Ενα φαινόμενο που παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, τη δράση κυκλωμάτων με διεθνή εμβέλεια που διακινούν πλαστά έργα τέχνης, επιχειρεί να αναχαιτίσει το υπουργείο Πολιτισμού με τον νέο νόμο 5271/2026 για την «Προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων» και την «Καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης πλαστών» που ψηφίστηκε τέλος Ιανουαρίου στη Βουλή, ενώ οι παράμετροί του παρουσιάστηκαν σε ημερίδα την περασμένη Παρασκευή στην Εθνική Πινακοθήκη.
Σύμφωνα με το ΥΠΠΟ, μέχρι σήμερα η παραβατική δραστηριότητα στον χώρο της τέχνης αντιμετωπιζόταν με τις γενικές διατάξεις περί πλαστογραφίας και απάτης του Ποινικού Κώδικα, ενώ προβλεπόταν η επιβολή ποινής μόνον στην περίπτωση της οικονομικής συναλλαγής. Τώρα, με τον ειδικό νόμο «θεσπίζονται διατάξεις για την πρόληψη της τέλεσης αδικημάτων στον χώρο της τέχνης -για την κατασκευή, παραποίηση, έκθεση, διακίνηση διάθεση, κατοχή κατασκευασμένου ή παραποιημένου έργου τέχνης». Πλέον «το αδίκημα δεν περιορίζεται σε ορισμένες κατηγορίες συγκεκριμένων έργων ή υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε έργα που καλύπτονται ή όχι από πνευματικά δικαιώματα. Το έργο τέχνης ή το συλλεκτικό αντικείμενο τοποθετείται στο επίκεντρο του συστήματος προστασίας, δεδομένου ότι το ίδιο το έργο γίνεται το έδαφος για την ποινικοποίηση της πλαστογραφίας και της απάτης». Επιπλέον «καθίσταται εφικτή η τιμώρηση της πλαστογράφησης έργων τέχνης, χωρίς αναγνωρισμένο δημιουργό». Τέλος διατάξεις αποσκοπούν να «αποτρέπεται και τιμωρείται η φθορά έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων που ευρίσκονται σε κοινόχρηστους, δημόσιους, δημοτικούς χώρους και χώρους μουσείων».
Με τον νέο νόμο αυξάνονται οι προβλεπόμενες ποινές. «Η κύρια ποινή ευθυγραμμίζεται με εκείνες που ισχύουν για την απάτη του Ποινικού Κώδικα -φυλάκιση από έξι μήνες έως 5 έτη και χρηματική ποινή από 5.000 έως 120.000 ευρώ. Οι ποινές αυξάνονται σε κάθειρξη 10 ετών και χρηματική ποινή έως 300.000 €, όταν τα αδικήματα διαπράττονται από οργανωμένη ομάδα ή σε εμπορική κλίμακα ή ο δράστης είναι πρόσωπο που έχει χρησιμοποιήσει τις διευκολύνσεις, που παρέχονται από την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας για την τέλεσή τους ή η προκληθείσα ζημιά υπερβαίνει τα 120.000 €».
Οπως τόνισε στην ενημερωτική ημερίδα στην Εθνική Πινακοθήκη η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη: «Είναι χαρακτηριστικό ότι τα αδικήματα στον χώρο της τέχνης έχουν ως αποτέλεσμα, πρωτίστως, τη βλάβη του ίδιου του έργου και, συνακόλουθα, την παραχάραξη και στρέβλωση της ίδιας της τέχνης. Παράλληλα, θύματα των αδικημάτων αυτών είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης, ο οποίος υφίσταται τη λεηλασία του έργου του, χωρίς ο ίδιος ή οι δικαιούχοι του να έχουν επαρκή μέσα για να αντιμετωπίσουν τη βλάβη, αλλά και ο αγοραστής, ιδιώτης ή δημόσιος φορέας, και ο επαγγελματίας του χώρου της τέχνης».
Η διευθύντρια της Εθνική Πινακοθήκης Συραγώ Τσιάρα επισήμανε πως «πρώτη φορά στην Ελλάδα, το πρόβλημα ρυθμίζεται με εξειδικευμένο νόμο, που δεν αντιμετωπίζει το έργο τέχνης ως κοινό εμπόρευμα που διακινείται απλώς στο πλαίσιο μιας οικονομικής δραστηριότητας, αλλά ως πνευματική δημιουργία και πολιτιστικό αγαθό που χρήζει προστασίας, άρρηκτα συνδεδεμένο με τον δημιουργό του και προορισμένο να παραδοθεί άρτιο στις επόμενες γενιές, στην ιστορία του πολιτισμού και των θεσμών». Επίσης, χαρακτήρισε το άρθρο που αφορά την προστασία έργων τέχνης σε μουσεία και δημόσιους χώρους «ως μια καίρια νομοθετική πρωτοβουλία, η αξία της οποίας διαπιστώθηκε δυστυχώς πρόσφατα για άλλη μια φορά με τον βανδαλισμό και τη φθορά που υπέστη το μνημείο των διακοσίων εκτελεσθέντων της Καισαριανής. Το περιστατικό έλαβε χώρα λίγες μόνο ώρες από τη δημοσίευση των συγκλονιστικών φωτογραφικών ντοκουμέντων για τα οποία η ελληνική Πολιτεία με το Υπουργείο Πολιτισμού μερίμνησε ακαριαία ώστε να χαρακτηριστούν μνημεία και να διεκδικήσει την απόκτησή τους».
Η καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, Κατερίνα Γρέγου, τοποθετήθηκε λέγοντας ότι «συνολικά ο νόμος αναγνωρίζει ότι η πολιτιστική κληρονομιά όλων των εποχών δεν είναι μόνο κάτι που πρέπει να θαυμάζουμε, αλλά και κάτι που πρέπει να φροντίζουμε, να ρυθμίζουμε, να προστατεύουμε και να υπερασπιζόμαστε ενεργά. Ο νόμος στέλνει ένα σημαντικό μήνυμα: η τέχνη και η πολιτιστική κληρονομιά είναι διαχρονική και μη αναλώσιμη, η τέχνη μεταφέρει τη μνήμη, το νόημα και την ταυτότητα από γενιά σε γενιά. Αξίζει μια προστασία που είναι ακριβής, εφαρμόσιμη και διαρκής».
Ο νομικός σύμβουλος της Εθνικής Πινακοθήκης Γιώργος Οικονομόπουλος έκανε σαφές ότι «με τον παρόντα νόμο δημιουργήθηκε ένα νέο ποινικό αδίκημα για την τιμωρία ευρέος φάσματος πλαστογραφίας και απάτης που από ετών παρατηρείται στην Ελλάδα». Ο κ. Οικονομόπουλος τόνισε ότι η πλαστογραφία και απάτη επί έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια λόγω διαφόρων παραγόντων, ανάμεσά τους η άνοδος των διαδικτυακών πωλήσεων, η ανεπαρκής ρύθμιση των πλατφορμών και η κακόβουλη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ως πρόσφατη εξέλιξη, η παράνομη εμπορία πολιτιστικών αγαθών έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον εγκληματικών οργανώσεων παγκοσμίως, δεδομένων των πλεονεκτημάτων της ως τεχνικής νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, του επικερδούς χαρακτήρα της και του σχετικά χαμηλού αποτρεπτικού χαρακτήρα των εφαρμοστέων ποινών σε σύγκριση με άλλες μορφές εμπορίας.
Οσον αφορά τον νέο νόμο υπογράμμισε: «Το έργο τέχνης δεν εξομοιώνεται με απλό εμπόρευμα, είναι πολιτιστικό αγαθό προορισμένο για την αιωνιότητα και αποτελεί κοινό αγαθό για όλους. Δεν τιμωρεί μόνο τη ζημιά που προκαλείται στο θύμα από την αγορά πλαστού έργου τέχνης, αλλά πρωτίστως και κυρίως την προσβολή στο ίδιο το έργο τέχνης. Το ίδιο το έργο τέχνης γίνεται το έδαφος για την πιστοποίηση της πλαστογραφίας και απάτης. Επίσης, ο νόμος τιμωρεί και τις προσβολές που συντελούνται γύρω από το έργο τέχνης και αφορούν στην προέλευση, τη χρονολόγηση, τη φύση ή τη σύνθεσή του. Ο νέος νόμος αυξάνει τις ποινές, προβλέπει την καταστροφή του έργου τέχνης, ακόμα και σε περίπτωση αθώωσης του κατηγορουμένου, δημιουργεί ένα μητρώο καλλιτεχνικών πλαστογραφιών, προβλέπει τη σύσταση ειδικού Σώματος (Μητρώου) Ορκωτών Πραγματογνωμόνων και δημιουργεί το Αυτοτελές Τμήμα Εργων Τέχνης (ΑΤΕΤ), το οποίο θα υποστηρίζει διοικητικά και γραμματειακά το έργο της επιτροπής και των πραγματογνωμόνων».
