Και ξαφνικά το «Βερονάλ», αυτό το παλιό βαρβιτουρικό, που μας θυμίζει δεκαετία του ‘50, θείες και μαμάδες να σιγοψιθυρίζουν τα γυναικεία τους μυστικά, έγινε στην Ελλάδα του 2016 συνώνυμο ενός ξεχασμένου, σπουδαίου φιλολόγου.
Να ‘ναι καλά ο τίτλος του νέου βιβλίου του Τάκη Θεοδωρόπουλου, που αποφάσισε να σκύψει πάνω στη ζωή αλλά και τον θάνατο του Ιωάννη Συκουτρή. Αυτοκτόνησε το 1937 σε ξενοδοχείο της Κορίνθου σε ηλικία 36 χρόνων, ενώ η εισαγωγή του στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα είχε στρέψει εναντίον του τη μαύρη, συντηρητική Ελλάδα.
Ο Συκουτρής πίστευε με πάθος ότι «ο φιλόλογος δεν είναι ούτε εισαγγελεύς ούτε ιεροκήρυξ». Ετσι δεν μπορούσε να λογοκρίνει την κλασική σκέψη ή να καταγγείλει τον αγαπημένο του Πλάτωνα. Και έτσι, σε έκδοση μάλιστα της Ακαδημίας Αθηνών, αναφερόταν στην παιδοφιλία και την ομοφυλοφιλία.
Το μίσος που εισέπραξε είναι ένας από τους πολλούς λόγους της αυτοκτονίας του, αυτής που κάλυψε η αστυνομία της εποχής – ο ιατροδικαστής απεφάνθη ότι πέθανε από καρδιακή προσβολή. Περισσότερες λεπτομέρειες στο «Βερονάλ», που κυκλοφορεί από το «Μεταίχμιο».
Ποιος θα το φανταζόταν ότι μπορεί ο Ιωάννης Συκουτρής να είναι τόσο μυθιστορηματικός ήρωας. Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος μας γεμίζει εικόνες. Από τα φτωχά παιδικά του χρόνια στη Σμύρνη μέχρι την Αθήνα του Μεσοπολέμου.
Από τον ιδιόρρυθμο έφηβο, που μπορούσε να γράφει και να μιλάει άπταιστα στην αττική διάλεκτο, μέχρι τον υφηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που βασανίζεται από αϋπνίες και εθίζεται στα υπνωτικά κυνηγώντας μια έδρα, την ποίηση, τον έρωτα και πάνω απ’ όλα ένα όραμα εθνικής αναγέννησης με βάση την εκπαίδευση και την αρχαία γραμματεία. Και, φυσικά, τον Πλάτωνα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τάκης Θεοδωρόπουλος χρησιμοποιεί ιστορικά πρόσωπα, από τον Ξενοφώντα στο αριστουργηματικό «Μυθιστόρημα του Ξενοφώντα» μέχρι τον Αριστοφάνη και τον Σωκράτη στο «Ξυπόλητο σύννεφο» (εκδόσεις «Ωκεανίδα»). Με τον Συκουτρή μεταφέρεται πιο κοντά στην εποχή μας, δεν εγκαταλείπει, όμως, τις εμμονές του.
Τι τον οδήγησε στον Συκουτρή; «Πολλοί λόγοι, αλλά ο βασικός είναι ότι θεώρησα πως μπορώ μέσα από αυτόν να ξεκαθαρίσω κι εγώ πολλά πράγματα για τη σχέση μου με την αρχαία Ελλάδα», απαντά ο συγγραφέας. «Υπάρχει μια τοποθέτηση του Συκουτρή που βρίσκω πολύ σημαντική.
Λέει ότι στη Βιβλιοθήκη της Ευαγγελικής Σχολής στη Σμύρνη, φτωχός μαθητής, που τίποτα δεν τον προόριζε να ξεφύγει από τη μιζέρια, βρήκε τη λύτρωση από την ταπεινότητα της κοινωνικής του κατάστασης. Δίνει το στίγμα ότι ο κλασικός κόσμος σού επιτρέπει να δημιουργήσεις απαιτήσεις απέναντι στη ζωή σου».
Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος μεγάλωσε στην περίοδο της δικτατορίας. Η γενιά του δεν είχε τόσο αυθόρμητα αισθήματα για την αρχαία Ελλάδα. «Με βάραινε και με απωθούσε, όπως όλους μας, αποτελούσε μέρος της κυρίαρχης ιδεολογίας τού ‘‘Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών’’.
Ηθελα να ξεφύγω θεωρώντας ότι είναι πυλώνας της ελληνικής μας εσωστρέφειας», παραδέχεται. Οταν όμως πήγε στο Παρίσι για σπουδές, και μάλιστα σε ένα Πανεπιστήμιο, τη Ναντέρ, δημιούργημα του Μάη του ‘68, ανακάλυψε με έκπληξη «ότι επικρατούσε ένα πνεύμα μεγάλου σεβασμού απέναντι στην κλασική αρχαιότητα».
Είχε και την τύχη να παρακολουθήσει επί δύο χρόνια σαν ελεύθερος ακροατής στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν σεμινάριο του Ζαν Φρανσουά Λιοτάρ για τον Αριστοτέλη. «Οταν ο ιδρυτής της μεταμοντέρνας τέχνης γυρνάει στον Αριστοτέλη για να καταλάβει τι του γίνεται, αυτό κάτι σημαίνει», λέει. Πλέον, ένα βήμα μόνο τον χώριζε από την ανακάλυψη «ότι υπάρχει στην αρχαιότητα ένας πακτωλός ανθρώπινης κατάστασης και χαρακτήρων, κάτι που ως συγγραφέα κυρίως με ενδιαφέρει, και όχι τα γραμματοσυντακτικά φαινόμενα».
Ο Ιωάννης Συκουτρής δεν είναι βέβαια Ξενοφώντας ή Σωκράτης. Η δική του Ελλάδα, αν και μας χωρίζει από αυτήν ένας κιόλας αιώνας (γεννήθηκε το 1901), μόνο εξωτική δεν είναι. «Μιλάει για πράγματα που κι εμείς κατά κάποιο τρόπο ζούμε», τονίζει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος. «Ο τρόπος, παραδείγματος χάρη, με τον οποίο περιγράφει το Πανεπιστήμιο, δεν διαφέρει από αυτά που θα μπορούσε κάποιος θαρραλέος διανοητής να πει για το σημερινό. Επειτα, ο Συκουτρής κουβαλάει μέσα του όλες τις αντιφάσεις της σύγχρονης Ελλάδας.
Από τη μια η ταπεινότητα του παρόντος, η οποία συγκρίνεται μονίμως με το μεγαλείο του παρελθόντος, το πνευματικό, βεβαίως, για τον Συκουτρή. Και από την άλλη το γεγονός ότι είναι ένα φτωχό παιδί, που επιθυμεί να ζήσει και να επιβληθεί σε μια πολύ κλειστή κοινωνία, σαν την αθηναϊκή, που στηρίζεται στη δύναμη της οικογένειας, που ο ίδιος δεν διαθέτει».
Δίπλα σε όλα αυτά, όμως, ο Ιωάννης Συκουτρής αναδεικνύεται «επικίνδυνος», αντιφατικός χαρακτήρας. Πώς εξηγεί ο Τάκης Θεοδωρόπουλος τις ενοχλητικές αριστοκρατικές του πεποιθήσεις και τη συμπάθειά του προς τον εθνικοσοσιαλισμό; «Είναι γνωστό ότι οι διανοούμενοι του Μεσοπολέμου είχαν μια κλίση προς ολοκληρωτικές θεωρίες, είτε τον κομμουνισμό είτε τον εθνικοσοσιαλισμό – δεν τις εξισώνω, βέβαια.
Κι όταν έχεις γαλουχηθεί μια ζωή διαβάζοντας Πλάτωνα, και είναι πια ο Πλάτωνας για σένα υπαρξιακό μέγεθος, και όχι απλώς ένα διανοητικό κατασκεύασμα, που διδάσκεις στο σχολείο, είναι φυσιολογικό να πας προς τον εθνικοσοσιαλισμό. Παρ’ όλα αυτά ο Συκουτρής όταν είδε με τα μάτια του την κατάσταση στη Γερμανία κατέρρευσε. Επέστρεψε το 1937 από ταξίδι του εκεί κι έναν μήνα μετά αυτοκτόνησε. Η απογοήτευσή του έπαιξε ρόλο».
Στις μέρες μας, που «φτύσαμε αίμα» μέχρι να ψηφιστεί το σύμφωνο συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών, ο Συκουτρής γίνεται ιδιαίτερα συμπαθής και οικείος από την εκστρατεία που ξεσηκώθηκε εναντίον του όταν στην εισαγωγή του στο «Συμπόσιο» έγραψε για την παιδοφιλία των προγόνων μας. Ποιος θα το περίμενε μια Ελλάδα ερωτευμένη με την αρχαιότητα να καταδιώκει τον επιστήμονα, που κατ’ εξοχήν τη λάτρευε.
Πυκνότητα ζωής
«Μα αυτή είναι η αντίφαση της σύγχρονης Ελλάδας», απαντάει ο Θεοδωρόπουλος. «Από τη μια έχουμε καθαγιάσει την αρχαιότητα, από την άλλη δεν τη γνωρίζουμε.
»Εδώ στηρίζεται και το φαινόμενο “Χρυσή Αυγή”, που επικαλείται συνεχώς την Αρχαία Ελλάδα, αλλά δεν έχει ιδέα περί τίνος πρόκειται. Ενας λόγος, άλλωστε, που ασχολήθηκα με τον Συκουτρή είναι ότι αν ανοίξεις την ιστοσελίδα της θα δεις ότι τον έχει οικειοποιηθεί. Στην περίοδο της Μεταπολίτευσης η κυρίαρχη αριστερή διανόηση έβαλε τελείως στην άκρη πρόσωπα σαν τον Συκουτρή, με αποτέλεσμα να τα αφήσει στα χέρια των πιθήκων».
Ναι, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος μας προτείνει να ανακαλύψουμε τον Συκουτρή, να διαβάσουμε τη μετάφρασή του στο «Συμπόσιο», αν «και είναι λίγο γερασμένη», και κυρίως την εισαγωγή του, «ένα πολύ ζωντανό κείμενο, που αποτελεί και την επιτομή των απόψεών του» (εκδόσεις Εστία). «Μην ξεχνάμε ότι άφησε πίσω του ένα τόσο σημαντικό έργο αν και πέθανε πολύ νέος, 36 χρόνων», επισημαίνει.
«Κι αυτό είναι που κυρίως τον κάνει μυθιστορηματικό πρόσωπο. Οχι τόσο το ίδιο το έργο του όσο η πυκνότητα της ζωής του, αλλά και η χειρονομία του απέναντι στην ελληνική κοινωνία, η διάθεσή του, δηλαδή, να αναγεννήσει τον σύγχρονο Ελληνισμό μέσα από την αρχαιότητα και κατά συνέπεια την Ευρώπη.
Διότι, κι εδώ είναι το ενδιαφέρον, ο Συκουτρής δεν αντιπαρέθεσε ποτέ την ελληνική πνευματική ζωή στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ακριβώς το αντίθετο. Το ίδιο ισχύει και για τη γενιά του ‘30, την κατ’ εξοχήν γενιά που ανέδειξε την ελληνικότητα ως κυρίαρχο αίτημα, αλλά και τους μεταγενέστερους, τον Τσαρούχη, τον Χατζιδάκι».
Η Ελλάδα τιμωρεί όσους την παίρνουν σοβαρά
Δεν έγραψε, βέβαια, το «Βερονάλ» για να απαντήσει στο ερώτημα «γιατί αυτοκτόνησε ο Συκουτρής». Κι ας επιχειρεί και τη δική του ανάγνωση, κι ας διαλέγει ως κυρίαρχο λόγο τον «έρωτα θανάτου», που και ο ίδιος ο φιλόλογος αναφέρει στο τελευταίο κείμενο της ζωής του, γραμμένο λίγο πριν αυτοκτονήσει.
«Δεν πιστεύω ότι η αυτοκτονία του οφείλεται μόνο στις εξωτερικές καταστάσεις ή στα ψυχιατρικά δεδομένα», λέει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος. «Υπήρχε μέσα του μια βαθιά προσωπική ήττα. Κάποια στιγμή ο Συκουτρής δεν ήθελε να είναι πια ούτε φιλόλογος ούτε πανεπιστημιακός.
Ονειρευόταν να παίξει ρόλο αρχηγού στην ελληνική κοινωνία, να γινόταν εθνικός ποιητής -κάτι σαν τον Παλαμά- ή μεγάλος μυθιστοριογράφος. Κι αυτό δεν μπόρεσε να το κάνει. Ηττήθηκε από τον ίδιο του τον εαυτό. Ή, όπως έχει πει ο Τσαρούχης, τον τιμώρησε η Ελλάδα, όπως όλους όσοι την πάρουν στα σοβαρά».
