Ενας πρωτοπόρος, επιδραστικός αρχιτέκτονας του 20ού αιώνα, εμβληματική μορφή της μεταμοντέρνας αισθητικής και του κινήματος της «αποδόμησης», βραβευμένος με το «νόμπελ» της αρχιτεκτονικής, το βραβείο Πρίτσκερ, ο Καναδοαμερικανός Φρανκ Γκέρι άφησε την τελευταία του πνοή στις 5 Δεκεμβρίου, σε ηλικία 96 ετών, έπειτα από σύντομη ασθένεια του αναπνευστικού.
Οκτώ δεκαετίες εν δράσει, έχει στο ενεργητικό του πάνω από 150 έργα και διαμόρφωσε τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική στις ΗΠΑ και παγκοσμίως, εξάπτοντας τη φαντασία για το πώς μπορεί να μοιάζει ένα κτίριο. Συνδυάζοντας απροσδόκητα υλικά, επενδύοντας με ανοξείδωτο χάλυβα, δίνοντας έμφαση στις καμπύλες, ενισχύοντας την αίσθηση της ρευστότητας, σπάζοντας τις παραδοσιακές αρχές της συμμετρίας, ο Γκέρι δημιούργησε εντυπωσιακά κτίρια που μοιάζουν με γλυπτά, φέρνοντας πιο κοντά την αρχιτεκτονική στη σύγχρονη τέχνη.
Τα πιο γνωστά έργα του είναι το Μουσείο Γκούγκενχαϊμ στο Μπιλμπάο της Ισπανίας, η αίθουσα συναυλιών Γουόλτ Ντίσνεϊ στο Λος Αντζελες, το κτίριο Louis Vuitton Foundation στο Παρίσι, το Κτίριο που Χορεύει στην Πράγα, το μουσείο Βάισμαν στη Μινεάπολη και το Experience Music Project στο Σιάτλ. Ο Γκέρι ήθελε να σχεδιάζει μέχρι την τελευταία του μέρα στη γη, και όπως φαίνεται κατάφερε να παραμείνει ενεργός, αφού ένα ακόμα εμβληματικό κτίριο, το Μουσείο Γκούγκενχαϊμ στο Αμπου Ντάμπι, θα εγκαινιαστεί εντός του 2026.
Το 1986 του απονεμήθηκε το Βραβείο Αρχιτεκτονικής Pritzker, η ύψιστη τιμή της αρχιτεκτονικής, ενώ ανάμεσα στις δεκάδες άλλες διακρίσεις που είχε, ήταν και το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας που του απένειμε ο Μπαράκ Ομπάμα το 1989, τονίζοντας ότι ο Γκέρι αφού «πέρασε τη ζωή του επανεξετάζοντας τα σχήματα και την ύλη, φαινομενικά τη δύναμη της ίδιας της βαρύτητας, αποφάσισε να ανατρέψει την ιδέα για το τι θα μπορούσε να είναι η αρχιτεκτονική». Πρόσθεσε ότι «το έργο του Φρανκ μας διδάσκει» και ότι «ενώ τα κτίριά του φαίνονται να είναι στιβαρά και στερεωμένα στο έδαφος, όπως κάθε μεγάλη τέχνη μπορούν να μας ανεβάσουν το ηθικό, μπορούν να μας ανυψώσουν και να διευρύνουν τους ορίζοντές μας».
Η δε επιτροπή των Πρίτσκερ με εγκώμια συνέκρινε την αρχιτεκτονική του με την τζαζ: «Τα σχέδιά του, αν συγκριθούν με την αμερικανική μουσική, θα μπορούσαν να παρομοιαστούν με την τζαζ, που είναι γεμάτη γεμάτη αυτοσχεδιασμό και ένα ζωηρό, απρόβλεπτο πνεύμα». Αλλά και με τον Πικάσο: «Πάντα ανοιχτός στον πειραματισμό, έχει επίσης μια σιγουριά και ωριμότητα που αντιστέκεται, με τον ίδιο τρόπο του Πικάσο, στο να δεσμεύεται είτε από την κριτική αποδοχή είτε από τις επιτυχίες του». Η επιτροπή υπογράμμισε επίσης ότι η αρχιτεκτονική του διακρίνεται από «εξαιρετικά εκλεπτυσμένη και περιπετειώδη αισθητική» και ότι «τα κτίριά του είναι αντιπαράθεση κολάζ χώρων και υλικών που κάνουν τους χρήστες να εκτιμούν τόσο το θέατρο όσο και τα παρασκήνια, που αποκαλύπτονται ταυτόχρονα».
Γεννημένος στον Καναδά το 1929, ο Φρανκ Γκέρι μετανάστευσε με την οικογένειά του στις Ηνωμένες Πολιτείες στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και φοίτησε στη Σχολή Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας, ενώ μεταπτυχιακά έκανε στη Σχολή Σχεδιασμού του Χάρβαρντ, το 1956. Το όνομά του άρχισε να συζητιέται τη δεκαετία του 1970 με το σχεδιασμό του σπιτιού του, του περίφημου πλέον Gehry House στη Σάντα Μόνικα, το οποίο διέθετε κυματοειδείς, αλληλένδετες φόρμες κατασκευασμένες με καθημερινά υλικά, όπως κοντραπλακέ, μεταλλικό σκελετό και αλυσιδωτό φράχτη. Η φήμη του εκτινάχτηκε με το Μουσείο Γκούγκενχαϊμ του Μπιλμπάο, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1997. Η κυματιστή μορφή του, επενδυμένη με τιτάνιο, συνδύαζε τη συναισθηματική δύναμη με την τεχνολογική καινοτομία. Αναμόρφωσε την όψη της βασκικής πόλης και αποτέλεσε παράδειγμα για τον αντίκτυπο της αρχιτεκτονικής στον πολιτισμό, στον αστικό μετασχηματισμό και στην οικονομική ανάπτυξη: το λεγόμενο «φαινόμενο Μπιλμπάο». Ο συνάδελφός του αρχιτέκτονας Φίλιπ Τζόνσον το αποκάλεσε «το σπουδαιότερο κτίριο της εποχής μας».
Πέρα από την αρχιτεκτονική, ο Γκέρι ασχολήθηκε επιπλέον με την παραγωγή επίπλων –η καρέκλα Wiggle από χαρτόνι που μοιάζει να διπλώνει, εξακολουθεί να θεωρείται από τα πιο καινοτόμα σχέδια καθισμάτων του 20ού αιώνα–, καθώς και με το ντιζάιν ρολογιών αλλά και τσαντών. Βοήθησε επίσης στον επαναπροσδιορισμό του αρχιτεκτονικού λογισμικού και αναζωογόνησε το δημόσιο ενδιαφέρον για τον σύγχρονο σχεδιασμό, ενώ ενέπνευσε γενιές αρχιτεκτόνων να εξερευνήσουν νέες φόρμες και γλώσσες.
Πολλοί παρατηρούν ότι κανένα έργο του Φρανκ Γκέρι δεν μοιάζει με το άλλο. Και οι περιγραφές σίγουρα εξάπτουν τη φαντασία. Εχουν γράψει ότι το Dancing House της Πράγας, που ολοκληρώθηκε το 1996, μοιάζει με ένα γυάλινο κτίριο που διπλώνει στον εαυτό του. Το σχέδιό του για μια σχολή επιχειρήσεων στο Σίδνεϊ μοιάζει με «καφέ χάρτινη σακούλα». Η αίθουσα συναυλιών Walt Disney στο Λος Αντζελες επενδυμένη με μέταλλο παραπέμπει σε πανιά που φουσκώνουν στον άνεμο. Ακόμα πάντως και στις επικρίσεις, ο Γκέρι απαντούσε με χιούμορ: «Τουλάχιστον κοιτάζουν!».
