Πρόεδρος επί σειρά ετών και στυλοβάτης του Μουσείου Μπενάκη που ίδρυσε ο παππούς της Αντώνης Μπενάκης, ταυτισμένη με την ιστορία και την πολιτιστική προσφορά του, μια γυναίκα δυναμική και φύσει αισιόδοξη, η Αιμιλία Γερουλάνου έφυγε από τη ζωή το βράδυ της Τετάρτης σε ηλικία 90 ετών λίγους μήνες μετά τον θάνατο της κόρης της Δέσποινας Γερουλάνου. Η δυσάρεστη είδηση έγινε γνωστή από τον γιο της Παύλο Γερουλάνο, βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος έγραψε στα κοινωνικά δίκτυα «Αντίο μανούλα μου γλυκιά», αφιερώνοντάς της το τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη «Τα θερινά σινεμά» στην τρυφερή ερμηνεία της Βίκυς Μοσχολιού. Η νεκρώσιμη ακολουθία θα γίνει το Σάββατο 27/1 στις 12 το μεσημέρι από το Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Η Αιμιλία Γερουλάνου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1934, πατέρας της ήταν ο Παύλος Καλλιγάς, συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου, και μητέρα της η Ειρήνη Μπενάκη, κόρη του Αντώνη Μπενάκη και εγγονή του Εμμανουήλ Μπενάκη. Ηταν παντρεμένη με τον Μαρίνο Γερουλάνο και απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Η ίδια μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι που, όπως έλεγε σε μια συνέντευξή της στη Lifo, «ήταν γεμάτο από σπουδαίους ανθρώπους. Η μαμά ήταν φίλη με τον Τσαρούχη, τον Μόραλη, τον Χορν, τον Κατσίμπαλη, είχε δάσκαλο τον Δελμούζο, ο θείος μου Μαρίνος Καλλιγάς ήταν τότε διευθυντής της Πινακοθήκης. Τέτοιος κόσμος τριγυρνούσε στο σπίτι. Τους απολάμβανα».
Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών απ’ όπου αποφοίτησε το 1959 από το Τμήμα Αρχαιολογίας. Τα πρώτα «μαθήματα» διοίκησης ενός μουσείου και οργάνωσης εκθέσεων τα πήρε από τον σπουδαίο βυζαντινολόγο Μανόλη Χατζηδάκη, ο οποίος ως διευθυντής του Βυζαντινού Μουσείου τη συμπεριέλαβε στην ομάδα που έκανε τη μεγάλη Βυζαντινή Εκθεση στο Ζάππειο, το 1964. Η ίδια παρέμεινε στο Βυζαντινό Μουσείο μέχρι που απολύθηκε το 1967 από τη δικτατορία. Με δική του προτροπή οργάνωσε το Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη και από το 1979 ξεκίνησε τα εκπαιδευτικά του προγράμματα –για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Tο 2000 έγινε μέλος της Διοικητικής Επιτροπής του μουσείου και το 2005 πρόεδρός του. Παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι το 2018, στηρίζοντας το όραμα του χαρισματικού διευθυντή Αγγελου Δεληβορριά για την προβολή του ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας, την ανάπτυξη εκθεσιακού προγράμματος και τη δημιουργία πολλαπλών παραρτημάτων. Μετά την αποχώρησή του έπρεπε να αντιμετωπίσει την επόμενη μέρα τόσο για τη διεύθυνση του μουσείου όσο και για την εξεύρεση πόρων σε δύσκολες συνθήκες. Χωρίς να χάσει το κουράγιο της, επιβεβαίωσε αυτό που έλεγε ο Αγγελος Δεληβορριάς: «Το μεγαλύτερο δώρο του μουσείου είναι η αισιοδοξία της Αιμιλίας». Επίσης με πρόταση του Αντώνη Τρίτση η Αιμιλία Γερουλάνου συμμετείχε στις δημοτικές εκλογές και εξελέγη δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων.
Την αφοσίωσή της στη δημόσια ζωή τονίζει στην ανακοίνωσή του ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας: «Ως δημοτική σύμβουλος, επικεφαλής του Οργανισμού Νεολαίας και Αθλησης, αργότερα του Πνευματικού Κέντρου, αλλά και ως αντιδήμαρχος, η Αιμιλία Γερουλάνου εργάστηκε ακατάπαυστα για την προαγωγή των κοινωνικών, πολιτιστικών και αθλητικών δραστηριοτήτων στην πόλη μας. Η προσφορά της στον πολιτισμό και την κοινωνική συνοχή ήταν ανεκτίμητη. Η συνεισφορά της στη διαπαραταξιακή επιτροπή για τους πρόσφυγες και στην αναπτυξιακή εταιρεία του Δήμου, καθώς και η παρουσία της στο Δ.Σ. του δημοτικού ραδιοφωνικού σταθμού “Αθήνα 9,84” επιβεβαίωσαν την πολυδιάστατη και δυναμική της υπόσταση».
Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη στη συλλυπητήρια δήλωσή της αναφέρει: «Η ζωή της Αιμιλίας Γερουλάνου ήταν συνώνυμη της δημιουργικής περιπέτειας και της χειραφέτησης. Υπήρξε γυναίκα με έντονο δημιουργικό αποτύπωμα, πολιτικό ον με δυναμική παρουσία, μητέρα που μεγάλωσε δημιουργικούς ανθρώπους. Υπήρξε άνθρωπος για δύσκολες αποστολές. Από τις πιο δύσκολες, όταν βρέθηκε στο τιμόνι του Μουσείου Μπενάκη, μέσα στην κρίση, για να συμβάλει στη σωτηρία του και στην επέκτασή του. Αποχαιρετώ την Αιμιλία Γερουλάνου, μια πρωτοπόρο γυναίκα του πολιτισμού και της ζωής. Συλλυπητήρια στον Παύλο, στην Ειρήνη, στη Μαρίνα και στην οικογένεια του Μουσείου Μπενάκη που, χάρη και στη δική της συμβολή, δίνει το δικό του στίγμα στον ελληνικό πολιτισμό του 21ου αιώνα».
