Θεσσαλονίκη… καγκελόφρακτη πόλη!!! Σφοδρές διαμαρτυρίες στη Θεσσαλονίκη με αφορμή το πλήγιασμα ενός τοπόσημου της πόλης, του Γαλεριανού Ανακτόρου. Δεκαετίες η περιοχή δέχεται κύματα επισκεπτών με καθημερινή παρουσία κυρίως νέων που συγκεντρώνονται στην πλατεία Ναυαρίνου λόγω της εγγύτητας με το Πανεπιστήμιο. Για δεκαετίες η τεράστια πλατεία που είχε δημιουργηθεί ήταν χάρμα οφθαλμών με θαυμάσιο αρχαιολογικό χώρο σωσμένο χάρη στο πείσμα μιας αρχαιολόγου της αείμνηστης Φωτεινής Ζαφειροπούλου. Ε, σε αυτό τον χώρο κάρφωσαν αίφνης κάγκελα, φυλακίζοντας ταυτόχρονα και την όραση των περιπατητών και τον αρχαιολογικό χώρο.
«Με αυτήν την περίφραξη η υπερβολή της πολιτείας εκδηλώνει με νευρικό τρόπο την εξουσία της και, άδικα, μαζί με τη βλακεία και σιδερένια βία, παίρνει αποφάσεις εκεί που δεν χρειάζεται» σχολίασε περιεκτικά στο f/b ο καθηγητής σκηνογραφίας του Τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, Απόστολος Βέττας. Και πρόσθετε πως «για δεκάδες χρόνια τα παιδιά με τα τατουάζ και τα σκουλαρίκια ήταν καθισμένα σαν ζωντανά “αετώματα” στα ελεύθερα πεζούλια γύρω από το Γαλεριανό συγκρότημα… Και πάντα φυλάγανε τα αρχαία νύχτα μέρα μαζί με τις κιθάρες τους και τα σκυλιά τους … Στόλιζαν με τη νεότητα τους τον αρχαιολογικό χώρο …και ποτέ δεν τον βανδάλισαν…». Η περιγραφή του κ. Βέττα είναι καίρια και ακριβής κι αν κάτι προσθέταμε θα ήταν πως εδώ και πολλά χρόνια υπήρχε μια «καγκελομανία» στον χώρο, μόνο που είχε αρχίσει με κάγκελο χαμηλό που εμπόδιζε «απλώς» το άνετο κάθισμα στο πεζούλι.
Διαβούλευση δεν είχε προηγηθεί, επίσημη ανακοίνωση από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης δεν υπάρχει, αυτοβούλως όλοι… ερμηνεύουν την πρόθεση «προστασίας» του μνημείου, παρότι ο πρώτος που το «βανδαλίζει» είναι ακριβώς τα κάγκελα. Αλλά και ο Δήμος Θεσσαλονίκης, ευαίσθητος σε θέματα δημόσιου χώρου, αυτή τη φορά σιωπά αιδημόνως. Μη τυχόν και θιγεί το υπουργείο Πολιτισμού με το οποίο άριστες σχέσεις διατηρεί;
Ανοιχτό μουσείο
«Το ζήτημα είναι πολιτικό και ιδεολογικό» σχολιάζει η Eλλη Χρυσίδου, πρώην αντιδήμαρχος Πολιτισμού του Γιάννη Μπουτάρη, σημειώνοντας πως «η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη όπου η Ιστορία της δεν εκτίθεται πίσω από κλειστούς χώρους, πίσω από κάγκελα ή τζάμια, αλλά υπάρχει, αναπνέει ανάμεσα στους ανθρώπους. Γι’ αυτό είναι ξεχωριστή! Είναι ένα ανοιχτό μουσείο, χωρίς είσοδο ή έξοδο, όπου τα στρώματα του χρόνου συνυπάρχουν σαν διάφανες μεμβράνες: η ρωμαϊκή αγορά κάτω από τις καφετέριες, οι βυζαντινοί ναοί ανάμεσα σε πολυκατοικίες, τα οθωμανικά λουτρά και τα εβραϊκά ίχνη που ψιθυρίζουν ακόμη στα στενά της πόλης, στην παραλία, το φως του Θερμαϊκού λειαίνει τα όρια ανάμεσα στο τότε και στο τώρα· κάθε βήμα είναι μια παρουσία μνήμης. Η πόλη δεν “εκθέτει” την Ιστορία της – τη φέρει μέσα της, είναι ένα σώμα που θυμάται».
Η Ελένη Ιωαννίδου από την πλευρά της θυμάται πως τον Ιούνιο του 2025 είχαν δώσει από κοινού συνέντευξη «για τον φωτισμό των βυζαντινών τειχών της πόλης η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη με την εκπρόσωπο της METLEN Βίβιαν Μπουζάλη και τη σχεδιάστρια του έργου Ελευθερία Ντεκώ, παρουσία του δημάρχου Στέλιου Αγγελούδη». Αντιθέτως για τα κάγκελα στο Γαλεριανό «η παρέμβαση δεν είχε καν ανακοινωθεί, όπως για παράδειγμα είχε προβληθεί ο επικείμενος φωτισμός στα βυζαντινά τείχη. Αρα, περίμεναν τη δυσαρέσκεια των κατοίκων…».
Η δημοτική παράταξη «Η πόλη Ανάποδα» βάζει κι άλλο ένα ζήτημα αφού «η συγκεκριμένη παρέμβαση, πέρα από ακαλαίσθητη, είναι και νομικά προβληματική, καθώς παραβιάζει κατάφωρα την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, το μέτρο αυτό δεν είναι κατάλληλο για τον σκοπό που επιλέχθηκε, δεδομένου ότι τα κάγκελα πάνω στο υφιστάμενο πεζούλι δεν μπορούν να αποτρέψουν ούτε τη ρίψη απορριμμάτων εντός του αρχαιολογικού χώρου από τις πλαϊνές όψεις, ή ακόμη και ανάμεσα από τα κενά του ίδιου του κιγκλιδώματος, ούτε και τον τυχόν βανδαλισμό του προϋφιστάμενου τοιχίου ή άλλων τοιχίων του Γαλεριανού Συγκροτήματος με μπογιά ή αφίσες.
»Δεν είναι όμως ούτε και αναγκαίο για τον σκοπό που επικαλείται η Εφορεία Αρχαιοτήτων, καθώς μπορούσαν να είχαν επιλεγεί σαφώς ηπιότερα μέσα για την προστασία του χώρου από φθορές, όπως, λ.χ., η φύλαξη με διαρκή παρουσία φυλάκων, κάτι το οποίο, φυσικά, προϋποθέτει την επαρκή στελέχωση της υπηρεσίας. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση επιλέχθηκε αποκλειστικά και μόνο για να στερήσει από τους και τις κατοίκους και επισκέπτες/τριες της πόλης τη δυνατότητα να συνεχίσουν να κάθονται στο συγκεκριμένο τοιχίο, που αποτελούσε ένα από τα ελάχιστα δημόσια σημεία ανάπαυλας στο κέντρο της πόλης». Αυτό όντως δεν μπορεί πλέον να αποκρυβεί και καθιστά αυτομάτως τους χρήστες της πλατείας σε χρήστες των καταστημάτων εστίασης.
Τα υπόλοιπα συνοψίζει ο Διονύσης Λατινόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης του ΑΠΘ: «Τι φοβήθηκε η Μενδώνη και έβαλε κάγκελα στη Ναυαρίνου; Μήπως περάσει το μετρό και τεμαχίσει τα αρχαία; Θέλει πολλή προσπάθεια για να καταστρέψεις σε μια μέρα μια εμβληματική πλατεία και έναν εμβληματικό αρχαιολογικό χώρο χωρίς να χρειαστεί να τα βομβαρδίσει;».
