Εφυγε προχθές από τη ζωή σε ηλικία 75 ετών ο συγγραφέας Κλέων Αρζόγλου. Είχανε πει γι’ αυτόν ότι ήταν ο Ελληνας Τζακ Κέρουακ, αφού έγραψε το εμβληματικό για την εγχώρια βιβλιογραφία «Εγώ κι ο θείος Χάρις» (που γνώρισε διαδοχικές εκδόσεις, η τελευταία στις Εκδόσεις Λέμβος).
Το συνοπτικό κείμενο στο οπισθόφυλλο του βιβλίου δίνει μια γενική εικόνα για το περιεχόμενο: «Μια μυθιστορηματική περιπλάνηση στη θρυλική και μάταια ελπιδοφόρα δεκαετία του ’60. Την εποχή των χίππις, του ροκ εντ ρολ και της μαριχουάνας, του ελεύθερου έρωτα, της επανάστασης του Μάη, αλλά και της απριλιανής χούντας των συνταγματαρχών… Ο ήρωας, ένας νεαρός απ’ τη Θεσσαλονίκη, αυτοεξόριστος και κυνηγημένος από θεούς και δαίμονες, περιφέρεται σε Δύση και Ανατολή, από τη Σουηδία ως την Τυνησία και από την Τουρκία ως το Αφγανιστάν… Ανάμεσα σε τυχοδιώκτες, παιδιά των λουλουδιών, επαναστάτες, τσαρλατάνους, βαποράκια και ναρκομανείς, απατεώνες αλλά και ανθρώπους της Γνώσης και της Δύναμης, καταγράφει με ρυθμό και χιούμορ τη “δική” του ιστορία. Κάποτε στη μακρινή Ινδία περιμένει ο θείος Χάρις…». Ολοι, μα όλοι, ρωτούσαν τον Κλέωνα αν το βιβλίο είναι η αυτοβιογραφία του, αφού η ζωή του είναι ίδια με του ήρωα του βιβλίου. Και μάλλον η σωστή απάντηση είναι ότι ο Κλέων Αρζόγλου έγραψε για όσα έζησε, ζώντας με την ίδια ένταση όσα φαντάστηκε, ως συμπλήρωμα στο μυθιστόρημα.
Κάνοντας μαζί πριν από δύο χρόνια Πρωτομαγιά με τον αδελφό του Γρηγόρη και την Κρίστα Ανεμούδη, ο Κλέων είχε εκμυστηρευτεί ότι θα ήθελε να κάνει ένα τελευταίο ταξίδι στην Ινδία, ίσως και να πεθάνει εκεί και να ρίξουν τη στάχτη του στον Γάγγη, «αλλά, δεν βαριέσαι, όπου και να ’ναι» όπως έλεγε. Τον ρώτησα γιατί θέλει να πάει στην Ινδία όπου πέρασε περίπου 17 χρόνια της ζωής του και απάντησε «γιατί η Ινδία είναι η χώρα στην οποία βρίσκω τη χαρά».
Σχόλια επωνύμων για τον «Θείο Χάρι» αλλά και για τα άλλα βιβλία του («Η ζωή στην Ινδία», Εκδ. Γαβριηλίδης και «Ο αλήτης στη Χώρα των Θαυμάτων», Εκδ. Κέδρος) απέδιδαν πάντα κάτι περισσότερο και ιδιαίτερο στον ίδιο τον Κλέωνα. «Ο θείος Χάρις ήρθε επιτέλους να μιλήσει για τους τρελοαναζητητές» είχε πει ο Γιάννης Αγγελάκας για την ταξιδιάρα ψυχή του Κλέωνα, για να συμπληρώσει ο Δημήτρης Πουλικάκος πως «ο Κλέων είναι ένας φευγάτος, αλλά και ψυλλιασμένος παλιός, μα ομού και σύγχρονος γλυκός παραμυθάς».
Ο αείμνηστος Νίκος Παπάζογλου είχε υποδεχθεί το πρώτο βιβλίο του Αρζόγλου λέγοντας ότι αποτελεί «ένα μυθιστόρημα-έπος για τη δικιά μας γενιά, γραμμένο σε μια σύγχρονη κι ολοζώντανη γλώσσα». Κάθε σχόλιο εκφράζει ένα μέρος της αλήθειας για τον συγγραφέα και το έργο του που όμοιό(ς) του δεν υπάρχει στην Ελλάδα.
Η Θεσσαλονίκη, γενέθλιος τόπος για τον συγγραφέα, που ήταν απόγονος γνωστής προσφυγικής οικογένειας καπνοβιομηχάνων, απεικονίζεται στα βιβλία του χωρίς καμιά ωραιοποίηση, πράγμα που η πόλη καθόλου δεν εκτιμά, αρνούμενη να αναγνωρίσει την αλήθεια της.
Γι’ αυτό και ήταν -και παραμένει- πολύ μικρή και δυστυχώς πολύ πιο μίζερη για ανθρώπους-δημιουργούς όπως ο Αρζόγλου, που είχε φτάσει στο σημείο να πουλά ο ίδιος τα βιβλία του χέρι με χέρι. Η επιθυμία του πάντως να ριχθούν οι στάχτες του στον Γάγγη μέλλεται να γίνει πράξη το προσεχές διάστημα με τη συμβολή της κόρης του και του αδελφού του.
