ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ουρανία Λαμψίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εγραφε ακατάπαυστα, πολλές φορές χωρίς ανάσες από το ένα βιβλίο στο άλλο, κυνηγώντας τον χρόνο, που της δόθηκε άφθονος, μέχρι τις 19 του περασμένου Φεβρουαρίου που έφυγε από τη ζωή, στα 97 της χρόνια. Τα βιβλία είναι πολλά: 15 μυθιστορήματα, 7 συλλογές διηγημάτων, 9 παιδικά βιβλία, 20 μεταφράσεις, μία αυτοβιογραφία. Τόσος όγκος γραφής έχει κάτι ηρωικό, θέλει πειθαρχία, δέσμευση, αφοσίωση, μοναξιά, αλλά και μια ανίκητη υπαρξιακή ανάγκη για αφήγηση, που είναι η περίπτωση της Ιωάννας Καρατζαφέρη.

Υπήρχε για να καταγράφει το βίωμα, στη μεγάλη, ετερόκλιτη ποικιλία που της πρόσφερε η ζωή της, απλωμένη σε πολλούς τόπους, και έγραφε έτσι όπως εκείνη είχε επιλέξει, αγνοώντας τα μετεωρολογικά των εποχών και της αγοράς. Ρεαλιστικό, αλλά παράδοξο το γράψιμό της, επηρεασμένο από τη ζωή της στη Νέα Υόρκη και την αμερικανική λογοτεχνία, σε ύφος λιτό, με απόσταση, που αφήνει το δράμα να μιλάει από μόνο του, χωρίς η ίδια να του επιβάλλει μια δική της θερμοκρασία. Είναι οι μαρτυρίες μιας επίμονης περιηγήτριας, που κινείται σε πολλούς κόσμους, δεν αρνείται κανέναν και, ενώ είναι ασύμβατοι, τους συμπλέκει αιφνιδιαστικά στις ιστορίες της.

Οι ιστορίες ανθρώπων που διηγείται, αποφεύγοντας το ψυχογράφημα, έχουν καθοριστεί από το τυχαίο, από την ψυχρή αδιαφορία της πραγματικότητας. Η στιλιστική της απλότητα, σε συνδυασμό με την ιδιοσυγκρασία της, κάνει οικεία κάθε εκκεντρικότητα, κάθε εκδοχή ύπαρξης. Κοιτάει τους πάντες απερίφρακτη από προκαταλήψεις και διακρίσεις, με υπόγειο χιούμορ και με ένα ερωτηματικό να καραδοκεί, σημείο στίξης της σχετικότητας των πραγμάτων.

Γνωριστήκαμε ένα έτος μηδέν, το 1974, μέσα στην ευφορία της Μεταπολίτευσης, εποχή που οι πιθανότητες και οι προσδοκίες ήταν πολλές, μετά από επτά δύσμορφα χρόνια δικτατορίας. Στα άγουρα νιάτα μου εγώ, στα πιο ώριμά της εκείνη, προσγειώθηκε από τη Νέα Υόρκη στην Αθήνα, μια εξωγήινη κοσμοπολίτισσα, που είχε σπάσει όλα τα στερεότυπα, όλες τις συμβάσεις, χωρίς να έχει ζητήσει άδεια από κανέναν. Νομιμοποιούσε με τον πιο φυσικό τρόπο το παράδοξο και το αλλόκοτο, ζούσε με μια δική της ρύθμιση.

Συνδεθήκαμε με φιλία γερή, που κράτησε μέχρι τον θάνατό της, γι’ αυτό και είναι δύσκολο να διαχωρίσω τη φίλη από τη συγγραφέα, αλλά στην περίπτωσή της τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα, αφού η ζωή της ήταν τα γραπτά της και τα γραπτά της μιλάνε για τη ζωή της. Είχε μόλις βγει το τρίτο της βιβλίο, «Το χαμένο κουμπί» (Καστανιώτης), ενώ το πρώτο της, «Τα επιπλωμένα δωμάτια» (1962), είχε κερδίζει το Β΄ Κρατικό Βραβείο, και με το επόμενο, «4 – 2 = 0» (1966), η φωνή της εγγράφηκε στις φρέσκες της μεταπολεμικής λογοτεχνίας.

Τα χρόνια της δικτατορίας ήταν δυναμικά παρούσα στον αντιδικτατορικό αγώνα από τη Νέα Υόρκη και τον Καναδά, αλλά η αφόρητη παρακολούθησή της από τις αμερικανικές υπηρεσίες την υποχρέωσε να καταφύγει στη Σουηδία μέχρι τη Μεταπολίτευση. Ως το τέλος της ζωής της έμεινε πολιτικά προσανατολισμένη στο ΚΚΕ, ενώ δεν έπαψε ποτέ να εντυπωσιάζεται από τη δύναμη του αμερικανικού ονείρου.

Στα μεταπολιτευτικά χρόνια, όπως και στα μεταπολεμικά, η λογοτεχνία και η τέχνη τροφοδοτούνται από την ιστορία και την πολιτική, αλλά το «Μπαζαγιάζι» (Καστανιώτης, 1978), που νομίζω ότι είναι το μεγάλο της έργο, στέκεται μέσα σ’ αυτό το κλίμα με έναν τρόπο λοξό, φτιάχνει μια ελπιδοφόρα μεταφορά και κάνει τη διαφορά. Η μικροϊστορία συναντάει τη μακροϊστορία, στη διάρκεια μιας ταραγμένης ελληνικής εποχής (1936-1974) στις καθημερινές ζωές ενός μικρού τόπου, έτσι όπως τις καταγράφει ένας Ξένος, με κεφαλαίο. Με το ύφος της Καρατζαφέρη, λιτό, ελλειπτικό, ιδιότροπο, αυτός ο Ξένος, σε συνέργεια με τη νέα, «παρθένα» γενιά, προσπαθεί να διασώσει την Ιστορία από τη μυστικοποίησή της, να την κρατήσει ζωντανή και ομιλούσα.

Θα ακολουθήσουν πολλά ακόμα βιβλία μέχρι το τελευταίο, «Λευκά στην κορυφή» (Εστία, 2015), μια συλλογή διηγημάτων, αφορμές για μικρούς διαλόγους της με τον θάνατο και τις τελευταίες επιθυμίες της. «Είμαι μοιρασμένη ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Νέα Υόρκη […] δεν έμεινα ποτέ πάνω από έξη μήνες ούτε στον ένα τόπο ούτε στον άλλο», μου γράφει σε ένα από τα αμέτρητα γράμματα που ανταλλάξαμε στα 52 χρόνια της φιλίας μας. Στη Νέα Υόρκη απολαμβάνει «μια αξιόλογη μοναξιά», μέρες απόσυρσης και συγγραφής, στην Ελλάδα «ένα κουβάρι από συναισθήματα» την κρατούν δεμένη με την οικογένειά της. «Νιώθω καλύτερα στη Νέα Υόρκη, ίσως γιατί στην Αθήνα όλοι έχουν ένα κριτικό μάτι, εδώ απολαμβάνω την ελευθερία μου, χωρίς δεσμούς, περιορισμούς και οριοθετήσεις». Μύησε κι εμένα στη Νέα Υόρκη, με ξενάγησε στο σύμπαν της, έγινε και για μένα τόπος οικείος, καθοριστικός, μια άλλη γενέτειρα.

Οι άνθρωποι πολλοί γύρω της, αλλά ο έρωτας, πάντα φευγαλέος και περαστικός, δεν άφησε ίχνη – «Οι ανθρώπινες σχέσεις με ταράζουν πολύ. Με εξαντλούν κυριολεκτικά. Γίνομαι τρωτή ή είμαι;». Μόνο το γράψιμο δεν θα εξαντληθεί, ακόμα και μετά το τελευταίο βιβλίο σχεδιάζει τα επόμενα. «Είκοσι χρόνια μετανάστρια», μου γράφει το 1981, «το μόνο που απόκτησα στην καπιταλιστική, διεθνιστική Αμερική, είναι μια εργατική συνείδηση. Πάνω σ’ αυτή τη συνείδηση στερέωσα το καθημερινό δεκάωρο της συγγραφικής μου αφοσίωσης. Είμαι μια εργάτρια».