Εργάστηκε με ταπεινά φυσικά υλικά, πέτρα, ξύλο, λάσπη, δίνοντας νέες διαστάσεις στις πρωταρχικές ανθρώπινες κατασκευές, δημιούργησε έργα σε θαυμαστή εύθραυστη ισορροπία, με κλωστές, νήματα, καλάμια, ανέλυσε με πρίσματα το φάσμα του λευκού φωτός. Το 2005 κέρδισε στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας τον Χρυσό Φάρο, ενώ το 2007 έγραψε τον συγκλονιστικό εικαστικό του επίλογο στην Μπιενάλε Βενετίας με το «Τhe End», ένα έργο με ποικίλες σχεδιαστικές και χρωματικές εναλλαγές και έμπνευση από το επιδαπέδιο ψηφιδωτό του καθολικού της Ιεράς Μονής Ιβήρων του Αγίου Ορους.
Ομορφος στο πρόσωπο και στην ψυχή, παθιασμένος με την τέχνη, σε μια διαρκή υπαρξιακή αναζήτηση, λιτός στα λόγια μα όχι στα έργα, ο Νίκος Αλεξίου, που έφυγε νωρίς από τη ζωή, το 2011, στα 51 του χρόνια, είναι γνωστός ως πρωτοποριακός καλλιτέχνης των εικαστικών εγκαταστάσεων όπου κυριαρχούν η τάξη, η επανάληψη, η χειροτεχνία, η εμμονική διαδικασία, η ψυχεδέλεια. Δεν είναι όμως ευρύτερα γνωστό ότι υπήρξε και συλλέκτης έργων σύγχρονης τέχνης, σαν προέκταση του εαυτού και της δημιουργίας του. Μάλιστα δώρισε 236 σημαντικά έργα από 87 καλλιτέχνες στο Μουσείο Μπενάκη και τώρα παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο παράρτημα της οδού Πειραιώς, στην έκθεση με τίτλο «Νίκος Αλεξίου. Η συλλογή».

Αρχίζοντας με ένα μικρό έργο της Mary Redmond που αγόρασε το 2001 από την γκαλερί Els Hanappe, o Nίκος Αλεξίου άρχισε να χτίζει γύρω από αυτό σχέσεις, μια σειριακή δομή, όπως έχει πει ο ίδιος για τον μηχανισμό συγκρότησης της συλλογής του. «Δεν είναι έργα που του χάρισαν οι άλλοι καλλιτέχνες, αγόραζε ο ίδιος έργα με εμμονή, μανία και πάθος», τόνισε ο συνεπιμελητής της έκθεσης Γιώργος Τζιρτζιλάκης σε χθεσινή ξενάγηση, περιγράφοντας τη σχέση του Νίκου Αλεξίου με την τέχνη «σαν ερωτική εμπειρία» και τη συλλογή του «σαν επιθυμία φιλότητας και συνεύρεσης με άλλους καλλιτέχνες». «Συσσώρευε αυτά τα έργα στο σπίτι του, είναι έργα μέσα στα οποία ζούσε. Η συλλογή του είναι σαν ημερολόγιο ή συναξάρι που καταγράφει μια πορεία, μια βόλτα στην πόλη, τους ανθρώπους και τις τοποθεσίες της» είπε ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης, ενώ θυμήθηκε και μια ατάκα που συνήθιζε να λέει ο Νίκος Αλεξίου με τον φίλο του ζωγράφο Μανώλη Ζαχαριουδάκη: «Γίναμε ζωγράφοι επειδή δεν μπορέσαμε να γίνουμε συλλέκτες».
«Η συλλογή αυτή μπορεί να κατανοηθεί και ως ένα ακόμα “έργο” το οποίο ο Αλεξίου αναδιέτασσε συνεχώς στους τόπους κατοικίας του πολλαπλασιάζοντας τις συνάψεις και τις αφηγήσεις. Η ιδιαιτερότητα των έργων έγκειται στον τρόπο που το κάθε ένα διατηρεί την αυτονομία και τον ρυθμό του, αλληλεπιδρώντας με τα υπόλοιπα, αλλά και με το ίδιο το έργο του καλλιτέχνη-συλλέκτη Νίκου Αλεξίου», τονίζει η συνεπιμελήτρια της έκθεσης, Πολύνα Κοσμαδάκη, η οποία παρατηρεί τα αναγνωρίσιμα κοινά χαρακτηριστικά των έργων: «Ολα εκείνα που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “πάθος για τη δημιουργία και τη συνύφανση κόσμων”, προσήλωση στην “τριβή” και τη “συντριβή” της ύλης, όπως επαναλάμβανε ο ίδιος».
Στην έκθεση, στο ισόγειο του Μουσείου Μπενάκη, το πρώτο που βλέπει ο επισκέπτης είναι μια εξαϋλωμένη φωτογραφία του Νίκου Αλεξίου από τον Τάσο Βρεττό, αλλά και μια μεγάλη συρταριέρα που είχε κατασκευάσει ο καλλιτέχνης γεμάτη μικρά χαρτιά σε διάφορα σχήματα και χρώματα, ξυλαράκια, ψηφιδωτά, που αποτελούσαν μέρος της πρακτικής του. Ιδιαίτερα έχει διαμορφωθεί ο εκθεσιακός χώρος από το αρχιτεκτονικό γραφείο AREA, ένα περιβάλλον σαν «εκθεσιακή μηχανή» με μαύρα μεταλλικά ράφια ντέξιον και μαύρες μοκέτες που δημιουργούν διαδρομές, επίπεδα, εντάσεις, ομαδοποιήσεις και ροές.

Τα έργα τοποθετήθηκαν σε εννοιολογικές ομάδες όπως αφαίρεση, κοσμολογίες, τόποι, οίκος, χειρονομίες, τελετουργικά, ιστοί, θεσμοί, σώμα, δομές, και έχουν τις υπογραφές των: Α. Καρακατσάνη, Ντ. Μαγγανιά, Μ. Ζαχαριουδάκη, Jim Shaw, Μ. Μιχαηλίδη, J. Durham, Δανιήλ, Η. Καφούρου, Δ. Παπαϊωάννου, Ε. Καμμά, Γ. Λάππα, G. Ceder, Ν. Τριανταφύλλου, Μ. Ψωμά, Κ. Βελώνη, Π. Κοκκινιά, Π. Χαραλάμπους, Λ. Βενιέρη, M. Παπαδημητρίου, Α. Γεωργίου, Δ. Στράτου, Α. Παπαφιλίππου, Α. Αγγελιδάκη, Β. Cella, Ν. Βαλαωρίτη, Β. Βλάχου, S. Sutcliffe, K. Schiemenz, Παύλου, Γ. Χαλεπά, Α. Ακριθάκη, Α. Kern και πολλών άλλων.
Η έκθεση θα διαρκέσει από τις 14 Μαρτίου έως τις 26 Μαΐου συστήνοντάς μας «ένα παράδειγμα καλλιτέχνη-συλλέκτη ικανό να συμβάλλει όχι μόνο στον αναστοχασμό γύρω από την καλλιτεχνική παραγωγή στο γύρισμα του αιώνα αλλά και στη δημιουργία υπαρξιακών κόσμων και απροσδόκητων αστερισμών νοήματος».
