Η λαμπερή σταρ με τα αρχικά (ΒΒ-Μπεμπέ) που έγιναν συνώνυμο της απελευθερωμένης γυναικείας σεξουαλικότητας δεν άντεξε την έκθεση, την επιτυχία, ενδεχομένως και τον χρόνο, απομονώθηκε, αφοσιώθηκε στα ζώα και μόνον, ασπάστηκε τις ακροδεξιές ιδέες και χθες πέθανε ως μια δυσφημισμένη εκδοχή όσων συμβόλιζαν η σαγηνευτική της νεότητα και ελευθερία
«Οταν το πάθος τελείωνε, έφτιαχνα τις βαλίτσες μου»… Ισως αυτή η φράση της ίδιας από το βιογραφικό βιβλίο «Larmes de combat» («Δάκρυα μάχης») για την Μπριζίτ Μπαρντό μπορεί να περιγράψει επαρκώς τις επιλογές της κατά τη διάρκεια της ζωής της. Μιας ζωής που, σε αυτόν τον κόσμο έστω, ολοκληρώθηκε χθες για την ίδια, ακριβώς τρεις μήνες μετά τα 91α γενέθλιά της (ήταν γεννημένη στις 28/9/1934). Η θρυλική γυναίκα της Γαλλίας, το παγκόσμιο σύμβολο του πάθους, της επιθυμίας και της λαγνείας, η επίγεια Εύα, μια μάγισσα (με πατριαρχικούς όρους) σαγήνης «έφυγε» από τη ζωή, και την είδηση γνωστοποίησε το ίδρυμα που φέρει το όνομά της «Fondation Brigitte Bardot».
Για τη Γαλλία η «Μπεμπέ» (από τα αρχικά της BB) υπήρξε ταυτόχρονα εθνικό σύμβολο, εξαγώγιμη εικόνα της «ελευθερίας» των ‘60s, αλλά και μια δημόσια φιγούρα που στο τελευταίο μισό της ζωής της δίχασε όσο λίγοι: απόλυτη αφοσίωση στην προστασία των ζώων, παράλληλα με πολιτικές τοποθετήσεις που την οδήγησαν επανειλημμένα στα δικαστήρια. Παρά την εικόνα της ως χειραφετημένης γυναίκας, απελευθερωμένης και στα όρια του κοινωνικού ακτιβισμού, η Μπαρντό φαίνεται πως τελικά δεν μπόρεσε να αποτινάξει από μέσα της ποτέ το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε: αυστηρό, αστικό και εύπορο.
Ο πατέρας της ήταν βιομήχανος, ιδιοκτήτης των εργοστασίων Μπαρντό, και η μητέρα της ήταν υπεύθυνη για την αυστηρή της μόρφωση. Πανέμορφη από μικρή, ξεκίνησε την καριέρα της ουσιαστικά στον φακό του πατέρα της, που είχε μεγάλη αγάπη για το σινεμά και τη μαγνητοσκοπούσε από μικρή. Η μητέρα πάλι είχε έρωτα με τη μόδα και τον χορό, οπότε η Μπριζίτ μπήκε πολύ νωρίς στο Ωδείο του Παρισιού από όπου έλαβε την πρώτη της τιμητική διάκριση, και όλη η υψηλή κοινωνία της μόδας και της καλλιτεχνίας, αλλά και των μίντια σύχναζε στο σπίτι τους.
Ο Ροζέ Βαντίμ και ο Σερζ Γκενσμπούρ
Η επαγγελματική αρχή, ωστόσο, για την ίδια έγινε με το μόντελινγκ: φωτογραφήσεις, εξώφυλλα, ένα πρόσωπο που η εποχή ήξερε να μετατρέπει σε φαινόμενο. Από εκεί, ο δρόμος προς το σινεμά άνοιξε γρήγορα – και μαζί του άνοιξε και ο μηχανισμός της διασημότητας που θα την κυνηγήσει για δεκαετίες. Κομβικό πρόσωπο στα πρώτα της βήματα ήταν ο Ροζέ Βαντίμ: συνεργάτης και μετέπειτα (πρώτος) σύζυγος, ο άνθρωπος που έδεσε την κινηματογραφική της εκτόξευση με το πρόσωπο της νέας, προκλητικής θηλυκότητας των μεταπολεμικών χρόνων.
Αν και η πρώτη της ταινία ήταν το «Le Trou Normand» («Η τρύπα της Νορμανδίας») στα 18 της χρόνια, όπου είχε έναν μικρό ρόλο, αυτή που την καθιέρωσε στο παγκόσμιο σινεμά και στην οποία πρωταγωνίστησε ήταν τέσσερα χρόνια αργότερα: το 1956, η ταινία «Και ο Θεός… έπλασε τη γυναίκα» (And God Created Woman) δεν έκανε την Μπαρντό απλώς πρωταγωνίστρια ή είδωλο στο κοινό, όπως και στα μάτια του ανθρώπου που τη λάτρεψε από σχεδόν παιδί ακόμα, του Βαντίμ (ήταν 15 ετών εκείνη και 21 εκείνος όταν γνωρίστηκαν, χάρη σε ένα εξώφυλλο του ELLE, και περίμεναν να ενηλικιωθεί για να παντρευτούν, παρά την αντίθετη γνώμη των οικογενειών τους).
Η ταινία αυτή την έκανε διεθνές γεγονός. Δεν ήταν απλώς μια επιτυχία. Ηταν πολιτισμική μετατόπιση. Η Μπαρντό δεν έπαιξε μόνο έναν ρόλο – έδωσε στο παγκόσμιο κοινό ένα νέο εικονίδιο, μια γλώσσα σώματος και βλέμματος που έμοιαζε να δηλώνει πως οι κανόνες αλλάζουν. Με το ολόγυμνό της σώμα, σε μια απεικόνιση στον φακό όπως δεν υπήρξε ποτέ έως τότε (ούτε έως τώρα), η 22χρονη Μπριζίτ μετατράπηκε στη γυναίκα-σύμβολο, επιθυμία, πόθο… για κάθε τι που σχεδόν επιθυμούσε ο άνθρωπος – όχι μόνο το ανδρικό βλέμμα, αλλά και η γυναικεία ψυχή. Και φυσικά έγινε η εμμονή του Τύπου, του κοινού, της μόδας αλλά και της μεγάλης οθόνης. Αλλά και καλλιτεχνών, καθώς η ίδια, πέραν της υποκριτικής, τραγουδούσε κιόλας: η συνεργασία της (που απλώς «συνεργασία» δεν ήταν) με τον Σερζ Γκενσμπούρ στο προκλητικό τραγούδι/ερωτική μπαλάντα «Je t’aime… moi non plus» έχει μείνει στην Ιστορία (ακόμα και αν η ομώνυμη ταινία έγινε με πρωταγωνίστρια την Τζέιν Μπίρκιν, που τότε δεν ήξερε ούτε λέξη γαλλικά).
Στο θέατρο έπαιξε μία και μοναδική φορά: το 1953, στο θεατρικό «L’Invitation au château» του Ζαν Ανούιγ, σε σκηνοθεσία του Αντρέ Μπαρσάκ. Λίγο αργότερα και πριν γυρίσει την ταινία που την καθιέρωσε, είχε μεταβεί ως νεαρή στάρλετ στις Κάνες, όπου κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ εμφανίστηκε στην παραλία με ένα απίστευτο μπικίνι (η ίδια το καθιέρωσε, κάνοντάς το μόδα και σύμβολο γυναικείας ελευθερίας) και τράβηξε όλα τα φλας επάνω της, αφήνοντας μεγάλες και ήδη γνωστές κινηματογραφικές σταρ στο περιθώριο.
Απελευθέρωση και εμπορευματοποίηση
Η Μπαρντό δούλεψε με σκηνοθέτες που καθόρισαν την ευρωπαϊκή κινηματογραφία: Ανρί-Ζορζ Κλουζό, «Η αλήθεια» (La Vérité, 1960), ένα σκληρό δικαστικό δράμα/πορτρέτο κοινωνικής υποκρισίας, Ζαν-Λικ Γκοντάρ, «Η περιφρόνηση» (Le Mépris / Contempt, 1963), μια εμβληματική ταινία για τη διάλυση μιας σχέσης μέσα στη βιομηχανία του σινεμά και καθρέφτης της εικόνας της Μπαρντό, Λουί Μαλ, «Βίβα Μαρία!» (Viva Maria!, 1965), μια περιπέτεια/σατιρική φάρσα, όπου η σταρ δύναμη συναντά την παιχνιδιάρικη πολιτική αλληγορία της εποχής κ.ά. Συνολικά γύρισε 48 ταινίες (που ήταν ευρωπαϊκές, ποτέ χολιγουντιανές, αλλά με τεράστια απήχηση και στις ΗΠΑ) και τραγούδησε περισσότερα από 80 τραγούδια, μέσα σε μόλις 21 έτη καριέρας.
«Σύμβολο απελευθέρωσης, “προϊόν” εμπορευματοποίησης, κοινωνικό σύμπτωμα»
Μόλις 21 χρόνια, γεμάτα μακριά ξανθά μαλλιά με μπούκλες, σαρκώδη χείλη, εξωφρενικές φωτογραφίσεις γεμάτες γυναικεία αυτοπεποίθηση, εφαρμοστά παντελόνια και ταγέρ, φαρδιές ζώνες που τονίζουν τη μέση, λευκά και ριγέ Τ-shirt, κάμερες, άρθρα, έρωτες (φανερούς και κρυφούς), ένα παιδί που ποτέ δεν το θέλησε και διάσημες προσωπικότητες που έγιναν φίλοι ή ήθελαν να τη γνωρίσουν: Φρανσουά Νουρισιέ, Μαργκερίτ Ντιράς, Ζαν Κοκτό, Σιμόν ντε Μποβουάρ – όλοι κάποια στιγμή ασχολήθηκαν με την ίδια, αφιερώνοντας κείμενα και χρόνο.
Η κατάληξη
Η Μπαρντό παντρεύτηκε τέσσερις φορές (Ροζέ Βαντίμ, Ζακ Σαριέ, Γκίντερ Ζακς, Μπερνάρ ντ’Ορμάλ) και απέκτησε έναν γιο, τον Νικολά-Ζακ Σαριέ, το 1960. Η σχέση τους υπήρξε για χρόνια δύσκολη και δημόσια – κυρίως επειδή η ίδια μίλησε ωμά για τη μητρότητα και πλήρωσε νομικά και ηθικά κόστος γι’ αυτό: «Προτιμούσα να έχω γεννήσει ένα σκυλί» είχε δηλώσει, καθώς δεν ήθελε να γίνει μητέρα, ούτε ένιωσε ποτέ τη μητρότητα. Και μπορεί σήμερα αυτό να θεωρείται ένα δικαίωμα της γυναίκας, αλλά ακόμη τότε (και τώρα, για να είμαστε ειλικρινείς) τέτοιες δηλώσεις ήταν κατακριτέες.
Πολύ γρήγορα η Μπαρντό αποφάσισε να αποσυρθεί από τη δημόσια πραγματικότητα. Μετά από χρόνια κατάθλιψη και απόπειρες αυτοκτονίας, ήδη το 1973 αποσύρθηκε από την υποκριτική για να αφοσιωθεί στα ζώα. Μην αντέχοντας την έκθεση και τα βλέμματα πάνω της, νιώθοντας ανασφαλής και εγκλωβισμένη, ίδρυσε τη Fondation Brigitte Bardot το 1986, που αναγνωρίστηκε ως οργανισμός δημόσιας ωφέλειας στη Γαλλία, και έκανε μεγάλες και επιθετικές καμπάνιες για την προστασία των ζώων: από τη σφαγή φώκιας μέχρι τη γούνα, από τις συνθήκες εκτροφής μέχρι τη νομοθεσία. Σε αυτό το πεδίο, η Μπαρντό δεν ήταν «celebrity που βοηθάει»: ήταν μηχανισμός πίεσης, με πολιτικό κόστος και ισχυρές συγκρούσεις. «Τα ζώα δεν μιλούν, δεν διαφωνούν, δεν με πρόδωσαν ποτέ» έχει δηλώσει η ίδια. Στη φράση «δεν διαφωνούν» εδράζεται και κάτι ακόμη για το οποίο κατηγορήθηκε σφόδρα: τη σχέση της με την Ακροδεξιά. Από τη μια ο άνθρωπος της φαινόταν ξένος και τρομακτικός και από την άλλη τα ζώα ήταν ένα καλό υποκατάστατο του ανθρώπινου δεσμού. Επίσης, η Μπαρντό δεν άντεχε τις συλλογικότητες. Και όποιος απορρίπτει τις συλλογικότητες συχνά καταλήγει στην αυταρχική ατομικότητα – η ίδια είχε στενές σχέσεις με μέλη του κόμματος της Λεπέν και όχι μόνο.
Κοινωνικό σύμπτωμα
Ενα άρθρο δεν αρκεί, ένα βιβλίο δεν είναι αρκετό, ούτε μια ζωή ολόκληρη για να χωρέσει αυτή τη γυναίκα. Ωστόσο υπάρχουν δύο προτάσεις που σε αυτές συνοψίζεται η αλήθεια για τα όσα σκέφτηκε, έπραξε, μετέφερε σε οικείους και θεατές (φανατικούς έως τα σήμερα) σε όλο τον κόσμο: «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» είναι η πρώτη: η Μπεμπέ, από σύμβολο απελευθέρωσης, κατέληξε φοβισμένη απέναντι στον κόσμο που η ίδια άλλαξε. Ηταν σύμβολο γυναικείας χειραφέτησης, χωρίς να το επιδιώξει συνειδητά. Οταν όμως είδε το φεμινιστικό κίνημα να οργανώνεται πολιτικά, το ένιωσε ξένο και επιθετικό.
Για την ίδια ο κόσμος άλλαζε, η Γαλλία άλλαζε, οι κώδικες άλλαζαν. Και εκείνη δεν είχε πια εργαλεία να το επεξεργαστεί. Ο φόβος έγινε θυμός, μετά γενίκευση και μετά Ακρα Δεξιά. Και γι’ αυτό, η δεύτερη φράση που θα μπορούσε να συνοψίσει τη ζωή της είναι αυτή που γράφτηκε στη Libetation: «Μπαρντό – το είδωλο με τις τρεις όψεις: η γυναίκα, τα ζώα και η Ακρα Δεξιά…». Πάντως, η Μπριζίτ Μπαρντό πέθανε ως κάτι σπάνιο: μια φιγούρα που δεν «τακτοποιήθηκε» ποτέ σε μία ανάγνωση. Εγινε παγκόσμιο σημείο καμπής: όταν η γυναίκα γίνεται εμπορικό προϊόν και κοινωνικό σύμπτωμα ταυτόχρονα.
