ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν πούμε τι ήταν, ποια ήταν, πώς έγινε, γιατί ξεχώρισε. Και μόνο που μια γυναίκα με διεθνές κύρος, η οποία δεν είχε κανέναν λόγο να πει τον παρακάτω λόγο και παρ’ όλα αυτά τον είπε, αρκεί για να λάβει η Κλαούντια Καρντινάλε ένα «εξόδιο» χειροκρότημα ζωής: «Αγωνίζομαι για τις γυναίκες που είναι αόρατες, για όσες πέφτουν θύματα βίας, για εκείνες που τους αρνούνται την αξιοπρέπεια». Ηξερε τι έλεγε η Κλαούντια. Αυτή η απίστευτη γυναίκα για την οποία θα μπορούσαμε να πούμε μόνο τα εξής: τι ομορφιά! Τι μάτια! Τι βλέμμα! Πόσο ταλέντο! Πόσο αισθησιακή εκείνη η βραχνή φωνή! Και μόνο αυτά θα αρκούσαν για να περιγράψουμε την Τυνήσια ηθοποιό που πέθανε προχθές στο σπίτι της στη Γαλλία, σε ηλικία 87 ετών, με την οικογένειά της κοντά. Αλλά όχι. Δεν θα μείνουμε εκεί. Γιατί δεν έμεινε ούτε η ίδια κι ας ισχύουν όλα τα θαυμαστικά για εκείνη. Δεν έμεινε στην ομορφιά της ή στα εξωτερικά της χαρίσματα, ούτε στο αδιαπραγμάτευτο ταλέντο της. Εδωσε πραγματικό αγώνα για να καταφέρει να υπάρξει ως ηθοποιός και γυναίκα, που δίχως έμφυλα στεγανά μάχεται και για τις άλλες γυναίκες.

Γιατί η ίδια δεν είχε κάποτε κανέναν να τη στηρίξει: είχε μάλιστα μιλήσει ανοιχτά για τον βιασμό της. Σε ηλικία 17 ετών, όταν ακόμη ζούσε στην Τύνιδα, έπεσε θύμα βιασμού από έναν άντρα του κινηματογραφικού χώρου. Από αυτή την κακοποίηση έμεινε έγκυος και απέκτησε τον πρώτο της γιο, τον Πάτρικ. Επειδή τότε (τέλη δεκαετίας ’50) μια ανύπαντρη έφηβη μητέρα θα στιγματιζόταν κοινωνικά και επαγγελματικά, η οικογένειά της ανέλαβε να μεγαλώσει το παιδί ως «γιο των παππούδων του».

Για χρόνια παρουσιαζόταν στο περιβάλλον της ως «αδελφός» της, μέχρι που η ίδια μπόρεσε αργότερα να αναγνωρίσει δημόσια την αληθινή σχέση τους. Η Καρντινάλε είχε πει ότι εκείνη η τραυματική εμπειρία τη σημάδεψε βαθιά, αλλά και τη διαμόρφωσε: την ώθησε να αναζητήσει οικονομική ανεξαρτησία, να παλέψει για να μεγαλώσει τον γιο της με αξιοπρέπεια και να σταθεί στα πόδια της χωρίς να εξαρτάται από κανέναν άντρα. Και τα κατάφερε. Και οικονομικά και καλλιτεχνικά. Και μάλιστα αυτό που ένιωθε για χρόνια, αυτός ο ψευδής αναγκαστικός χειρισμός της πραγματικότητας από την ίδια, ήταν μεν πηγή εσωτερικής σύγκρουσης, αλλά και κινητήριος μοχλός για να παλέψει για την αλήθεια και την ελευθερία. Αυτό έκανε η Καρντινάλε και ένας υποψιασμένος παρατηρητής το βλέπει μέσα από σχεδόν κάθε της ρόλο. Γιατί πάντα έπαιζε «ομολογώντας» την κρυμμένη της αλήθεια. Δεν είναι τυχαίο πως έχει δεχτεί ότι το σινεμά για την ίδια ήταν μια μορφή ελευθερίας.

Ταινίες

Γεννήθηκε στην Τύνιδα από γονείς που είχαν πάει εκεί από τη Σικελία. Μεγάλωσε σε πολύγλωσσο περιβάλλον – οι γλώσσες της οικογένειας ήταν τα ιταλικά της Σικελίας, τα γαλλικά και αραβικά. Γι’ αυτό και ονειρευόταν να γίνει δασκάλα, ενώ το σινεμά δεν υπήρχε πουθενά στις προοπτικές της. Η ζωή όμως είχε άλλα σχέδια. Το 1957, στα 19 της χρόνια, κέρδισε έναν διαγωνισμό ομορφιάς στην Τύνιδα κι αυτό της χάρισε μια ευκαιρία: ένα ταξίδι στο Φεστιβάλ της Βενετίας – από εκεί ξεκίνησαν οι προσκλήσεις για ταινίες. Το «Goha» γυρίστηκε την επόμενη χρονιά, με συμπρωταγωνιστή της τον Ομάρ Σαρίφ.

Η Καρντινάλε εμφανίστηκε σε μικρό ρόλο, αλλά ήταν το κινηματογραφικό της ντεμπούτο. Συνέχισε ως «κορίτσι της γειτονιάς» στην ταινία «I soliti ignoti» (1958) του Μάριο Μονιτσέλι δίπλα στους Βιτόριο Γκάσμαν και Τοτό. Ως νέα υποσχόμενη ηθοποιός όμως καθιερώθηκε στο αστυνομικό δράμα «Un maledetto imbroglio/Ενα καταραμένο δράμα» (1959) του Πιέτρο Τζέρμι. Μέχρι να έρθει ο Λουκίνο Βισκόντι και να μας παρουσιάσει την Κλαούντια Καρντινάλε ως μια αδιαμφισβήτητη σταρ. Μέσα από τις ταινίες του Βισκόντι «Ο Ρόκο και τ’ αδέρφια του», «Γατόπαρδος» και φυσικά με το «8½» του Φελίνι η Καρντινάλε καθιερώθηκε διεθνώς. Συνολικά έπαιξε σε περισσότερες από 100 ταινίες.

Η ομορφιά της ήταν αξεπέραστη. Ωστόσο δεν έμεινε μόνο σε ρόλους που αναπαριστούν την ομορφιά και τη γοητεία· προσπάθησε με τον τρόπο της να φέρει στη μεγάλη οθόνη γυναίκες με εσωτερικές αντιθέσεις, επιθυμίες, πόνους, ελευθερία· γυναίκες που δεν είναι απλώς διακοσμητικά στοιχεία. Αυτή η πλευρά της τέχνης της συχνά αντανακλάται στα λόγια της: «Εχω ζήσει περισσότερες από 150 ζωές – κάθε μίας από τις ηρωίδες μου. Εντελώς διαφορετικές γυναίκες που με απελευθέρωναν, εμένα, την Κλαούντια, λίγο λίγο κάθε φορά. Γι’ αυτό λατρεύω το σινεμά: γιατί είναι ελευθερία!».

Βέβαια κανέναν ρόλο δεν τον έλαβε χαριστικά. Μάλιστα υπήρχαν αρκετές δυσκολίες: καταρχάς η ίδια ήταν διστακτική καθώς η έκθεση πάντα την τρόμαζε – η ομορφιά για την ίδια είχε συνδεθεί με την κακοποίηση. Ταυτόχρονα η βαριά με έντονη προφορά φωνή της δεν ταίριαζε «στην ιδανική γυναίκα» του σινεμά των παραγωγών – μάλιστα στις πρώτες ταινίες της υπήρχε αντικατάσταση στη φωνή της! Τελικά τους κέρδισε όλους.

Η Κλαούντια από τη δεκαετία του ‘60 και μετά δεν ήταν απλώς ηθοποιός· ήταν σύμβολο. Σύμβολο μιας γυναικείας πορείας που διεκδικούσε δικαιώματα: στην αυτονομία, στην επιλογή, στην αξιοπρέπεια. Μεγάλες δηλώσεις της δείχνουν αυτό: όταν ρωτήθηκε για το τι σημαίνει να είσαι γυναίκα στην τέχνη, έχει πει πως ορισμένες φορές η ομορφιά μπορεί να γίνει «παγίδα», η ελκυστική εικόνα να επισκιαστεί από την ουσία, να περιορίζει τους ρόλους που σου προσφέρονται. Ακόμα έχει μιλήσει ανοιχτά για την ανάγκη οι γυναίκες να έχουν οικονομική ανεξαρτησία, να μην εξαρτώνται από άντρες ή παραγωγούς, μια στάση που καθρέφτισε και στην επιλογή της να φροντίζει τον γιο της μόνη της, παρά τις δυσκολίες. Στην τέχνη θεωρούσε πως κάθε ρόλος -μεγάλος ή μικρός- ήταν ευκαιρία να δείξει κάτι ουσιαστικό, όχι απλώς να διακοσμεί το πλαίσιο. Ελεγε κάποτε πως η καριέρα της ήταν ένα «ατύχημα» – δηλαδή ότι δεν σχεδιάστηκε με όρους προσωπικής φιλοδοξίας τόσο, όσο από ανάγκη και συγκυρίες.

Η Κλαούντια Καρντινάλε «έφυγε» πανέμορφη, αφήνοντας πίσω της πάνω από 100 ταινίες και τηλεοπτικές παραγωγές, παραμένοντας πρωταγωνίστρια κυρίως του ευρωπαϊκού σινεμά παρά σταρ του Χολυγουντ. Ηταν ενεργή και ως υπέρμαχος δικαιωμάτων – για τις γυναίκες, την αυτονομία, το δικαίωμα της επιλογής. Και αυτό είναι κομμάτι της κληρονομιάς της. Κληρονομιάς μιας ζωής που μας θυμίζει πως η τέχνη -ο κινηματογράφος- δεν είναι μόνο ψυχαγωγία· είναι καθρέφτης της κοινωνίας και της δικής μας ψυχής.