ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Απόστολος Λυκεσάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με μια διάλεξη και μια ριζοσπαστική ερμηνεία για δύο ξεχωριστούς πύργους των τειχών της Θεσσαλονίκης, το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών (ΚΒΕ) του Τμήματος Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης εγκαινίασε, πριν από λίγες μέρες, τον κύκλο εκδηλώσεων για τους εορτασμούς των 60 χρόνων λειτουργίας του. Ο Γιώργος Βελένης, ομότιμος καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας, ρηξικέλευθος όπως πάντα, σε μια διάλεξη που προσέλκυσε πλήθος κόσμου, έδωσε νέα διάσταση στα τείχη της Θεσσαλονίκης, διορθώνοντας παλαιά λάθη και εξηγώντας ότι δύο από τους ξεχωριστούς πύργους ήταν ταυτόχρονα και μαυσωλεία, αφού ξεχωριστά πρόσωπα της πόλης είχαν τοποθετηθεί σε λάρνακες στις κόγχες των πύργων, ξεχωριστή τιμή σε όσους είχαν διακριθεί για τη χρηστή διοίκηση και τη γενναιότητά τους σε μάχη.

Στο κατάμεστο Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του ΑΠΘ και με μεγάλο αριθμό συνδεδεμένων ακροατών (άνω των 100), ο κ. Βελένης άνοιξε νέους ορίζοντες στην ανάγνωση και ερμηνεία των οχυρώσεων και τη σύνδεσή τους με την αυτοκρατορική οικογένεια και εξέχοντα μέλη της βυζαντινής κοινωνίας. Επανεξέτασε δύο πύργους των τειχών της Θεσσαλονίκης: αυτόν του Λαπαρδά, ακριβώς απέναντι από τη Μονή Βλατάδων, και τον αμέσως επόμενο του δυτικού κόμβου με τη φραγμένη πύλη που οδηγούσε άλλοτε στη λεγόμενη «Ακρόπολη».

Επιγραφή

Το σύνολο του πύργου του Λαπαρδά είναι έργο της μέσης βυζαντινής περιόδου και ειδικότερα του τρίτου τέταρτου του 12ου αιώνα. Η μεγαλύτερη επιγραφή στον πύργο αναφέρεται στον Ανδρόνικο Λαπαρδά, γνωστό από πηγές του 12ου αιώνα (συνυπήρξε με τον μητροπολίτη Ευστάθιο κατά την άλωση της πόλης από τους Νορμανδούς). Η μικρότερη μνημονεύει τον χορηγό του έργου Μιχαήλ Προσούχο, πρόσωπο μη γνωστό και από αλλού. Ωστόσο κατά τον κ. Βελένη, «το πλέον πιθανό είναι να γίνεται λόγος για την ιδιότητα του Μιχαήλ Προσούχου, παρόμοια με εκείνη του Λαπαρδά (ομοιό)δουλου, με την έννοια ότι αμφότεροι έπραξαν προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος», δηλαδή υφίσταται «ισοτιμία ως προς την προσφορά τους από υψηλή διοικητική θέση». Ας σημειωθεί εδώ ότι «η στάθμη τοποθέτησης των δύο ταφικών θηκών προέκυψε από το ύψος της εναπομείνασας τοιχοποιίας που αφαιρέθηκε όταν προσαρτήθηκε στη θέση της προσφυγική κατοικία η οποία κατεδαφίστηκε πρόσφατα», κατά τον καθαρισμό των τειχών δηλαδή από τον οικισμό των καλούμενων «καστρόπληκτων».

Ο δεύτερος πύργος βρίσκεται βορειότερα, έχει τυφλό αψίδωμα και «όλα συνηγορούν ότι ο συγκεκριμένος πύργος διασκευάστηκε στην εποχή των Παλαιολόγων, προσλαμβάνοντας χαρακτηριστικά μαυσωλείου και, μάλιστα, πολύ πιο καλλιτεχνικού από εκείνου του Λαπαρδά. Το έργο θα ήταν πιο εντυπωσιακό εάν είχε γίνει συνδυασμός κιόνων και κιλλιβάντων, κάτι που δεν μπορεί να αποκλειστεί… Μια ανασκαφική έρευνα έως τη βάση της φραγμένης εισόδου ίσως δώσει επιπλέον στοιχεία». Υπάρχουν δύο επιγραφές στον πύργο, η αρχαιότερη εκ των οποίων συνδέθηκε από την πρόεδρο του ΚΒΕ, καθηγήτρια του ΑΠΘ, Μελίνα Παϊσίδου, με τον Ανδρόνικο Γ’. Μαθαίνουμε δηλαδή από το λακωνικό κείμενο «ότι το έργο προγραμματίστηκε για μελλοντικό ενταφιασμό του Ανδρόνικου Γ’ του Παλαιολόγου κατά τη σύντομη περίοδο της συναυτοκρατορίας του με έδρα τη Θεσσαλονίκη, μεταξύ των ετών 1325 και 1328. Ο ίδιος, προς τα τέλη Μαΐου του 1328, εισέβαλε στην πρωτεύουσα και ανάγκασε τον ομώνυμο παππού του σε παραίτηση από τη θέση του επικεφαλής αυτοκράτορα. Ο εγγονός πέθανε στην Κωνσταντινούπολη στις 15 Ιουνίου 1341 σε ηλικία 44 ετών, όπου, κατά το πλέον πιθανό, ενταφιάστηκε μετά τον απροσδόκητο θάνατό του».

Ο αχρησιμοποίητος λοιπόν τάφος στον πύργο των τειχών της Θεσσαλονίκης «παραχωρήθηκε τιμητικά για τον κοινό ενταφιασμό δύο αξιωματούχων (ενός Ταρχανιώτη και ενός Τορνίκη), που σκοτώθηκαν ταυτόχρονα σε στρατιωτική μάχη. Τα σχετικά γεγονότα περιγράφονται αναλυτικά στη δεύτερη επιγραφή», ότι δηλαδή τάφηκαν στα τείχη μετά τον θάνατο του Ανδρόνικου Γ’ και πριν από τον θάνατο της συζύγου του (της Αννας Παλαιολογίνας), που είχε το έννομο δικαίωμα της παραχώρησης του αχρησιμοποίητου τάφου και διέμενε στη Θεσσαλονίκη. Στο ερώτημα αν πρόκειται για κατ’ εξαίρεση πρακτική στα τείχη της Θεσσαλονίκης, ο κ. Βελένης προσκόμισε άλλη μία περίπτωση στην Ηπειρο στα τείχη των Ιωαννίνων και τόνισε με ένταση ότι «με εργασίες καθαρισμού του πύργου θα προκύψει ένα αξιοθέατο μοναδικό στην οχυρωματική τέχνη».

Διευκρινίσεις

Στο τέλος της διάλεξης ο κ. Βελένης διόρθωσε και ένα από τα λάθη στη σύγχρονη ιστορική ανάγνωση σημείων της Θεσσαλονίκης, καθώς «το λεγόμενο από τους Βυζαντινούς Τριγώνιο δεν έχει καμία σχέση με την έμπροσθεν του κυκλικού πύργου σημερινή πλατεία, όπως έχει επικρατήσει εντελώς λανθασμένα». Οπως διευκρίνισε, το Τριγώνιο είναι «τοπόσημο βυζαντινής εποχής, που ταυτίζεται με τον μοναδικό τριγωνικό πύργο στα βόρεια τείχη», μάλιστα «σύμφωνα με τις πηγές, από ένα ασθενές μεταπύργιο τμήμα, βορειότερα του Τριγωνίου, ο Μουράτ ΙΙ (ο δεύτερος) κατέλαβε πρώτα τη Μικρή Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια τη Μεγάλη και όχι από το πανίσχυρο τείχος που μεσολαβεί ανάμεσα στο Τριγώνιο και στον κυκλικό πύργο της οθωμανικής περιόδου, τον λεγόμενο τουρκιστί Τζιντζιρλή Κουλέ και σε ελληνική μετάφραση πύργο της Αλύσεως. Αυτά προς γνώση κυρίως των ξεναγών, καθώς και όσων υιοθετούν αβίαστα τα γραφόμενα στους οδηγούς του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου»!