Ο πάπυρος του Δερβενίου είναι η πρώτη ελληνική εγγραφή στον Διεθνή Κατάλογο της UNESCO «Μνήμη του Κόσμου» (Memory of the World), ένα πρόγραμμα που έχει θέσει στόχο τη διαφύλαξη από τη φθορά και τη λήθη, αλλά και την ανάδειξη μέσα από τη συντήρηση και τη διασφάλιση πλήρους προσβασιμότητας, χειρογράφων, εικονογραφήσεων, αρχείων, ντοκουμέντων και ταινιών, με άλλα λόγια της τεκμηριωμένης κληρονομιάς της ανθρωπότητας.
Η ένταξη του πάπυρου του Δερβενίου αποφασίστηκε στη συνεδρίαση της Διεθνούς Συμβουλευτικής Επιτροπής του Προγράμματος, που έγινε πρόσφατα στο Αμπου Ντάμπι (4-6 Οκτωβρίου).
Πρόκειται για έναν θησαυρό, που εκτίθεται στη μόνιμη έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης «Ο Χρυσός των Μακεδόνων».
Είναι ο μοναδικός αναγνώσιμος πάπυρος, που διασώθηκε στον ελλαδικό χώρο και η ξεχωριστή του θέση στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά οφείλεται στο ότι θεωρείται το αρχαιότερο αναγνώσιμο χειρόγραφο της Ευρώπης.
Ο κατακερματισμένος κύλινδρος παπύρου ήρθε στο φως το 1962 στο Δερβένι Θεσσαλονίκης, στα υπολείμματα της νεκρικής πυράς ενός πλούσια κτερισμένου τάφου των ύστερων κλασικών χρόνων (4ος αι. π.Χ).
Από τα διακόσια εξήντα έξι σωζόμενα σπαράγματα του παπύρου μπόρεσε να ανασυσταθεί μέρος του κειμένου.
Η γραφή χρονολογείται ανάμεσα στο 340 και στο 320 π.Χ., το βιβλίο όμως το οποίο αντιγράφεται σε αυτόν είναι πολύ παλαιότερο (χρονολογείται περίπου στο 420-410 π.Χ.).
Σύμφωνα με τους μελετητές, το κείμενο, που κινείται στα όρια μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας, ανήκει στην ορφική γραμματεία: ο συγγραφέας υπομνηματίζει λεξιλογικά και ερμηνεύει αλληγορικά ένα παλαιότερο ορφικό ποίημα με κοσμογονικό και θεογονικό περιεχόμενο.
Στο πρώτο μέρος του κειμένου γίνεται μια περιγραφή των λατρευτικών πρακτικών που σχετίζονται με τη μεταθανάτια τύχη των ψυχών, ενώ στο δεύτερο υπάρχει ένας ορφικός ύμνος που συνόδευε τις τελετουργίες των μυστών.
Γι’ αυτούς προόριζε ο συγγραφέας το βιβλίο του, πρέπει να ήταν και ο ίδιος μάντης, χρησμολόγος.
Ηταν πιθανότατα ο Ευθύφρων από τα Πρόσπαλτα (κοντά στα σημερινά Καλύβια) της Αττικής.
Η ένταξή του στον Διεθνή Κατάλογο της UNESCO αποτελεί σημαντική επιτυχία του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης.
