο του 1930. Κέρδισε Πούλιτζερ και έζησε μια ήσυχη ζωή.
«Σκοτώστε όσες κίσσες θέλετε, αν μπορείτε να τις πετύχετε, αλλά να θυμάστε ότι είναι αμαρτία να σκοτώνεις τα κοτσύφια». Αυτή είναι η συμβουλή του δικηγόρου Ατικους Φιντς στα παιδιά του, όταν δέχεται να υπερασπιστεί στο δικαστήριο το πραγματικό «κοτσύφι»: έναν νεαρό μαύρο. Και αυτή είναι η ιστορία πάνω στην οποία η Χάρπερ Λι κέντησε για να γράψει ένα βιβλίο-έμβλημα της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας.
Η συγγραφέας τού «Οταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» έφυγε την Παρασκευή από τη ζωή, στο σπίτι της, στη γενέτειρά της την Αλαμπάμα, όπου και έγινε η κηδεία της σε στενό οικογενειακό κύκλο. Στα 90 χρόνια που έζησε κατάφερε ένα απίστευτο κατόρθωμα: να γράψει μόλις ένα (μέχρι πρότινος που κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο της) αλλά κορυφαίο μυθιστόρημα.
Γεννημένη στις 28 Απριλίου 1926, η Λι ήδη από το Γυμνάσιο γοητευόταν από την Αγγλική Λογοτεχνία. Μετά την αποφοίτησή της από το Λύκειο το 1944, σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα (χωρίς να πάρει πτυχίο) και για χρόνια δημοσιογραφούσε στη φοιτητική εφημερίδα.
Το 1949 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη κι εργάστηκε ως πράκτορας αεροπορικών κρατήσεων, ενώ στον ελεύθερο χρόνο της έγραφε.
Οι φίλοι, που γρήγορα συνειδητοποίησαν την έφεσή της, της έστειλαν δώρο το 1956 σε ένα φάκελο τους μισθούς ενός έτους με ένα σημείωμα που έγραφε «Εχετε χρήματα για να λείψετε ένα χρόνο από την εργασία σας προκειμένου να γράψετε».
Ετσι ξεκίνησε η συγγραφική πορεία μιας λογοτέχνιδος που μας χάρισε ένα σπουδαίο μυθιστόρημα: το «Οταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bell σε μετάφραση Βικτώριας Τράπαλη).
Το βιβλίο κέρδισε βραβείο Πούλιτζερ και έγινε ωραιότατη ταινία από τον Ρόμπερτ Μάλιγκαν με πρωταγωνιστή τον Γκρέγκορι Πεκ (1962). «Δεν περίμενα ποτέ την επιτυχία αυτού του βιβλίου», παραδεχόταν το 1964. «Φιλοδοξούσα να πάρω κουράγιο από το κοινό αλλά όχι σε αυτό το μέγεθος. Θα έλεγα ότι ήταν τρομακτικό».
Στο βιβλίο, μέσα από τα παιδικά μάτια της Σκάουτ και του Τζεμ Φιντς, η Χάρπερ Λι εξερευνά με εντιμότητα αλλά και χιούμορ, τη βία, τον ρατσισμό, τον παραλογισμό της στάσης των ενηλίκων απέναντι στις φυλετικές και κοινωνικές διακρίσεις στον Αμερικανικό Νότο της δεκαετίας του 1930.
Η ίδια, δραστήρια από νεαρή ηλικία σε διάφορες ενώσεις για την Πρόοδο των Εγχρώμων και την εξάλειψη των ανισοτήτων, είχε παραδεχτεί πως ο άνθρωπος από τον οποίο άντλησε έμπνευση για να χτίσει τον περίφημο χαρακτήρα του Ατικους Φιντς (πατέρα της Σκάουτ και του Τζεμ) στα «Κοτσύφια» ήταν ο ηλικιωμένος δικηγόρος πατέρας της, που ζούσε στην Αλαμπάμα.
Ετσι, όταν πέρυσι περίπου τέτοια εποχή διέρρευσε ότι 55 χρόνια μετά το «Οταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» θα κυκλοφορήσει το σίκουελ του, το ίντερνετ πήρε φωτιά, ο παγκόσμιος ενθουσιασμός ξεπέρασε κάθε προσδοκία, τα βιβλιοπωλεία σε διάφορες χώρες έμειναν ανοιχτά όλη νύχτα για να ανταποκριθούν στη ζήτηση και οι προαγορές σε ηλεκτρονικά και παραδοσιακά βιβλιοπωλεία ξεπέρασαν ακόμα και τον Χάρι Πότερ.
Γι’ αυτό το βιβλίο δεν ξέραμε επί δεκαετίες τίποτα. Εχει τίτλο «Go Set a Watchman» («Βάλε ένα φύλακα», εκδόσεις Bell, μετάφραση Σώτη Τριανταφύλλου) και η Χάρπερ Λι πίστευε ότι είχε χάσει τα χειρόγραφα.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που είχε γράψει στα μέσα της δεκαετίας του ’50, πριν δηλαδή γράψει τα «Κοτσύφια». Ωστόσο, όταν το παρέδωσε στον εκδότη, εκείνος την συμβούλεψε να κοιτάξει λίγο το τι συνέβαινε στην ιστορία της πριν. Ετσι, προέκυψαν τα «Κοτσύφια»: ως φλας μπακ στο «Βάλε ένα φύλακα».
