Κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης βρίσκεται επί αιώνες ο Ναός της Αγίας Αικατερίνης στην Πλάκα, από τους παλαιότερους και πιο διάσημους της πόλης.
Δέχεται χιλιάδες, όχι μόνον θρησκευτικούς, αλλά και επισκέπτες που περνούν από τη γειτονιά και θέλουν να ανακαλύψουν τις διαφορετικές φάσεις του. Σε απόσταση αναπνοής από το μνημείο του Λυσικράτη, η χρονολόγηση του κυρίως οικοδομήματος τοποθετείται στον 11ο αιώνα (1025-1050).
Και όπως πολλές ορθόδοξες εκκλησιές, έτσι κι αυτή, οικοδομήθηκε από τους Βυζαντινούς πάνω στα ερείπια αρχαίου ελληνικού ναού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση επάνω στα κατάλοιπα του Ιερού της θεάς Αρτέμιδος ανεγέρθηκε αρχικά πρωτοχριστιανική βασιλική, τα ίχνη της οποίας, ακόμα και σήμερα, είναι ορατά στην αυλή.
Η εκκλησία βρίσκεται στα ανατολικά της πλατείας της Αγίας Αικατερίνης, ενώ στα νοτιοδυτικά, ήρθε στο φως το 1911 σημαντικό τμήμα δύο πλευρών μεγάλου κτίσματος με περίστυλο αίθριο, το οποίο χρονολογείται στην υστερορωμαϊκή περίοδο.
Στο πέρασμα των χρόνων ο ναός δέχτηκε και καταστροφές και πλήθος επεμβάσεων. Οπως ο τρούλος του που δεν έχει την αρχική μορφή. Ανακατασκευάστηκε, πιθανά τον 19ο αιώνα, και το 1927 έγινε ψηλότερος και σε μορφή ξένη προς το βυζαντινό αθηναϊκό πρότυπο, ενώ πρόσφατα πραγματοποιήθηκε ανακεράμωση της στέγης του από την αρμόδια Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων. Σήμερα, διάφορα τμήματά του επιτάσσουν αποκατάσταση.
Η σχετική μελέτη που έφτασε στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο και συζητήθηκε αναλυτικά πρότεινε μεταξύ άλλων γυάλινη στέγη. Η τολμηρή και πρωτότυπη πρόταση ωστόσο δεν πέρασε αν και τα μέλη του ΚΑΣ ενέκριναν τη σχετική μελέτη αποκατάστασης, κάνοντας ωστόσο πολλές επισημάνσεις.
Η γυάλινη οροφή απορρίφθηκε καθώς «η επιλογή θα αλλοιώσει το μυσταγωγικό φωτισμό του εσωτερικού του ναού», «δεν χρειάζεται να προσθέσουμε και τη φάση του 21ου αιώνα στις ήδη υπάρχουσες» ή «χρειάζεται διερεύνηση της ‘‘συμπεριφοράς’’ του μνημείου» σχολίασαν τα μέλη.
Από την πλευρά των μελετητών πάντως η πρόταση έχει σοβαρά πλεονεκτήματα και κυρίως ότι με την αφαίρεση της υπάρχουσας στέγης από μπετόν, που θεωρήθηκε απαραίτητη λόγω της καταπόνησης που δημιουργεί στον ναό, το κυρίως μνημείο του 11ου αιώνα θα «ανάπνεε», ενώ ταυτόχρονα θα αποδίδονταν 1,30 μέτρα από τη βυζαντινή τοιχοποιία του, που σήμερα δεν είναι ορατή τουλάχιστον σε μεγάλο μέρος των πλευρών αυτών.
Σύμφωνα με τα μέλη του ΚΑΣ, η μελέτη, που πέρασε σε επίπεδο κατευθύνσεων, θα πρέπει να επανέλθει με καλύτερη ιστορική και αρχαιολογική τεκμηρίωση και να εκπονηθεί αναλυτικό τεύχος για την παθολογία του.
Το μνημείο αντιμετωπίζει προβλήματα ρηγματώσεων κυρίως στον πεσσό επάνω από τον νοτιοανατολικό κίονα και στο σταυροθόλιο του διακονικού, καθώς και αποκολλήσεις των ακμών της κεντρικής και νότιας κόγχης. Επίσης έχει διαπιστωθεί χαλάρωση ελκυστήρων και προβλήματα υγρασίας, κυρίως στην κεντρική κόγχη.
